του Γιάννη Παναγόπουλου

φωτογραφίες: Nicholas Carellos

Ο Bill Hunchback  μουσικός, D.J., περσόνα της πόλης – ξεκίνησε να παίζει σιτάρ πριν από 27 χρόνια. Ακολούθησε πιστά τη συμβουλή που του έδωσε κάποτε ο Ravi Shankar. Πως το σιτάρ τα είκοσι πρώτα χρόνια το μαθαίνεις και μετά αρχίζεις να παίζεις μαζί του. Η συνέντευξη μαζί του προσφέρεται και ως πρόλογος στη συναρπαστική μουσική κουλτούρα της Ινδίας.

– Πώς ήρθες σε επαφή με τον ινδικό ήχο;

-Νομίζω πως όλα ξεκίνησαν από το άλμπουμ «Three Ragas» του Ravi Shankar, στην ορίτζιναλ έκδοσή του και πολύ σπάνια σήμερα, που υπήρχε στο σπίτι. Όταν άλλοι είχαν από τους γονείς τους έτοιμο τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη, τον Βαμβακάρη και τους Beatles, τους Stones ή τον Elvis, εγώ είχα όλα αυτά κι είχα κι αυτούς τους παράξενους ενιαίους ήχους που έβγαιναν από το σιτάρ, τις τανπούρες και τα τάμπλας. Ήταν αποκαλυπτικός ήχος για το μυαλό μου θυμάμαι. Δεν τον καταλάβαινα ακριβώς τότε, αλλά με οδηγούσε κάπου ζεστά. Σ’ ένα μέρος που ένιωθα πως το γνωρίζω από παλιά όπως άλλοι λένε για παλιότερες ενσαρκώσεις τους και τέτοια. Ένιωθα πως με οδηγούσε σ’ ένα μέρος που περνούσα καλά με τον εαυτό μου. Αυτό, νομίζω σήμερα, ήταν που με τράβηξε τότε ώστε να ακολουθήσω τη μελέτη αυτής της μουσικής. Ήταν μία περίεργη εποχή τα πρώτα μου χρόνια. Γεννήθηκα μέσα στη διάρκεια της δικτατορίας κι ενώ είχαμε στο σπίτι αυτές τις μουσικές, στις τηλεοράσεις, τα ραδιόφωνα και παντού, υπήρχαν τα δημοτικά. Έτσι, ακόμα και σήμερα δυσκολεύομαι να μην πέσω σε μιζέρια ακούγοντας τη δική μας παραδοσιακή μουσική. Θεωρώ πάντα πως στα αυτιά μου ακούστηκε τις πρώτες φορές ως κάτι επιβεβλημένο, ενώ η ινδική και το ροκ’εν’ρολ ήρθαν μόνα τους. Τα ανακάλυψα. Ήρθαν φυσικά. Η μουσική του σιτάρ βέβαια δεν θεωρείται παραδοσιακή στην Ινδία. Θεωρείται το αντίστοιχο της ευρωπαϊκής κλασικής.

– Πότε ξεκίνησες να μαθαίνεις σιτάρ; Ποιος ήταν ο πρώτος σου δάσκαλος;

-Ξεκίνησα πριν από εικοσιεπτά χρόνια. Δάσκαλός μου για επτά χρόνια, κρυφά απ’ όλους-όλους για έναν λόγο προσωπικού μου μυστικισμού, υπήρξε ο Πωλ, ένας Ιρλανδός ο οποίος είχε ζήσει στο Άσραμ του Ravi Shankar στην Καλκούτα για πέντε χρόνια, εκπαιδευόμενος καθημερινά επί δεκατέσσερις και πλέον ώρες, στο όργανο και στην πολύπλοκη θεωρία της ινδικής μουσικής αντίληψης. Το αστείο είναι πως η συμφωνία της πληρωμής ήταν για δύο ώρες, μα θα έφευγε αν κάτι εξελισσόταν ως φρικτά ενοχλητικό στα πέντε λεπτά αν ήθελε, ή θα καθόταν και πέντε ώρες αν κάτι ήταν απολύτως αρμονικό. Είχαν τύχει και τα δύο, πιστέψτε με. Θυμάμαι να κυλάει αίμα στις χορδές και να μη σταματάμε.

