του Γιάννη Παναγόπουλου //

Μισή ώρα τώρα ο Κώστας Τσατσούλης με κοιτά με ένα μελαγχολικό βλέμμα που δεν λέει να φύγει από τα μάτια του. Του λέω αστεία μπας και το αλλάξω. Του λέω ατάκες τόνωσης για την αυτοπεποίθησή του. Του θυμίζω τις όμορφες νύχτες που χιλιάδες κόσμου πέρασαν στο κάποτε μαγαζί του, το Χοροστάσιο. Ακόμα και όταν ένα αχνό χαμόγελο σχηματιστεί στα χείλη του είναι θέμα χρόνου να επιστρέψει στη βάση του. Στη θλίψη απ’ όπου ξεκίνησε. Ο Κώστας δεν είναι καθόλου τυχαίος. Και αυτό δεν είναι ένα λεκτικό σκούντημα για να πάρει κουράγιο τώρα που ίσως διαβάζει αυτές τις γραμμές. Από τη δεκαετία του 1980, όταν άνοιξε το Μετρό (το θυμάσαι;), συνεργάστηκε με καλλιτέχνες σαν τον Παύλο Σιδηρόπουλο και, για πολλές σεζόν, με τον Τζίμη Πανούση. Ήταν μια περίοδος που όλοι ήθελαν να συνεργαστούν μαζί του. Που αν κατάφερναν να παίξουν στο μαγαζί του, η καριέρα τους θα άλλαζε. Θα έπαιρνε μπόνους σεβασμού από το κοινό. Κάποια στιγμή ο Κώστας αποφάσισε να ανοίξει το Χοροστάσιο. Το τελευταίο μαγαζί που θυμάμαι σαν στέκι μου. Δεν ήταν τόσο η μουσική που με τραβούσε εκεί. Η διακόσμηση και η γειτονιά που βρισκόταν με μαγνήτιζαν. Ήταν το πρώτο κλαμπ που φτιάχτηκε στην περιοχή πέριξ της Πλατείας Κλαυθμώνος, πολύ κοντά στην πλατεία Καρύτση. Στα μακρινά 90′έφυγα πολλά φορές λιώμα από το εστιατόριο που λειτουργούσε στο ισόγειο. Και στη γειτονική εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων έχω ξελογιάσει – έχω ξελογιαστεί από γυναίκες που έπαιξαν ρόλο στη ζωή μου. Δεν το λέω τυχαία αυτό. Είμαι σίγουρος πως εκεί έξω είστε πολλοί που σας έχει συμβεί το ίδιο. Το Χοροστάσιο αρχικά ήταν μια παρέα που έκανε το δικό της θαύμα στη νύχτα της Αθήνας. Ο Γιώργος Φακίνος ήταν ο d.j. του μαγαζιού. Η Μυρτώ Κοντοβά έτρεχε τις δημόσιες σχέσεις και ο Κώστας ήταν πανταχού παρών. Το Χοροστάσιο ήταν κάτι σαν παιδί του. Το άνοιξε, επένδυσε χρήματα για να στηθεί, ζούσε μέρα – νύχτα μέσα του. Σήμερα η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Ο Κώστας δεν σταματά να ελπίζει για το αύριο. Αυτό είναι ένα αληθινό στόρυ ενός ανθρώπου που τα έζησε όλα στο μάξιμουμ.
-Σε θυμάμαι από την περίοδο, μέσα δεκαετίας του 1990, που έλεγες ότι θέλεις να φύγεις από το Μετρό για ν’ ανοίξεις το Χοροστάσιο. Το Μετρό ήταν η πρώτη σου δουλειά στη νύχτα;
-Όχι, ήταν το Καφεθέατρο της οδού Κοδριγκτώνος. Εκείνη την περίοδο παρακολουθούσα στενά το θέατρο. Έπαιρνα μαθήματα στη σχολή Βεάκη. Mε είχε συνεπάρει ο κόσμος των παραστατικών τεχνών. Μαζί με τον φίλο μου τον Γιώργο Νικολαΐδη ανοίξαμε το Καφεθέατρο Αρλεκίνος στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Κάναμε καλές και κακές παραστάσεις. Υπήρξε κόσμος που έβλεπε με καλό μάτι την προσπάθειά μας. Μέχρι και η Μελίνα με τον Ντασέν είχαν περάσει από το μαγαζί. Κάποια στιγμή μας επιχορήγησαν και λίγο αργότερα μετά από καβγάδες, γερούς καβγάδες, αποφασίσαμε Γιώργος και εγώ να το διαλύσουμε. Κράτησα τον χώρο. Έκανα παραγωγές που με έβαζαν μέσα, όμως για καλή μου τύχη συνεργάστηκα με τον Βαγγέλη Γερμανό. Εκείνος με έσωσε. Είχε μόλις κυκλοφορήσει τα Μπαράκια. Είχε “ρεύμα” ικανό να γεμίσει το μαγαζί με κόσμο για τέσσερις εβδομάδες. Να ‘ναι καλά γιατί άκουσα πως έχει τρεχάματα με την υγεία του.
-Μετά τις εμφανίσεις του Βαγγέλη Γερμανού τι έγινε;
-Ένα μπαμ δύσκολο να περιγράψω. Είχα φτιάξει μια μουσική σκηνή πριν καν καθιερωθεί ο όρος. Στο υπόγειο που λειτουργούσε το Καφεθέατρο έκλεισα εμφανίσεις καλλιτεχνών σαν του Δήμου Μούτση, της Λένας Πλάτωνος, της Αρλέτας, του Λάκη Παπαδόπουλου. Από τον θεατρικό πειραματισμό είχαμε γίνει σημείο της μουσικής Αθήνας που όλοι ήθελαν ν’ ασχοληθούν μαζί του.
-Και μετά;
Μετά, στο φινάλε των 80’s, βρήκα το παλιό σινεμά που στήθηκε το Mετρό. Το νοίκιασα και μετά ξήλωσα ό,τι βρήκα μέσα του. Το ανακαίνισα ολόκληρο. Λίγο πριν είχα ήδη δει τον Πανούση στο Κύτταρο και είχα πάθει την πλάκα μου. Ο τύπος ήταν πολύ μπροστά. Θέλησα να ξεκινήσω το Μετρό μ’ εκείνον. Πάση θυσία με εκείνον. Όταν το μαγαζί ήταν έτοιμο τον πήρα τηλέφωνο. Απογοητεύτηκα. Μου είπε πως έχει κλείσει άλλου, σε ένα θέατρο. Όμως μετά από λίγες μέρες η γυναίκα του μου τηλεφώνησε λέγοντας “Χάλασε η δουλειά και ο Τζίμης είναι διαθέσιμος να εμφανιστεί στο μαγαζί σου. Να περάσει από εκεί να τα πείτε;” Το πράγμα έδεσε εύκολα. Συνεργάστηκα με τον Τζίμη για έντεκα χρόνια. Ο Τζίμης, σαν άνθρωπος, δεν είχε σχέση με τον Τζίμη της σκηνής. Στη σκηνή γνώριζε πώς να κρατά το “μέτρο”. Ήταν ευφυής, εύστοχος, καυστικός, προκλητικός. Τον εκτιμούσα πολύ.

