Από τον Γιάννη Παναγόπουλο //

Κάθε νύχτα, όταν κλείνει τα φώτα του μπαρ «Αστάρτη», ο Λευτέρης περιμένει τη στιγμή που θα τα ξανανοίξει. Δεν είναι ένα απλό χτύπημα σε διακόπτη. Είναι το «κλικ» της έναρξης και το κλικ της λήξης μιας βραδιάς στη Φολέγανδρο.

Κάθε νύχτα, όλα τα καλοκαίρια, όταν η ώρα έχει περάσει και κάποιος του ζητά να παίξει ένα τελευταίο τραγούδι, εκείνος απαντώντας «Δεν γίνεται φίλε, πρέπει να κλείσω. Αύριο πάλι» είναι σαν να λέει «Ναι» με τον τρόπο του. Και στο φινάλε κάθε καλοκαιριού, όταν τo «Αντίο, θα τα ξαναπούμε» που του λένε οι επισκέπτες του νησιού δεν είναι μόνο λέξεις αλλά ολόκληρο σύμπαν, γνωρίζει πως το επόμενο, το πρώτο πράγμα που θα κάνουν όταν ξαναφτάσουν εκεί είναι να περάσουν από το μαγαζί του. Στην «Αστάρτη» μάλλον παρήγγειλες ρακομέλο. Σίγουρα, μέσα ή έξω από αυτή, φλέρταρες. Εννοείται μέθυσες. Ίσως είπες «Γιατί σε λίγο έρχεται μέρα;». Σίγουρα, τον Αύγουστο σπάστηκες που για να παραγγείλεις ποτό θυμήθηκες πώς είναι να περιμένεις σε ουρά δημόσιας υπηρεσίας. Σίγουρα δεν την βαρέθηκες ποτέ. Ο Λευτέρης, τώρα, είναι πίσω από την μπάρα. Από την πόρτα του μπαρ του βλέπει την κεντρική πλατεία του νησιού. Σε λίγο θα γεμίσει κόσμο. Είναι ν’ απορείς πώς μια σταλιά χώρος χωρά τα «πάντα» χιλιάδων χρόνια τώρα, κάθε καλοκαίρι.

Το μπαρ του Λευτέρη

Το μπαρ του Λευτέρη.

-Ο Λευτέρης γεννήθηκε στη Φολέγανδρο. Και το σόι του από εκεί είναι. Δοκίμασε να μείνει στην Αθήνα. Δεν τα κατάφερε. Το στόρυ του δεν διαφέρει πολύ από εκείνα που έχουν άλλοι νησιώτες και δεν αλλάζει συνεχίζοντας, λέγοντας: «Πριν ανοίξω την Αστάρτη ταξίδευα. Δούλεψα σε δύο κρουαζιερόπλοια. Μπάρκαρα στα 18. Αρχικά έκανα διάφορες δουλειές. Αλλά το μάτι μου πάντα έπαιζε στα μπαρ των βαποριών. Στο πρώτο, κάποια στιγμή έπιασα τον μετρ. Του είπα: «Νομίζω πως μπορώ να τα καταφέρω στο μπαρ». Είπε πως όταν κάποιος από το πόστο που ήθελα να πάω έφευγε, θα με δοκίμαζε. Έτσι και έγινε. Στην αρχή πήγα στη λάντζα. Κάποια στιγμή έγινα μπάρμαν. Το όλο πράγμα ήταν μεγάλο σχολείο. Οι άνθρωποι ερχόντουσαν στο μέρος μας να μιλήσουν, να χαμογελάσουν, να πιουν κάτι, να χαλαρώσουν. Τα χρόνια περνούσαν. Ας πούμε πως ξαναπάτησα στεριά όταν ο πλοιοκτήτης πούλησε το δεύτερο κρουαζιερόπλοιο που δούλευα. Θυμάμαι όλοι έλεγαν: «Άντε να φύγουμε από εδώ» και εγώ έλεγα: «Θέλω να κάτσω». Το μπαρ, ό,τι είχε σχέση μαζί του, μου άρεσε πολύ».

