γράφει η Σώτια Παπαμιχαήλ //

Πώς θα σας φανόταν, αν μπορούσατε να ταξιδέψετε πίσω στο χρόνο για να παρευρεθείτε σε ένα δείπνο, στις αρχές του εικοστού αιώνα; Ένα δείπνο από αυτά που έχουμε ζηλέψει σε ταινίες και βιβλία, με σκαλισμένα κηροπήγια στο κέντρο, πορσελάνινα πιάτα, γεμάτα εντυπωσικά εδέσματα και άφθονο κρασί σε κολωνάτα ποτήρια. Σε δείπνο, λοιπόν, μας προσκαλεί ο ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ με το βιβλίο του ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΤΡΑΠΕΖΙΤΗΣ, εκδόσεις οξύ, εν έτει 1922. Στο τραπέζι μας κάθεται ένας επιφανής οικονομικός παράγοντας και πανίσχυρος τραπεζίτης που έχοντας τελειώσει και το επιδόρπιο, ανάβει το πούρο του, για να το απολαύσει με ένα ποτήρι κρασί.

Δίπλα του κάθεται ένας φίλος που προσπαθεί να ξαναζωντανέψει την κουβέντα τους τολμώντας μια ερώτηση:

«Είναι αλήθεια ότι παλαιότερα ήσαστε αναρχικός;»
«Ήμουν και παραμένω.»
«Μα τι μου λέτε! Εσείς αναρχικός! Από πού κι ως που;…»

…Από την πρώτη νιότη. Από τότε που δούλευε ως εργάτης και ζούσε δύσκολα. Ένας από τους πολλούς αυτού του κόσμου. Μόνο που ρωτούσε, διάβαζε, μάθαινε κι έκανε τη δυσαρέσκεια για τη μοίρα του, επανάσταση ενάντια στην αδικία. Ο τραπεζίτης έλεγε-έλεγε κι ο φίλος του δεν πίστευε στα αυτιά του. «Μα εσείς αναρχικός;» ρωτούσε και ξαναρωτούσε. Ναι, εκείνος γιατί γρήγορα κατάλαβε πως ο άνθρωπος θα μπορούσε να υπάρχει ελεύθερος μόνο σε μια κοινωνία φυσική, μακριά από θεσμοθετημένους κανόνες, έτσι ώστε τα άτομα να εξελίσσονται πραγματικά και χωρίς τεχνητά εμπόδια. Κι αυτό λέγεται αναρχισμός. Κι έτσι έγινε αναρχικός πριν γίνει τραπεζίτης. «Γεννιόμαστε άνδρες ή γυναίκες, για να γίνουμε ενήλικοι άνδρες ή γυναίκες. Δε γεννιόμαστε για να γίνουμε πλούσιοι ή φτωχοί, καθολικοί ή προτεστάντες, Πορτογάλοι ή Άγγλοι. Όλα αυτά τα πράγματα είναι κοινωνικές επινοήσεις και είναι κακές επειδή δεν είναι φυσικές.» Οικογένεια, θρησκεία, χρήμα, κράτος. Επινοημένες θηλειές στο λαιμό μας. Περιορισμοί τεχνητοί που χαράζουν το δρόμο μας και καθορίζουν με τρόπο σχεδόν ανάπόδραστο τη συμπεριφορά μας.

Μοιάζει σχεδόν ειρωνικό να ακούς τέτοια λόγια από έναν άνθρωπο που κατέχει τόσο υψηλή θέση στο σύστημα. Μα πώς ένας άνθρωπος που υποτίθεται ότι κατάλαβε νωρίς πως το παιχνίδι είναι στημένο και πως ο μόνος δρόμος που μας ταιριάζει και μας αξίζει είναι άλλος, κατέληξε να γίνει ένας από τους βασικότερους παίχτες αυτού του απάνθρωπου παιχνιδιού; Ο φίλος και συνομιλητής τού κάνει ερωτήσεις συνεχώς και προσπαθεί να τον στριμώξει μα ο τραπεζίτης ατάραχος ξεδιπλώνει το κουβάρι του, στο καλοστρωμένο τραπέζι, κάτω απο το μεγάλο πολυέλαιο. Όχι, δεν του έλεγε ψέματα. Είχε προσπαθήσει οργανωμένα να ανατρέψει αυτή τη νοσηρή ζωή, στην οποία μας καταδικάζουν από την πρώτη μας μέρα σε αυτόν τον κόσμο, μόνο που δεν άργησε να καταλάβει πως ο πραγματικός εχθρός μας δεν είναι πρόσωπα ή ομάδες συγκεκριμένες. Δεν είναι τα «αφεντικά» αυτού του κόσμου. Είναι αποκλειστικά και μόνο οι παντός είδους κοινωνικές επινοήσεις που μας επιβάλλονται και διαβρώνουν τη φύση μας. Δημιουργούν κατεστημένες συμπεριφορές και σχέσεις εξουσίας παντού και χωρίς καμία εξαίρεση. Γεννούν καταπιεστές και καταπιεσμένους. Αρχηγούς και ακόλουθους. Σκοτώνοντας κάθε δυνατότητα πραγματικής ελευθερίας, ακόμα και όταν παλεύουμε για την ίδια την ελευθερία ή τουλάχιστον έτσι νομίζουμε. Είναι αυτές οι κοινωνικές επινοήσεις που διαιωνίζουν τη σκλαβιά μας, με τρόπο που μοιάζει σχεδόν φυσικός γι’ αυτό και αναπόδραστος.