Ο Κώστας Τσατσούλης σήμερα επιστρέφει στο παρελθόν του. Υπάρχουν στιγμές  που θα ήθελε να έχουν πάει διαφορετικά

 -Και ο Παύλος Σιδηρόπουλος;
-Φρόντιζα να παίζει στο Μετρό πάντα μετά το Πάσχα, στο φινάλε της σεζόν. Σκεφτόμουν πως και να έσπαγε το Μετρό η σεζόν θα τέλειωνε και θα είχα χρόνο να το έστηνα ξανά από την αρχή. Δεν θα ξεχάσω τη βραδιά που ο Παύλος είχε ανέβει στη σκηνή και διάβαζε ποιήματα. Είχε ανοίξει έναν σάκο και από μέσα του έβγαζε χειρόγραφα κείμενα που τα διάβαζε στο κοινό. Το πράγμα πρέπει να κράτησε μια, μιάμιση ώρα. Οι μουσικοί είχαν κατασπαστεί. Το κοινό άρχισε να δυσφορεί. Κάποια στιγμή ο Παύλος τα “πήρε”. Από την τσάντα του έβγαλε ένα μάτσο πεντοχίλιαρα. Τα πετάξε στους μουσικούς λέγοντας “Άντε γαμηθείτε ρε, για τα λεφτά τα κάνετε όλα”. Και μετά γύρισε στον κόσμο λέγοντας “δεν θέλω να σας ξαναδώ”. Το πράγμα φούντωνε και εγώ φοβήθηκα πως θα έσπαγαν τα πάντα. Κάποια στιγμή οι μουσικοί με τον Παύλο έφυγαν τσακωμένοι για τα παρασκήνια. Το κοινό άρχισε να πετά κουτάκια μπύρες στη σκηνή. Έπρεπε να είμαι ψύχραιμος για να μην γίνει χαμός. Μπούκαρα στα καμαρίνια και είπα στους μουσικούς. Θέλω πέντε λεπτά ηρεμία. Είστε επαγγελματίες, πρέπει να κάνετε τη δουλειά σας. Ο Παύλος δεν ήταν παρών. Όταν τον βρήκα του είπα πρέπει να βγεις στη σκηνή δεν γίνεται αλλιώς. Μου απάντησε “Πες στους μαλάκες πως σε πέντε λεπτά θα παίξουμε κανονικά”. Αυτό έπρεπε να το ανακοινώσω και στο κοινό. Πως η συναυλία θα ξεκινούσε σε λίγο. Δεν τόλμησα να ανέβω στη σκηνή ολόκληρος. Απλά έβγαλα το κεφάλι και είπα πως παιδιά η συναυλία θα γίνει. Αυτό ήταν. Η οργή έγινε επιφωνήματα χαράς και χειροκροτήματα. Ο Παύλος βγήκε ξανά στη σκηνή όπως μου είχε υποσχεθεί. Και έδωσε το καλύτερο live που έγινε ποτέ στο “Μετρό”. Ήταν ένας ροκ σταρ.

