Του Γιώργου Κουλούρη //

Θεσσαλονίκη.

Στην είσοδο μιας άγνωστης πολυκατοικίας. Καθισμένος κάτω. Εντελώς μεθυσμένος. Πολλά άτομα μπαινοβγαίνουν στο διπλανό κλαμπ. Με κοιτάνε. Υπάρχουν όμως και χειρότερα πλάνα. Δίπλα μου ο Μιχάλης (κιθαρίστας μας) ξαπλωμένος φαρδύς–πλατύς σχεδόν λιπόθυμος.

Αυτός έχει πιει ακόμα περισσότερο.

Κάπως έτσι φανταζόμασταν το ταξίδι.

Κάπως έτσι φανταζόμασταν το ταξίδι.

Μας κοιτάνε με περιέργεια. Σαν μέσα από όνειρο ακούω να μιλάνε για μας. Κάποιοι ξέρουν περισσότερα και ενημερώνουν τους άλλους.

Α…αυτοί είναι από τους South Of No North. Είναι η μπάντα που εμφανίζεται αύριο.

Μέσα, το live των Villa 21 στο Berlin συνεχίζεται κανονικά. Οι άλλοι δύο South ούτε που ξέρω πού βρίσκονται. Προσπαθώντας να βάλω την σκέψη μου σε μια σειρά αρχίζω, παίρνοντας λίγο αέρα, σιγά–σιγά να θυμάμαι. Ο ιδιοκτήτης του Berlin στη Θεσσαλονίκη μας είχε πει την λάθος φράση: «Όλα τα ποτά κερασμένα. Πιείτε όσο θέλετε». Το να έλεγε στους South κάποιος αυτό και μάλιστα όχι στο δικό τους live, σήμαινε ότι έβαζε το μαγαζί του σε πιθανές περιπέτειες.

Μια πολύ καλή φίλη. 1987.

Μια πολύ καλή φίλη. 1987.

Λίγο πριν καθόμασταν όλοι μαζί στο bar και τα πίναμε φανατικά. Κατά τη διάρκεια της κατάρρευσης τον θυμάμαι να λέει, με αρκετό χιούμορ, ότι καλύτερα να μας είχε κάνει απευθείας παροχή με μια πατέντα που θα περιελάμβανε κάποιους φανταστικούς σωλήνες, ώστε να ρουφάμε απευθείας απ΄τα μπουκάλια των ποτών του bar, για να μπορέσει να δουλέψει και αυτός λίγο.

Κάθε τρία λεπτά ένας από εμάς τού ζητούσε ποτό. Ουίσκι με Drambuie ή Τζιν με Kailua.

Είχαμε ξεπεράσει τα 50 ποτά οι 4. Και εγώ δεν είχα φτάσει καν τα 10! Ή ο Μπουκόφσκι έπαιρνε την εκδίκηση του για την επιλογή του ονόματος της μπάντας ή απλώς δικαιωνόταν.

 Στο δωμάτιο ξενοδοχείου στην Πρέβεζα το 1988, πριν από live.

Στο δωμάτιο ξενοδοχείου στην Πρέβεζα το 1988, πριν από live.

Πώς φτάσαμε πάλι ως εδώ;

Το προηγούμενο βράδυ, παίρνοντας το νυχτερινό τρένο για τη Θεσσαλονίκη από τον Σταθμό Λαρίσης, μετά το τέλος της ηχογράφησης του Lacrimae Christi στα μέσα Οκτωβρίου του 1984, ξεκινούσε η περιπέτεια του πρώτου live των South εκτός Αθήνας. Παρέα με τους Villa θα εμφανιζόμασταν στο ονομαστό, μικρό αλλά ξακουστό, Live – Club Berlin της συμπρωτεύουσας.

Από τη συναυλία μας στο κλαμπ «Ρόδον» το 1989.

Από τη συναυλία μας στο κλαμπ «Ρόδον» το 1989.

Η νυχτερινή ζωή της Θεσσαλονίκης παρεμπιπτόντως τότε ήταν εντελώς διαφορετική από της Αθήνας. Πολλά μικρά ή μεγάλα νυχτερινά κέντρα, pubs, bar κοντά το ένα με το άλλο, πολύς κόσμος να κάθεται, να κυκλοφορεί, να κάνει βόλτες στους δρόμους, στην Τσιμισκή, στην Παραλιακή, κοντά στο Αμερικάνικο προξενείο…

Το τρένο ξεκίνησε και εμείς ταξιδεύαμε στριμωγμένοι μαζί με τουλάχιστον 1 σύνταγμα που ανέβαινε προς τα πάνω. Φαντάροι ξαπλωμένοι στους διαδρόμους, πολύς κόσμος, παντού φασαρία, διάφορες μυρωδιές, έντονες συζητήσεις σε διάφορες τοπικές διαλέκτους, γέλια, κλάματα μωρών, μικροτσακωμοί, ροχαλητά. Όντως η κατάσταση ήταν πολύ ροκ. Μια μικρή παρεξήγηση συνέβη μεταξύ μας δείγμα, ίσως για το τι θα ακολουθούσε.