– Είναι αλήθεια πως η ινδική ορχηστρική μουσική είναι μία από τις πιο εξελιγμένες μουσικές της γης;

-Δεν μπορώ να το πω αυτό, διότι ασχολούμαι και με τη δυτική με πάθος και αντίστοιχη απόλαυση. Είμαι δηλαδή – πώς να το πω – εραστής της μουσικής, δηλαδή όχι ο αντικειμενικότερος κριτής της. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι η ινδική μουσική έχει εντελώς διαφορετική αντίληψη στη δομή της από τη δυτική. Η τελευταία βασίζεται στις παύσεις. Ο καλός μουσικός » παίζει» με την φαντασία του ακροατή δίνοντάς της το χρόνο να στοχαστεί κατά τη διάρκεια των παύσεων, σχετικά με τις συναισθηματικές νύξεις που κάνει παίζοντας. Αν η παύση είναι πολύ μεγάλη, ο εγκέφαλος του ακροατή θα χάσει τον στόχο του στοχασμού κι αν είναι πολύ μικρή ο ακροατής δεν θα προλάβει να στοχαστεί. Καλός δυτικός μουσικός είναι αυτός που θα ερεθίσει τον στοχασμό και την ονειροπόληση του ακροατή του με τις χρήσιμες νύξεις στο ακουστικό επίπεδο και θα του δώσει χώρο να συμμετέχει στη μουσική διαδικασία προσφέροντας τις κατάλληλες παύσεις. Στην ινδική μουσική δεν υπάρχουν παύσεις. Ακολουθείται η λογική του περιβάλλοντος χώρου. Ποτέ ησυχία. Συνεχόμενος ήχος. Έτσι, τα ερεθίσματα απλώνονται σαν άπειρα παιχνίδια μπροστά στα πόδια ενός παιδιού, μα αυτό τελικά ένα ή δύο θα πιάσει να παίξει. Έτσι βλέπει τον ακροατή η ινδική κλασική μουσική. Σαν ένα παιδί που από τα άπειρα εξελισσόμενα ερεθίσματα, θα αρπάξει ένα ή δύο για ν’ ακολουθήσει, για να οδηγηθεί στον στοχασμό κι ονειροπόληση. Επίσης η ινδική μουσική δεν έχει στακάτο. Όλοι οι ήχοι είναι στρογγυλοί. Οι γωνίες εκφράζουν την επέμβαση του ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον. Η φύση όμως είναι στρογγυλή. Γεμάτη καμπύλες. Αρκεί να παρατηρήσει κανείς τη ροή ενός ποταμού ή το πώς εξελίσσονται τα φύλλα γύρω από ένα κλαδί είτε το πώς ανεβαίνει ο καπνός προς τα πάνω. Δημιουργούνται σπείρες. Ποτέ γωνίες.

– Πόσες χορδές έχει το σιτάρ; Δεν είναι δύσκολο να τις κουρδίσεις;

-Το σιτάρ έχει πέντε βασικές «παικτικές» χορδές, δύο τσικαρί που είναι χορδές οι οποίες χρησιμοποιούνται ρυθμικά με την αντίληψη του τυμπάνου – χορδίζονται ανάλογα με το ράγκα που θα παιχτεί – και δεκατρείς συμπαθητικές. Συμπαθητικές είναι οι χορδές που με το κατάλληλο κούρδισμα «ακούν» αυτές που παίζονται και δημιουργούν αυτό το χαρακτηριστικό άνοιγμα του ήχου, που συντελεί στη θεωρία της «όχι παύσης» που εξηγήσαμε πριν. Δεδομένου τού ότι οι χορδές είναι πολλές, τού ότι τα κλειδιά είναι ξύλινα, τού ότι το μήκος του οργάνου είναι μεγάλο και τού ότι οι συμπαθητικές τοποθετούνται έτσι ώστε να περνούν μέσα από το σώμα της ταστιέρας, ναι το κούρδισμα είναι μία δύσκολη δουλειά που κάνει ιδίως τις συμπαθητικές χορδές αντιπαθέστατές! Όμως, μέσα στα πλαίσια της εκπαίδευσης είναι και η εκμάθηση τεχνικών απλοποίησης της διαδικασίας.