Ο Κωνσταντίνος Β έπαιξε μουσική στο Χοροστάσιο εκείνες τις Τετάρτες που το κλαμπ προσκαλούσε καλλιτέχνες να διαλέξουν μουσική ως D.J.s

-Κάποια στιγμή αποφάσισες να εγκαταλείψεις το Μετρό για να φτιάξεις το Χοροστάσιο. Τι θυμάσαι από εκείνη την περίοδο;
-Κοίτα, σιχάθηκα τους καλλιτέχνες. Ήθελαν τα πάντα δικά τους. Όλα για την πάρτη τους. Το Μετρό δεν είχε τη λογική των μαγαζιών κατηγορίας “μεγάλη πίστα”. Τα έσοδα ήταν τα εισιτήρια και τα ποτά που πουλούσαν τα μπαρ. Οι καλλιτέχνες όμως μου ζητούσαν έξτρα φώτα, ρομποτικά, έξτρα το ένα, έξτρα το άλλο χωρίς όμως να έχουν υπ’ όψιν τους πώς τελικά μια παράσταση θα μπορούσε να είναι κερδοφόρα. Κάποια στιγμή για να επιβιώσει ο χώρος μπήκα και στις παραγωγές συναυλιών, τηλεοπτικών εκπομπών, φεστιβάλ. Οργάνωσα τις περιοδείες του Παύλου, του Σαββόπουλου το ένα, το άλλο. Για τον Σαββόπουλο πήγα δύο φορές στον ανακριτή για κατάθεση.
-Γιατί;
Αν θυμάμαι καλά κάποια, ήταν εκείνη η στιγμή που ο Σαββόπουλος αποχώρησε από εκπομπή του Τριανταφυλλόπουλου λέγοντας “είστε μια κουράδα με βύσσσινο, αποχωρώ”. Ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που ο Τριανταφυλλόπουλος και άλλοι δημοσιογράφοι τότε μας έστησαν στον τοίχο άδικα. Με πήρε και μένα η μπάλα ως παραγωγό. Έβγαλε ένα ρεπορτάζ για τον Σαββόπουλο που υποστήριζε πως είχαμε φάει τα λεφτά του ελληνικού λαού για κάτι εκπομπές που κάναμε στην ΕΡΤ. Το άκουσαν αυτό οι εισαγγελείς και άρχισαν να το ψάχνουν. Δικαστήκαμε και αθωωθήκαμε αλλά κανείς δεν το έγραψε αυτό. Με τον Διονύση κάναμε μια τηλεοπτική παραγωγή που ταξιδεύαμε σε ακριτικά σημεία της Ελλάδας κάνοντας μια απαιτητική εκπομπή. Για τα ταξίδια χρησιμοποιούσαμε ελικόπτερα του Ελληνικού Στρατού. Εκείνη η εποχή που σου περιγράφω μου κόστισε δύο εγχειρήσεις κήλης. Α…θέλω να σου πω κάτι ακόμα, από τους καλλιτέχνες που ποτέ δεν σταμάτησα να εκτιμώ και θέλω να το γράψεις αυτό, είναι η Έλλη Πασπαλά. Κυρία ρε παιδί μου με γράμμα κεφαλαίο. Στις συναυλίες που έκανα μαζί της, αν μπαίναμε μέσα οικονομικά, έβγαζε η ίδια λεφτά για να πληρώσει την παραγωγή. Ήταν η μοναδική από τους καλλιτέχνες που συνεργάστηκα και στάθηκαν δίπλα μου ακόμα και στη χασούρα.