Η συζήτηση κατέληξε μονόλογος. Ο τραπεζίτης τού εξήγησε πως επέλεξε αυτό το δρόμο χωρίς τύψεις και δεύτερες σκέψεις προσπαθώντας να γλιτώσει από όλες αυτές τις συμπλεγματικές συμπεριφορές και ψευδαισθήσεις και να κατακτήσει, για τον εαυτό του τουλάχιστον, μια κάποια ελευθερία υποτάσσοντας τη μια εκ των συμβάσεων, εκείνη που έμοιαζε πιο τυραννική. Το χρήμα.

«Αναρχικός είναι αυτός που καταργεί τις κοινωνικές συμβάσεις για λογαριασμό του, εφόσον έτσι μόνο δύναται να μην εξουσιάζει και να μην εξουσιάζεται από κανέναν.» Κάπως έτσι κλείνει αυτή η συζήτηση και το βιβλίο το ίδιο και σε αφήνει με το μυαλό να καίει και τις απορίες να εκκρεμούν. Όχι, δεν προσφέρει απαντήσεις. Δε δίνει κατευθυνσεις. Δεν ανοίγει δρόμους. Σίγουρα ξεδιαλύνει το τοπίο μας, αποκαθηλώνοντας ιδέες και βεβαιότητες. Αν θες γίνεται φακός για να ξαναδείς τη ζωή και να κατανοήσεις εσένα και τους άλλους. Τη θέση που έχεις πάρει σχεδόν φυσικά και που κουβαλάς σε όλες σου τις σχέσεις και στιγμές. Γίνεται αφορμή για σκέψη και συζήτηση πολλή και αμφισβήτηση για όλους και για όλα. Είναι ένας τρόπος να πέσουν οι μάσκες όσων ευαγγελίζονται ισότητα κι ελευθερία και όσων τρέχουν πίσω τους ελπίζοντας να τους τη χαρίσουν. Μα η ελευθερία θέλει αρετή και τόλμη, σε κάθε μας στιγμή, απέναντι σε όλους και σε όλα. Κάθε μας πισωπάτημα είναι ένα μικρό έγκλημα ενάντια σε μας και την ελευθερία μας. Κάθε παραχώρηση, κάθε αναβολή κι όλα τα ναι που είπαμε και λέμε, γιατί έτσι μάθαμε, είναι η σκλαβιά μας.

Αυτό κράτησα από τον ΑΝΑΡΧΙΚΟ ΤΡΑΠΕΖΙΤΗ. Από ένα βιβλίο τόσο παλιό και τόσο σημερινό που σχεδόν σε τρομάζει. Έγιναν τόσες επαναστάσεις, πόλεμοι. Αίμα χύθηκε πολύ κι εμείς ίδιοι, εκεί. Να κάνουμε τα ίδια βήματα, τα ίδια λάθη και να παραμένουμε το ίδιο ανελεύθεροι τώρα όπως και τότε. Αν δεν καταλάβουμε, δε θα αλλάξουμε κι αν δεν αλλάξουμε απλά, θα γυρνάμε γύρω από την ουρά μας μέχρι να ζαλιστούμε, να πέσουμε και να έρθουν οι επόμενοι να συνεχίσουν αυτή τη μάταια προσπάθεια επιβίωσης. Ας μην αφήσουμε μια ακόμα αφορμή για σκέψη και δράση, ανεκμετάλλευτη. Και το βιβλίο αυτό είναι μια σοβαρή αφορμή.