-Και όταν έπιασες στεριά επέστρεψες στη Φολέγανδρο ;

-Όχι ακριβώς. Πρέπει να ήταν 1988 ή 1989 όταν με άλλους από το νησί συναντηθήκαμε στην Αθήνα. Ο ένας ρωτούσε τον άλλο: «Σου αρέσει εδώ;». Στη σούρα μας είπαμε μία μεγάλη αλήθεια. Πως δεν μας άρεσε η πόλη. Αποφασίσαμε να επιστρέψουμε στη Φολέγανδρο. Ν’ ανοίξουμε κάτι. Το νησί έπαιρνε τα πάνω του τουριστικά. Και εμείς σκεφτήκαμε πως θα ήταν καλή ιδέα να κάνουμε κάτι που να έχει σχέση με τον τουρισμό. Το 1989 άνοιξαν τέσσερα μαγαζιά. Και το δικό μου ήταν ένα από αυτά. Δεν το έλεγαν Αστάρτη. Το έλεγαν Vegera. Κράτησε 2 χρόνια. Είχε φαγητό και ποτό. Δούλευα χειμώνα-καλοκαίρι. Με έσκασε.

-H Vegera ήταν στο σημείο που είναι σήμερα η Αστάρτη;

-Στο σημείο που είναι σήμερα η Αστάρτη τότε ήταν κάτι παιδιά που πουλούσαν μπλουζάκια. Κάποια στιγμή αποφάσισαν να φύγουν. Να συνεχίσουν τη δουλειά τους σε άλλο νησί. Έμαθα πως ο χώρος ήταν άδειος ενώ βρισκόμουν στην Αθήνα. Ήμουν με τον Τάκη που έχει την «Πούντα» (σ.σ. άλλο μαγαζί στη Φολέγανδρο) και μπεκροπίναμε στον «Λώρα» στην Πλατεία Μαβίλη, όταν τον ρώτησα «Θέλεις να κατέβουμε στο νησί και να κάνουμε τον Λώρα της Φολεγάνδρου;». Μου απάντησε: «Άσε τις συνεργασίες. Βγες μπροστά μόνος. Μπάρμαν είσαι. Μπάρμαν θα μείνεις. Αυτό σ’ αρέσει. Αυτό θα κάνεις». Μού άρεσε πολύ το σημείο που ήταν το μαγαζί. Σ’ όλη τη γη κάθε πλατεία θέλει το μπαρ της. Και η πλατεία του νησιού μου δεν είχε μπαρ. Ξανακατέβηκα στη Φολέγανδρο για να κάνω κάτι δικό μου. Είπα πως ήθελα να διεκδικήσω αυτό που αγαπάω για μια ακόμα φορά.

Καλοκαίρι-2006.-Ευτυχία-Μανώλης-Χρυσάνθη-Μαριανα-Λευτερης

Καλοκαίρι 2006. Ευτυχία, Μανώλης, Χρυσάνθη, Μαριάνα, Λευτέρης.

-Και τελευταία;

– Πού να το ξέρω αυτό; Ξέρω όμως πως ετοιμάζοντας το μαγαζί πέρασα υπέροχα. Η Αστάρτη άνοιξε την πρωτομαγιά του 1993. Τότε στη δισκοθήκη μου δεν υπήρχε ελληνική μουσική. Μπορεί να είχα ένα άλμπουμ του Παπάζογλου και ένα της Αρβανιτάκη αλλά ως εκεί. Τότε μου άρεσε να παίζω αγγλόφωνες μπαλάντες. Δεν μου πήγαινε να κάνω φασαρία. Κάποια στιγμή τον επόμενο χειμώνα σκέφτηκα πως θα μπορούσα να βάζω ελληνική μουσική. Δεν γνώριζα πολλά για την αφεντιά της αλλά ήξερα από πού να ξεκινήσω. Βούτηξα στη δισκογραφία του Χατζιδάκι και μαγεύτηκα. Το επόμενο καλοκαίρι ο «Μεγάλος Ερωτικός» έλιωνε από παίξιμο. Ο κόσμος με ρωτούσε «Μα τι μουσική είναι αυτή;» Τους έλεγα ελληνική. Δεν το πίστευαν. Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη και για εκείνους και για μένα. Ήταν επόμενο να συνεχίσω να ψάχνω περισσότερα γύρω από το ελληνικό ρεπερτόριο που μου άρεσε. Άκουσα όσα δεν είχα ακούσει τόσα χρόνια πριν. Για παράδειγμα, Μάλαμα και την «Ανδρομέδα» του Θανάση (σ.σ. Παπακωνσταντίνου). Μπήκα σ’ ένα απίστευτο τριπ ψάχνοντας ελληνική μουσική. Στον κόσμο άρεσαν οι επιλογές μου. Άρχισαν να γίνονται κάτι γλεντάκια στην Αστάρτη. Το ένα έφερνε το άλλο. Και σιγά–σιγά κατάλαβα πως ο χώρος μου είχε γίνει σημείο συνάντησης.