Ο Γιώργος Φακίνος ήταν ο βασικός D.J. στο Χοροστάσιο

– Κάποια στιγμή στα μέσα της δεκαετίας του 1990 άνοιξες το Χοροστάσιο.
– Μιλάς για την πρώτη φορά που είδα χρήματα, αληθινά χρήματα, να μπαίνουν στην τσέπη μου. Ήταν το κλαμπ που άνοιξε στο κέντρο της Αθήνας. Τη διακόσμησή του ανέλαβε ο Μανώλης Παντελιδάκης. Παρακολουθώντας τον να φτιάχνει το Χοροστάσιο αισθάνθηκα πως η δουλειά του Μανώλη αναβάθμιζε και τη δική μου αισθητική. Το όλο πράγμα άρχισε να το δουλεύει μια παρέα με τρομερό κέφι. Η Μυρτώ έστηνε το σκηνικό. Και ο Γιωργάκης ο Φακίνος είχε άποψη για τη μουσική. Ο Γιώργος είναι άνθρωπος με αρχίδια ρε παιδί μου, δεν έχει μόνο φρύδια σαν τον τύπο που τρέχει τώρα στο Χοροστάσιο.
-Μετά από τόσες παραγωγές με καλλιτέχνες επιμένεις να λες πως μόνο στο Χοροστάσιο κατάφερες να κερδίσεις…
Από τους κάποτε συναδέλφους που κάναμε συναυλίες μόνο ένας κατάφερε να κερδίσει χρήματα. Να φτιαχτεί. Και λένε πως αυτό έγινε κατακλέβοντας καλλιτέχνες και συνεργάτες του. Μια φορά είχε περάσει και από το μαγαζί μαζί με ένα γκρουπ από το εξωτερικό που είχε κλείσει να παίξει στην Αθήνα. Δεν τους είχαμε καλέσει, μόνοι τους ήρθαν. Έπιναν – έπιναν και κάποια στιγμή, αφού ήπιαν όλο το μπαρ , έφυγαν σαν να μην έτρεχε τίποτα. Απλώς έφυγαν χωρίς να μπουν στον κόπο να πληρώσουν. Τους πήρα τηλέφωνο λέγοντας “Θα σας παρακαλούσα να μην έρθετε στο μαγαζί ξανά. Δεν αξίζει τον κόπο να σας ξαναδώ.”
-Με τον Φακίνο πώς συναντηθήκατε;
-Θυμάσαι ένα μαγαζί το “Μεταλλείο”; Ο Γιώργος έπαιζε εκεί. Τον άκουσα, μου άρεσε πολύ, του πρότεινα να συνεργαστούμε. Η Μυρτώ (Κοντοβά) ήταν φίλη της κοπέλας που εκείνη την περίοδο ήμασταν μαζί.
-Τον χώρο του Χοροστάσιου πως τον βρήκες;
Τον είχα σταμπάρει από την εποχή που είχα το Καφεθέατρο. Ήταν μια εποχή που η ΔΕΗ μάς έκοβε συχνά το ρεύμα γιατί δεν είχαμε χρήματα να πληρώσουμε τους λογαριασμούς. Πήγαινα στα γραφεία της για τους διακανονισμούς. Για να πάω στη ΔΕΗ πέρναγα από το Χοροστάσιο. Το κτήριο μου άρεσε. Ήταν παρατημένο, εμένα όμως μου έλεγε κάτι. Το είχα φανταστεί ως πολυχώρο. Εστιατόριο στο ισόγειο. Κλαμπ στον πρώτο και δεύτερο όροφο. Μαγαζί στον τρίτο. Για να φτιάξω το μαγαζί χρειάστηκαν κάπου στα 250 εκατομμύρια δραχμές. Πλήρωνα πέντε εκατομμύρια το μήνα σε επιταγές. Το πράγμα όμως πήγε από την πρώτη στιγμή. Κάποια στιγμή είχαμε φτάσει τα Σάββατα να δουλεύουν 55 άτομα στο χώρο. Κατάφερα να ξεχρεώσω τα πάντα σε δύο χρόνια. Και η επιτυχία, το ξαναλέω αυτό, οφείλεται σε όλη την ομάδα και κυρίως στον Γιώργο Φακίνο που του οφείλω πολλά. Θυμάμαι ήταν Πάσχα και όλοι ψαχνόμασταν να φύγουμε από την Αθήνα. Ήταν ο μόνος της παρέας που δέχτηκε να μείνει πίσω. Έφυγα για λίγες μέρες και όταν γύρισα είδα το κλαμπ να σφύζει από κόσμο. Έπαιζε τη μουσική που του άρεσε και το κοινό την είχε αγκαλιάσει. Τότε αποφασίσαμε να βγάλουμε τα τραπέζια που είχαμε στο μαγαζί. Το πράγμα πήγαινε μόνο του. Το Χοροστάσιο έπρεπε να γίνει ένα αμιγώς κλαμπ.