Όταν ο Ανδρέας (τραγουδιστής) και ο Μιχάλης (κιθαρίστας) έφυγαν για να φέρουν και σε μας από το μακρινό bar του τρένου ένα μπουκαλάκι νερό και επέστρεψαν μετά από τουλάχιστον 45 λεπτά γελαστοί και ανάλαφροι, μας διηγήθηκαν με πολλή φυσικότητα για μια παρέα που δημιουργήθηκε για λίγο, μαζί με μια πολύ συμπαθητική, πολυμελή, οικογένεια τσιγγάνων που τους προσέφεραν εκλεκτά καλούδια που πολύ μας έκαναν να ζηλέψουμε.

Οι South Of No North από φωτογράφησή τους το 1987.

Οι South Of No North από φωτογράφησή τους το 1987.

Το ταξίδι έτσι κύλησε για μένα και τον Φοίβο. Πολύ πιο βαρετό και εκνευριστικό, σε αντίθεση με τους άλλους δύο που για πολλή ώρα το απολάμβαναν μιας και βρίσκονταν κάπου αλλού.

Το πρωί, σαν τσαλακωμένοι και ξάγρυπνοι, φτάσαμε τουλάχιστον και κατεβήκαμε όπως – όπως. Μας πήραν κάποιοι του Berlin και ευγενικά μας οδήγησαν σ’ ένα διαμέρισμα που υποτίθεται θα μας φιλοξενούσε αλλά δεν αντέχαμε και άλλα στριμώγματα. Μέσω ενός γνωστού μας πάνκη, του επονομαζόμενοι και «Καναδού», καταλήξαμε τελικά σε μια έρημη πρώην κλινική που τότε ήταν κάτι που έφερνε σε κατάληψη. Το live την επομένη αποτέλεσε ξεχωριστή εμπειρία γιατί το κοινό είχε πολύ πιο punk στοιχείο και έτσι αποκτήσαμε και την εμπειρία να παίζουμε τη μουσική μας σαν μια εντελώς Punk-ικη μπάντα (βρισκόμασταν σε τόσο άμεση επαφή που μπορούσαμε να βλέπουμε το ασπράδι των ματιών τους παρότι ήταν αρκετά σκοτεινά εκεί μέσα) Κατάκοποι επιστρέψαμε να κοιμηθούμε καμιά 20αριά, που ούτε ξέρω πώς είχαν βρεθεί μαζί μας, άλλοι πάνω, άλλοι κάτω, άλλοι πλαγίως…

Ο «Καναδός» κάποια στιγμή, μπουσουλώντας ανάμεσα σε κορμιά και μακριά από τον χώρο που κοιμόταν, άντεξε να συρθεί μέχρι τον Βασίλη (μετέπειτα «πληκτρά» μας), ξέρασε πάνω του ξυπνώντας τον, εμείς πολύ διασκεδάζαμε με όλα αυτά συν άλλα χαριτωμένα περιστατικά που έχουν αποτυπωθεί οπτικά κατά καιρούς σε διάφορες ταινίες.

Άνοιξη 1990.

Άνοιξη 1990.

Το πρωί και ενώ υπήρχε καθορισμένη ώρα αναχώρησης για να προλάβουμε το τρένο επιστροφής, ξυπνήσαμε κατά τύχη όταν το πόδι του Φοίβου γλίστρησε από το τραπεζάκι που το ακουμπούσε καθώς κοιμόταν καθισμένος σε μια καρέκλα σ’ ένα διάδρομο.

Έντρομος μας ξύπνησε σαν λοχίας σε θάλαμο φαντάρων (μας είχε μείνει λίγο κάτι και από το ταξίδι). Ίσα που προλάβαμε το τρένο.

Η επιστροφή ήταν χάλια γιατί ήμασταν ψόφιοι από την κούραση και τις κραιπάλες.

Φτάσαμε στην Αθήνα χωρίς να έχουμε καλοκαταλάβει πώς είχαν περάσει οι τρεις προηγούμενες μέρες. Αποχαιρετιστήκαμε βιαστικά θέλοντας ο καθένας να μπορέσει να βρεθεί το συντομότερο στο κρεβατάκι του.

Η αίσθησή μας ήταν μιας περίεργης ματαιότητας για όλα αυτά που είχαν συμβεί και μάλιστα να ξεχαστούν, να μην πολυσυζητηθούν όλα αυτά.

Όμως ο χρόνος έδωσε σιγά–σιγά εκείνες τις ανεξίτηλες στιγμές που μένουν από ένα ταξίδι και 1 live μιας μπάντας φίλων και μπορώ σήμερα να το θυμάμαι πολύ καλά σαν μια γλυκιά ανάμνηση, δυνατή απ’ ό,τι φαίνεται, για να το γράφω 32 χρόνια σχεδόν μετά….

Το soundtrack ενός ταξιδίου με τρένο.

1. John Cale & Brian Eno – Spinning Away

2. Siouxsie And The Banshees – Last Beat Of My Heart

3. B Movie – Remembrance Day

4. Roxy Music – Take A Chance With Me