της Σώτιας Παπαμιχαήλ //

Τους καλύτερους φίλους τους βρίσκεις μέσα στα βιβλία.

Αλκυόνη Παπαδάκη, Μια ατέλειωτη φυγή, Εκδόσεις Καλέντης. Μια ατέλειωτη φυγή ή μια ατέλειωτη βόλτα; Πες την όπως θες πάντως όλα τελειώνουν και για κάποιους τυχερούς στην αποβάθρα ενός σταθμού περιμένοντας το επόμενο τρένο.

Δευτέρα πρωί. Κέντρο Αθήνας. Αιόλου. Λίγο πριν τον καύσωνα. Είχα μέρες να κατέβω κι έψαχνα αφορμή.
«Πες μου ποιο είναι το τελευταίο βιβλίο που σου άρεσε;»
«Δύσκολη απάντηση. Δεν είναι ένα.»
«Διάλεξε έναν ήρωα που θα έκανες φίλο σου.»
«Έχω βρει μια καινούρια φίλη τις τελευταίες μέρες.»
«Πότε θα βρεθούμε να τη γνωρίσω;»
«Κατέβα κέντρο αύριο. Κερνάς όμως καφέ.»
Και καφεδάκι κέρασα και γλυκάκι κέρασα και τη βόλτα μου έκανα.
«Στην εμπιστεύομαι. Να την προσέχεις.»
«Θα γυρίσει άθικτη. Σελίδα δε θα τσακίσω.»
«Δεν εννοώ αυτό.»
«Ξέρω τι εννοείς. Θα προσέχω μία-μία τις λέξεις της και τις σκέψεις της.»
«Το ξέρω πως την αφήνω σε καλά χέρια.»

-Άφησα πίσω μου την Αιόλου και ξεκίνησα για το Θησείο. Πέρασα Ερμού, Πανδρόσου, Αδριανού κι έφτασα στο σταθμό. Το τρένο είχε καθυστέρηση λόγω τεχνικής βλάβης. Ευτυχώς δεν είχε πολύ κόσμο και βρήκα θέση σε ένα σκιερό παγκάκι. Στην αρχή βάλθηκα να παρατηρώ τον κόσμο. Βαρέθηκα γρήγορα. Έβαλα να ακούσω μουσική. Πολλά παράσιτα. Ώσπου γλίστρησε από την τσάντα μου το βιβλίο για το οποίο έιχα κατέβει. Το έπιασα σον αέρα, ανοιχτό στη σελίδα 133.

…Εγώ περιδιαβαίνω απλώς. Περιπατώ. Και πότε-πότε κάθομαι να κάνω κι ένα τσιγαράκι μ’ όποιον συναντώ στο διάβα μου. Για μένα δεν είναι τρόπος ζωής. Είναι τρόπος περιπλάνσης στην ατέλειωτη φυγή μου…

Το κλείνω και διαβάζω το εξώφυλλο, Αλκυόνη Παπαδάκη, Μια ατέλειωτη φυγή, Εκδόσεις Καλέντης. Κάθισα οκλαδόν πάνω στο παγκάκι. Άναψα τσιγάρο κι άνοιξα την πρώτη σελίδα. Οι συστάσεις έγιναν από τις πρώτες σελίδες. Πώς τα φέρνει η ζωή για κάποιους ανθρώπους. Το ξερίζωμα από τη μικρή αυλή με την ξύλινη καγκελόπορτα, από τη μητρική αγκαλιά, μια βαθιά ουλή στο στήθος το αριστερό, μια χαρακιά που δεν μαντάρεται με κανένα δώρο από την καινούρια οικογένεια. Χρειάζεται αγάπη βαθιά κι επουλωτική. Άντε βρες την. Και δεν τη βρήκε. Α, ξέχασα να σας πω το όνομά της. Μάγδα. Μαγδαληνή για τα δύσκολα. Βρήκε όμως τοίχους και πόρτες κλειστές. Μα ποιος μπορεί να σε σταματήσει αν δεν τον αφήσεις; Και συνέχισε τον περίπατό της και αντάμωσε φίλους, συνοδοιπόρους, κολλητούς. Τη Θένια και τον Πάνο, την Αλέκα και τη Νίνα, την Ουρανία, το Στάθη και ποιος ξέρει πόσους άλλους. Έκανε τα τσιγαράκια της μαζί τους, ήπιε τα τσιπουράκια της και τους άφησε να μπουν χωρίς να σκουπίσουν τα παπούτσια τους, στην ψυχή της. Δεν είχε βάλει χαλάκι στην πόρτα της, μόνο ένα μεγάλο καλώς ήρθατε. Έσπρωξαν την πόρτα και μπήκαν. Κι άνοιξαν τα τεφτέρια τους και ξεδίπλωσαν μαζί της το χθες για να φουντώσουν τα πανιά του σήμερα. Για το αύριο, ούτε λόγος. Θα έρθει μόνο του, όπως έρχεται πάντα για να γίνει σήμερα και πριν το προλάβεις χθες. Λίγο πριν το τέλος του βιβλίου, ήρθε η Μάγδα και κάθησε δίπλα μου.

-«Τσιγαράκι;»
«Θα πάρω, ευχαριστώ. Αγαπάς πολύ τους ανθρώπους, τους λερωμένους, τους τσαλακωμένους.»
«Είμαστε συγγενείς από καρδιάς. Δεν το διαλέγω. Με πάνε τα βήματά μου. Η Ουρανία ένα λουλούδι που ανθεί μόνο με αγάπη κι ο Πάνος ψάχνει τη δύναμη να ζήσει την αγάπη. Η Νίνα, η Θένια… όλοι και όλα για την αγάπη. Συγγενείς σου λέω.»
«Κι εσύ αυτήν ψάχνεις;»
«Κι εγώ έτρεχα πίσω της, για καιρό. Είχα όμως τρύπια απόχη κ η πετάλουδα το έσκαγε κάθε τρεις και λίγο.»
«Κι εδώ τι κάνεις με τη βαλίτσα σου;»
«Είπα να κάνω ένα ταξιδάκι.»
«Για πού με το καλό;»
«Δεν ξέρω ακόμα.»
Είχε νυχτώσει. Η βλάβη είχε αποκατασταθεί από ώρα. Να σου και το τρένο.
«Δε θα ’ρθεις;»
«Όχι.»
Και πήρε τη βαλίτσα της και πήγε σε μια γωνιά της αποβάθρας. Μόνη.
«Έχω κάνει μια ευχή. Ελπίζω σήμερα να βγει αληθινή. Τα λέμε.»
«Πότε;»
«Φώναξε Μάγδα και θα τρέξω.