Από την εποχή που γίνονταν το αδιαχώρητο στο κλαμπ του Κώστα. Μέσα δεκαετίας του 1990

 -Θυμάμαι όταν πρωτοξεκίνησε το Χοροστάσιο είχατε βάλει τις Τετάρτες να κάνουν τα d.j. σετ γνωστοί άνθρωποι της μουσικής και του θεάτρου.
-Ήταν μια πολύ καλή ιδέα που δεν πήγε όσο καλά φανταζόμασταν. Σ’ εκείνες τις βραδιές έπαιξε μουσική ο Κωνσταντίνος Β., ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, ο Φίλιππος Σοφιανός. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Αλκίνοο να παίζει μουσική στο μαγαζί. Είχε τρελό άγχος. Νομίζω έπαιξε ως d.j. Δύο φορές. Έτρεμε. Τη δεύτερη φορά μού είπε “άσε με να παίξω λάιβ. Θα είναι πιο εύκολο για μένα από το να κάνω των d.j.”
-Από τους καλεσμένους d.j. που περάσαν από το μαγαζί σου ποιος σου έμεινε αξέχαστος;
-O Μπράιαν Μόλκο. Ναι, ο τραγουδιστής των Placebo. Ο Φακίνος είχε οργανώσει το όλο πράγμα. Ο Μόλκο μάς είχε ζητήσει ένα σωρό πράγματα. Δύο φουσκωτούς να τον ακολουθούν παντού. Και σεκιούριτι να παρακολουθεί τον κόσμο μπας και γίνει κάτι. Από τη στιγμή που έφτασε στο κλαμπ μέσα σε ένα δεκάλεπτο μιλούσαμε σαν φίλοι. Όλη εκείνη η ασφάλεια που είχε ζητήσει ήταν απλά διακοσμητική. Ήταν ανοιχτός με τον κόσμο. Ήταν φιλικός με όλους.
-Είχατε φωνάξει και τον Mani από τους Stone Roses που τότε έπαιζε στους Primal Scream.
-Ναι είχε κάνει το δικό του d.j. σετ στο Χοροστάσιο. Ο Μόλκο όμως θα μείνει αξέχαστος. Ξοδέψαμε πολλά για να τον φέρουμε εδώ, ήταν ένα δώρο στον κόσμο που στήριζε το μαγαζί.
-Μια φορά περνώντας από το Χοροστάσιο είδα και τον Moby.
-Ναι. Δεν τον είχαμε καλέσει. Είχε συναυλία στο Ρόδον και μετά πέρασε από το μαγαζί. Δεν ήμουν εκεί όταν ήρθε. Έφτασα λίγο αργότερα και το παιδί στην πόρτα μου είπε πως ο Moby ήταν μέσα. Οταν τον είδα απόρησα. Ένας μικρούλης, διακριτικός άνθρωπος με απίστευτη ενέργεια στη μουσική.