Παίζοντας live με την Athenian Phanerothyme Conspiracy

– Το σιτάρ είναι για τους Ινδούς ό,τι το μπουζούκι για τους Έλληνες;

-Καθόλου. Στην Καλκούτα, τη Μουμπάι (Βομβάη) και γενικώς τα αστικά κέντρα δεν το ξέρουν καν ή το αρνούνται. Το όργανο δεν συμμετέχει σε λαϊκές γιορτές και μουσικές εκδηλώσεις ποπ χαρακτήρα. Τα Άσραμ φροντίζουν ώστε ο σεβασμός απέναντι στο όργανο να προηγείται της εκμάθησής του. Αν θα έπρεπε να βρούμε ένα πιο κοντινό στα δικά μας όργανο για να το παρομοιάσουμε, πάντοτε τηρουμένων των μεγάλων ουσιαστικών αποστάσεων, αυτό θα ήταν νομίζω το Βυζαντινό Κανονάκι –προσοχή όχι το σαντούρι – όταν αυτό χρησιμοποιείται εξωφολκλορικά.

– Διδάσκεις σιτάρ. Πόσοι δάσκαλοι του συγκεκριμένου οργάνου υπάρχουν στην Ελλάδα;

-Το διδάσκω ναι, μα η λέξη «διδάσκω» εν προκειμένω, είναι μία ιδιαίτερη κουβέντα. Δεν είναι τόσο απλό. Πρέπει κανείς διδάσκοντας να προσομοιάσει την ατμόσφαιρα ενός Άσραμ όπου εκεί ένας δάσκαλος/γκουρού σε αναλαμβάνει κι εσύ τον εμπιστεύεσαι για χρόνια. Είναι και θέμα εισόδου σε μία φιλοσοφία το να μάθει κανείς αυτό το όργανο. Δεν εννοώ φυσικά θρησκευτικού τύπου φιλοσοφία, αλλά κυρίως μία δόμηση σκέψης που αφορά στην πειθαρχία, στις ασκήσεις, στον έλεγχο του ασταμάτητου «καμπυλωτού» ήχου κι ακόμα στη στάση του σώματος κατά το παίξιμο (θέση ημίσεως λωτού), στον έλεγχο των διαδρομών του μυαλού ώστε να μην διαφύγουν της εξέλιξης της μελωδίας, πράγμα που είναι πολύ εύκολο λόγω του μεγέθους των κομματιών κλπ. Όλα αυτά, μαζί με την εκμάθηση των ράγκας τα οποία, για να τα περιγράψω εν συντομία, είναι μελωδικές γραμμές που απευθύνονται καθένα σε μία διαφορετική ώρα της ημέρας και κατάστασης του ανθρώπου και συνδυάζονται μεταξύ τους συμπληρωμένα από τους αυτοσχεδιασμούς του σολίστα προβάλλοντας ένα νέο ράγκα. Εν τέλει, προς το παρόν έχω μία μαθήτρια και έναν μαθητή ( προσφάτως ) και για να σου απαντήσω πλήρως στην ερώτηση, δεν γνωρίζω να υπάρχει κάποιος που να διδάσκει σιτάρ στην Ελλάδα.

– Πώς μπορεί κάποιος να προμηθευτεί σιτάρ στην Ελλάδα; Ποιες είναι οι τιμές που «παίζουν» στην αγορά;