– Πώς διάλεξες το Αστάρτη;

-Ένας φίλος που με βοήθησε να στήσουμε το μαγαζί ήταν Σύριος. Στη Φολέγανδρο ζει. Κάποια στιγμή μου είπε πως η διαρρύθμιση του χώρου έπρεπε να θυμίζει περιστερώνα. Συζητούσαμε για το όνομα που θα έπαιρνε το μπαρ και όταν φτάσαμε στο Αστάρτη θυμάμαι πως μου άρεσε, αλλά μου ακουγόταν εξεζητημένο. Στους φίλους δεν ακουγόταν άσχημα. Πήρα την απόφαση του ονόματος  όταν τυχαία διαβάζοντας εκείνη την εποχή ένα βιβλίο έγραφε σε μια παράγραφο κάτι σαν: «Το Περιστέρι εμφανίστηκε μπροστά στην Αφροδίτη και της είπε είμαι η Αστάρτη» . Μια θεά που λερώνεται παγκοσμίως με διάφορα ονόματα. Έτσι έγινε το πράγμα.

-Και το ρακόμελο πώς έκατσε; Η Αστάρτη σου είναι γνωστή σ’ όλο το Αιγαίο γι’ αυτό.

-Το ρακόμελο προσγειώθηκε τρία χρόνια μετά το άνοιγμα του μαγαζιού. Ουσιαστικά μού το επέβαλαν κάτι επισκέπτες της Φολεγάνδρου. Μέχρι εκείνη τη στιγμή έφτιαχνα μαργαρίτες και άλλα κοκτέιλ, έβαζα ποτά. Κάποια στιγμή έφτασαν κάτι τύποι και μου ζήτησαν ρακόμελα. Νόμιζα πως θα ξεμπέρδευα εύκολα λέγοντάς τους: «Συγνώμη παιδιά δεν, έχω σχέση με αυτό που ζητάτε». Έκανα λάθος. Την επόμενη μέρα έφτασαν στο μαγαζί με όλα τα υλικά. Γκαζάκι, μέλι, ρακί. Τους έφτιαξα ό,τι ήθελαν να πιούν. Το όλο πράγμα φούντωνε σιγά–σιγά. Ο κόσμος ερχόταν στο μαγαζί για να πιει ρακόμελο. Όταν έλεγαν «Φτιάξε μου πέντε. Ή φτιάξε μου μια κανάτα», κατάλαβα πως έπρεπε να βάλω δίσκους για να παίρνουν τις παραγγελίες τους. Μία παλάμη μπορεί να κρατήσει δύο ποτήρια μάξιμουμ. Και μου ζητούσαν πολλά περισσότερα. Ο χρόνος περνούσε. Στην πορεία, εκείνο το μικρό γκαζάκι που μου είχαν κάνει κάποτε δώρο για να φτιάχνω ρακόμελα, αντικαταστάθηκε από μικρό καζάνι.

Κόσμος έξω από την Αστάρτη

Κόσμος έξω από την Αστάρτη.

-Πότε κατάλαβες πως το μαγαζί σου είναι σημαντικό για τους επισκέπτες του νησιού;

-Κάθε μέρα το καταλαβαίνω. Και μου αρέσει που ο κόσμος αισθάνεται οικεία με τον χώρο μου, με μένα. Δεν ξέρω τι να πρωτοθυμηθώ. Πως παιδιά, φτάνοντας από τον Πειραιά στη Φολέγανδρο, ερχόντουσαν με τις βαλίτσες κατευθείαν στην Αστάρτη λέγοντας: «Ρε Λευτέρη στο καράβι είχαμε ένα άγχος. Αν θα προλαβαίναμε το μαγαζί σου ανοιχτό». Όλα αυτά τα χρόνια έχω πάρει αγάπη. Τόση αγάπη που ξεπέρασε τις προσδοκίες μου. Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ πως ένα μικρό μπαράκι θα έδινε τόσα πολλά. Ποτέ κανείς δεν μάλωσε στο μαγαζί μου και παινεύομαι γι’ αυτό. Και ποτέ δεν είδα τους ανθρώπους που έρχονται εδώ με βάση την καταγωγή τους, το κοινωνικό τους επίπεδο. Στην «Αστάρτη» δεν θα υπάρξει ποτέ «Reserve». Όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι. Όλοι οι καλοί χωρούν.  Και ποτέ δεν θ’ αλλάξω την μουσική που παίζω. Ο κόσμος, ο μικρός ο μέγας ρε παιδί μου. Για μένα κάθε μέρα στο μαγαζί είναι σαν να είναι η πρώτη μέρα που το άνοιξα. Έτσι θέλω να μείνει.