Η Μυρτώ Κοντοβά και ο Κώστας Τσατσούλης κάποτε στο Χοροστάσιο

 -Τι άλλο θυμάσαι από εκείνη την εποχή;
-Κανονικά δεν πρέπει να το πω, όμως θα το κάνω. Θα μου μείνει αξέχαστη η απόλυτη αλητεία του κράτους. Δεν θεώρησα ποτέ τον εαυτό μου άνθρωπο της νύχτας. Έκανα δουλειές τη νύχτα αλλά ποτέ δεν με απορρόφησε. Πέρναγαν μπράβοι από το μαγαζί και μου έλεγαν το ένα και το άλλο. Κωμικοτραγικές καταστάσεις. Πολλές τις είπα στη Μυρτώ (σ.σ. Κοντοβά) και τις περιέλαβε στο σήριαλ που έγραψε. Πέρναγαν κάτι τύποι και έλεγαν πως είναι οι Λευτέρηδες με το όνομα. Μήνας έμπαινε, μήνας έβγαινε και αυτοί ερχόντουσαν στο μαγαζί ζητώντας το ένα και το άλλο. Κάποια στιγμή μπαΐλντισα. Πήρα ένα φίλο για να κανονίσει το θέμα. Το έκανε και μετά μου είπε σου έφερα το λογαριασμό των υπηρεσιών μου. Πέσε τα χρήματα τώρα. Μπαινόβγαιναν άνθρωποι που δεν είχα ποτέ φανταστεί πως θα μιλούσα μαζί τους. Τον μεγαλύτερο όμως εκβιασμό τον έκανε το κράτος. Το ΣΔΟΕ. Έμπαινε στο μαγαζί και κοπανούσε πρόστιμα. Οκτώ εκατομμύρια μια φορά. Κάτι λιγότερα τις άλλες. Μετρούσαν τα κεφάλια των ανθρώπων που ήταν στο μαγαζί και πάντα το νούμερο ήταν μεγαλύτερο από όσοι τελικά ήταν στο Χοροστάσιο. Τα εξήντα άτομα τα έβγαζαν 140. Τα τριακόσια, τρεις χιλιάδες. Μια σεζόν είχαν περάσει οκτώ φορές. Εκείνη την περίοδο αναγκάστηκα να απευθυνθώ στο Υπουργείο Οικονομικών λέγοντας ρε παιδιά δεν αντέχω άλλο. Οκτώ φορές; Τελικά δεν βγάζεις ποτέ άκρη με το ελληνικό κράτος. Οι ελεγκτές είχαν γράψει πως πέρασαν στο μαγαζί λιγότερες φορές απ’ όσες πραγματικά είχαν περάσει. Η Ελλάδα των 90’s είχε λεφτά για πέταμα.
-Όλα αυτά τα χρόνια περάσαν πολλά χρήματα από τα χέρια σου. Τι τα έκανες;
-Κοίτα, είμαι παιδί φτωχής οικογένειας. Βγάζοντας χρήματα άρχισα να τα σπαταλάω δεξιά και αριστερά. Ταξίδια, γυναίκες, σπίτια, όπου μπορείς να φανταστείς. Πίστεψα πως τα χρήματα που έβγαζα τότε θα μπορούσα να τα βγάζω για πάντα. Έκανα λάθος. Ένα φρικτό λάθος. Έκανα ανακαινίσεις στο μαγαζί που κόστιζαν εκατομμύρια. Το πράγμα άρχισε να φθίνει από την Ολυμπιάδα και μετά. Εκείνο χρονικά το σημείο το Χοροστάσιο άρχισε να ζει την παρακμή του. Έβαλα συνεταίρο ένα μπάρμαν που είχα στο μαγαζί που έβαλε ψίχουλα και προσποιούνταν το καλό, τίμιο παιδί. Δεν έκανα συμφωνία μαζί του στα χαρτιά. Μου έφτανε ο λόγος του. Μαλακία μου. Με το ένα και με το άλλο κατάφερε να με διώξει από το μαγαζί που εγώ έφτιαξα δίνοντάς μου ψίχουλα. Κοίτα, αυτό που θέλω να πω είναι γνωστό σε όλους. Δεν υπάρχει ασφαλέστερος εχθρός από τους ανθρώπους που έχεις ευεργετήσει. Οι άνθρωποι που κατά καιρούς συνδέθηκα μου γύρισαν την πλάτη. Φταίω. Φταίω. Φταίω. Κανείς όμως δεν μπορεί να πει πως του φέρθηκα σκάρτα.

Ο Κώστας με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη όταν ο δεύτερος ως καλεσμένος του κλαμπ έπαιξε μουσική ως D.J.

 -Σε τι ελπίζεις τώρα;
Σε τίποτα. Ελπίζω πως θα ερωτευτώ. Πως θα σταθώ στα πόδια μου, πως θα φτιάξει η οικονομική κατάσταση. Θέλω να ξεμπλέξω από τα μαγαζιά. Έχω στο μυαλό μου πράγματα.
-Με τον αδελφό σου δεν συνεργάζεσαι; Κάνει ακόμα μουσικές παραγωγές ως επιχειρηματίας. Κάποτε τρέχατε μαζί το Μετρό;
Kαλύτερα να μην απαντήσω. Δεν θέλω. Άλλη ερώτηση έχεις;