-Είναι αρκετά σύνθετη η επιλογή ενός σιτάρ. Έχει να κάνει με τα είδη του ξύλου, τα δεσίματά του, την παλαιότητα, ακόμα και με την εταιρεία κατασκευής του. Εταιρείες κατασκευής υπάρχουν κατά βάση στην Ινδία και λειτουργούν κι αυτές σε αντιστοιχία με την κοινωνική δομή της Ινδίας, δηλαδή κάπως σαν να αφορούν κάστες. Άλλες εταιρείες παράγουν οπτικά ίδια σιτάρ που όμως είναι χειρότερης ποιότητας από τα «αδέλφια» τους, που παράγονται από άλλες εταιρείες υψηλότερης πιστότητας. Σιτάρ, τελευταία, παράγονται και στην Ιαπωνία και την Ταϊβάν αλλά θα μου επιτρέψετε να πω πως, όσο κι αν έχουν κάποιες οπτικές «τσαχπινιές», δεν τα θεωρώ σιτάρ. Σιτάρ, επίσης, δεν είναι κατά τη γνώμη μου και τα ηλεκτρικά, που παράγονται σε Αμερική και Αγγλία. Υπάρχει μεγάλη σημασία κρυμμένη στον κλασικό σχεδιασμό του οργάνου ακόμα και στις δυσκολίες που παρουσιάζει στο παίξιμο, το κράτημά του ή το κούρδισμα. Έχει να κάνει με τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, τους ήχους της οποίας προσπαθεί ν’ αποτυπώσει. Εν τέλει, η αγορά ενός ινδικού σιτάρ καλής ποιότητας, οικονομικά κυμαίνεται από τα 1.200 ευρώ έως τα 3.500-4.00 ευρώ κι ο καλύτερος τρόπος αγοράς του είναι – αφού κανείς συμβουλευτεί έναν που γνωρίζει – να το παραγγείλει κατευθείαν από ινδικό μουσικό οίκο, από τον οποίο μετά θα αγοράζει και τις χορδές ειδικού μήκους και διαφορετικών διατομών, τις πένες μιζράμπ, τα λιπαντικά, τα κλειδιά, τα συντηρητικά των ξύλων και διάφορα άλλα αναλώσιμα.

– O Ravi Shankar ήταν πρωτοπόρος γιατί …;

-…. γιατί έκανε γνωστή την ινδική κλασική μουσική και το σιτάρ στη δύση αλλά και γιατί οργάνωσε τις μεθόδους εκμάθησής του σε «οίκους» εκπαίδευσης που αφορούν έως και σήμερα μία γενικότερη εκπαιδευτική διαδικασία προσηλωμένη στον ρυθμό, στη μελωδία, την αντίστιξη και τη φιλοσοφία ταυτόχρονα. Παράλληλα, υπήρξε πρωτοπόρος λόγω των μουσικών συνεργασιών του με τη τζαζ, το ροκ αλλά και την πειραματική μουσική. Επίσης, θα μου επιτρέψεις να πω οτι στα μάτια μου υπήρξε πρωτοπόρος και μάλλον μοναδικός για έναν ακόμη λόγο. Ενώ στα 60s έπαιξε στο ποπ φεστιβάλ του Μόντερευ – το 1967 – και στο Γούντστοκ – το 1969 – για ένα κοινό που αποτελούνταν από κοντά στα δύο εκατομμύρια κόσμο αθροιστικά, ενώ είχε σχεδόν λατρευτική αποδοχή από τους Μπητλς, τους Μπερντς, τον Πήτερ Σέλερς κι όλο το δυτικό σταρ σύστεμ, εκείνος παρέμεινε ταπεινός, ήρεμος και προσηλωμένος στον στόχο του που ήταν η μουσική απόλαυση και η διάδοσή της σε όλους τους λαούς.

–Ο ήχος του σιτάρ αποθεώθηκε στη δύση μέσω της ψυχεδελικής μουσικής. Γιατί κατά την γνώμη σου συνέβη αυτό;

-Πιστεύω πως έγινε λόγω της γενικότερης διερεύνησης που ενδιέφερε τους εκπροσώπους αυτής της μουσικής. Η λέξη που προϋπήρξε της λέξης «ψυχεδελικό» ήδη από το 1947 ήταν η λέξη «φανεροθυμικό» που σημαίνει φανέρωση του θυμικού, της βαθύτερης διάθεσης και συναισθηματικής κατάστασης. Η ψυχεδελική μουσική αφιερώθηκε ακριβώς στην ανατύπωση, μέσω ήχων, αυτών που ένιωθε κανείς όταν ερχόταν σε άμεση επαφή με το θυμικό του μετά από λήψη ψυχοδηλωτικών ερευνητικών ουσιών. Η κλασική ινδική μουσική και η συνεργασία των οργάνων που χρησιμοποιεί, προσπαθούν να δημιουργήσουν την ψυχοδήλωση μέσω της υπνωτικής εξέλιξης του ήχου, των διαφόρων περιέργων συχνοτήτων και τού ότι και για να την παίξεις αλλά και για να την ακούσεις, μπαίνεις σε μια εξωσυνήθη διαδικασία, ακόμα και με τη στάση του σώματος. Το ίδιο πράγμα λοιπόν ήταν το ζητούμενο, μα διερευνήθηκε από διαφορετικές μεριές. Ήταν μοιραίο, λοιπόν, κατά τη γνώμη μου να υπάρξει αυτή η συνάντηση, όπως είχε προϋπάρξει με την φρι-τζαζ, για περίπου τους ίδιους λόγους, ήδη από τα τέλη του ‘50. Μέσω ενός πιο φρέσκου κοιτάγματος προσπαθούμε να διερευνήσουμε αυτούς ακριβώς τους δρόμους με τα παιδιά στην μπάντα την οποία παίζω την Athenian Phanerothyme Conspiracy.

– Πώς είναι να είσαι δάσκαλος ενός σπάνιου οργάνου στην Ελλάδα;

-Όπως σου είπα και παραπάνω, το να διδάσκω αυτό το όργανο δεν είναι το σύνηθες. Πιο συχνά παίζω λάιβ με ροκ-ψυχεδελικά συγκροτήματα και μερικές φορές καθαρή ινδική κλασσική. Αν πάρω όμως ως στοιχείο αυτή τη μαθήτρια μου (προσφάτως και το μαθητή μου) αλλά και τα λάιβ, έχω να πω πως μπορείς εύκολα να χάσεις τον στόχο που είναι η μουσική, όχι ο εαυτός σου. Τα χρόνια εκμάθησης και μελέτης που οι παραδοσιακοί οίκοι λένε πως πρέπει να σπαταλήσεις χωρίς να παρουσιάζεις το όργανο στο κοινό, αποσκοπούν ακριβώς σε αυτό. Στο να ωριμάσεις παρέα με το όργανο. Ξέρεις, το μεγαλειώδες έχει δύο υποστάσεις. Μία ιδεώδη και μία βαθύτερης ουσίας. Το δέος εξυπηρετεί ως προς τη συγκέντρωση κι είναι χρήσιμο, αλλά πρέπει ν’ ακολουθεί πάντοτε η ουσία. Όταν εμφανίζεται το όργανο, αμέσως η μεγαλειότητά του συγκεντρώνει τον θεατή είτε είναι μαθητής είτε ακροατής. Αν εσύ που το κρατάς ψωνιστείς όμως και μείνεις εκεί, την πάτησες, διότι αυτό που πραγματικά χρειάζεται να του προσφέρεις είναι και η αντίστοιχη ουσία. Την τέταρτη φορά που είδα λάιβ τον Ravi Shankar ήταν στη Σφεντόνα μαζί με την κόρη του, Ανούσκα, λίγο πριν αυτός πεθάνει. Τότε έπαιζα ήδη 14 χρόνια και μπαίνοντας μετά το τέλος της συναυλίας στα παρασκήνια, του το είπα. Εκείνος χαμογέλασε ζεστά και σκύβοντας μου είπε συνωμοτικά – να μην με εκθέσει σε άλλους γύρω – : «Να το αγαπάς το όργανο και να το αγκαλιάζεις (σημείωση: παίζεται με τον σολίστα στο έδαφος σε στάση ημίσεως λωτού αγκαλιάζοντάς το). Να μην το επιδεικνύεις. Τα είκοσι πρώτα χρόνια μαθαίνεις και μετά αρχίζεις να παίζεις.» Το τήρησα. Σιτάρ για κόσμο και για την μαθήτριά μου (ή άλλους υποψήφιους μαθητές ίσως), παίζω τα τελευταία 6-7 χρόνια. Τον εικοστό έβδομο χρόνο δηλαδή της σχέσης μου με το όργανο αυτό.

Από live της Athenian Phanerothyme Conspiracy