του Παύλου Κάγιου //

Πολυαναμενόμενο και πολυδιαφημισμένο φιλμ –είναι υποψήφιο για 6 Όσκαρ- που κατά τη γνώμη μου είναι κάτω των προσδοκιών ενός απαιτητικού σινεφίλ. Κι ας έχει όλα τα συστατικά για να γίνει ένα δυνατό φιλμ – τον πολύ καλό σκηνοθέτη Πολ Τόμας Άντερσον, άψογους ηθοποιούς με πρώτο και καλύτερο τον Ντάνιελ Ντέι Λούις, τέλεια φωτογραφία «βαριά» μουσική, σκηνικά-κοστούμια ζηλευτά και εξαντλητικά γραμμένο σενάριο από τον σκηνοθέτη και τον πρωταγωνιστή του.

Στο μεταπολεμικό Λονδίνο της δεκαετίας του ’50 ο σχεδιαστής ρούχων Ρέινολντς Γούντκοκ (Ντάνιελ Νέι Λούις) και η αδερφή του, Σίριλ (Λέσλι Μάνβιλ), κυριαρχούν στον χώρο της βρετανικής υψηλής ραπτικής, ντύνοντας μέλη βασιλικών οικογενειών, αστέρες του κινηματογράφου και εκπροσώπους της ανώτατης κοινωνικής τάξης. Παράλληλα, πλήθος γυναικών μπαίνουν εφήμερα στη ζωή του ιδιόρρυθμου Ρέινολντς, ενσαρκώνοντας τις κατά διαστήματα μούσες του και σταδιακά παραχωρούν τη θέση τους στις επόμενες, που θα έχουν ανάλογη τύχη. Η μόνη σταθερή γυναίκα στη ζωή του Ρέινολντς είναι η αδερφή του μέχρι τη στιγμή που γνωρίζει, τυχαία, μια νεαρή γυναίκα, την Άλμα, η οποία γίνεται ερωμένη και μούσα του. Από τη στιγμή που ερωτεύεται και παραδίδεται στην Άλμα συνειδητοποιεί πως διασαλεύεται η απόλυτα ελεγχόμενη και προγραμματισμένη στην παραμικρή λεπτομέρεια ζωή του, και κάτι τέτοιο τον τρομοκρατεί. Η απρόσμενη αυτή ερωτική σχέση έρχεται να μεταμορφώσει και τους δύο, αλλά και την ίδια την ερωτική τους σχέση.
Μόνο που όλο αυτό το λεπτομερειακό κι ως ψιλοβελονιά γραμμένο σενάριο πλατειάζει και χάνεται σε αισθητικές εκκεντρικότητες χωρίς συναίσθημα και πάθος που δεν έχει… τελειωμό – κρίμα. Ένα άκρως καλαίσθητο φιλμ που ναρκισσεύεται τόσο πολύ που στο τέλος αφήνει τον θεατή με την αίσθηση πως ήταν… άνθρακας ο θησαυρός.

Ντάνιελ Ντέι Λούις
Ο Ντάνιελ Ντέι Λούις – ολόκληρο το …σιδηρόδρομος όνομά του είναι Ντάνιελ Μάικλ Μπλέικ Ντέι Λούις (γεννήθηκε στις 29 Απριλίου 1957) είναι Βρετανός ηθοποιός με διπλή υπηκοότητα (βρετανική και ιρλανδική). Μετά τις σπουδές του στη θεατρική σχολή Bristol Old Vic, ο Ντέι Λιούις έπαιξε σε πολλά θεατρικά έργα και ταινίες, κερδίζοντας τρία Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου, τέσσερα Βραβεία BAFTA, και δύο Χρυσές Σφαίρες. Είναι γνωστός ως ένας από τους πιο επιλεκτικούς ηθοποιούς της κινηματογραφικής βιομηχανίας, καθώς έχει πρωταγωνιστήσει μόνο σε τέσσερις ταινίες την τελευταία δεκαετία.

Τα παιδικά του χρόνια
Γεννήθηκε στο Λονδίνο, γιος της ηθοποιού Τζιλ Μπάλκον και του Αγγλο-Ιρλανδού Σέσιλ Ντέι Λιούις. Δύο χρόνια μετά τη γέννησή του, η οικογένειά του μετακόμισε στο Κρουμς Χιλ, όπου ο Ντάνιελ μεγάλωσε μαζί με τη μεγαλύτερη αδελφή του, Ταμασίν Ντέι Λιούις. Ο πατέρας του μετά από προβλήματα υγείας, πέθανε όταν ο Ντάνιελ ήταν 15 ετών.

Το 1968 οι γονείς του Ντέι Λούις λόγω της απείθαρχης συμπεριφοράς του, τον έστειλαν εσώκλειστο στη σχολή Σεβενόουκς, στο Κεντ. Αν και δεν του άρεσε το σχολείο, εκεί ήρθε σε επαφή με τα δύο βασικά του ενδιαφέροντα την ξυλουργική και την ηθοποιία. Η πρώτη του εμφάνιση σε ταινία έγινε σε ηλικία 14 ετών στην ταινία Καταραμένη Κυριακή (Sunday Bloody Sunday, 1971) στην οποία έπαιζε έναν βάνδαλο, ως κομπάρσος. Περιέγραψε αυτή την εμπειρία ως «παράδεισο», καθώς πληρωνόταν (με 2 λίρες) για να σπάει ακριβά αυτοκίνητα. Μετά από δύο χρόνια στο Σεβενόουκς, ο Ντάνιελ μεταγράφηκε στο σχολείο Μπέντεηλς στο Πήτερσφηλντ.

Μετά την αποφοίτησή του το 1975, έπρεπε να επιλέξει επαγγελματική κατεύθυνση. Αν και είχε διακριθεί στο Εθνικό Θέατρο Νέων (National Youth Theatre), αποφάσισε να γίνει μαραγκός, επιχειρώντας να γραφτεί σε μια σχολή. Ωστόσο, λόγω έλλειψης εμπειρίας, δεν έγινε δεκτός. Τότε έκανε αίτηση και έγινε δεκτός στη θεατρική Σχολή Bristol Old Vic, όπου φοίτησε για τρία χρόνια, και στη συνέχεια έπαιξε στην ίδια σχολή.

Δεκαετία του ΄80
Έντεκα χρόνια μετά το κινηματογραφικό του ντεμπούτο, ο Ντέι Λιούις συνέχισε την καριέρα του με έναν μικρό ρόλο στην ταινία Γκάντι (Gandhi) (1982). Το 1984 είχε έναν δεύτερο ρόλο στην ταινία Η Ανταρσία του Μπάουντι (The Bounty), μετά την οποία μπήκε στη Royal Shakespeare Company, παίζοντας τον Ρωμαίο στην ταινία «Ρωμαίος και Ιουλιέτα».

Στη συνέχεια έπαιξε στο θέατρο τον «Κόμη», και στο σινεμά στο Ωραίο μου πλυντήριο (My Beautiful Laundrette). Κέρδισε την προσοχή του κοινού όταν η ταινία κυκλοφόρησε ταυτόχρονα με το Δωμάτιο με Θέα (Room with a View, 1986), καθώς έπαιζε δύο εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες.

Ο Ντέι Λούις στο “Ωραίο μου πλυντήριο”

Το 1987, ο Ντέι Λιούις ανέλαβε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία του Φίλιπ Κάουφμαν Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι (The Unbearable Lightness of Being) (βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μίλαν Κούντερα), με συμπρωταγωνίστριες τη Λένα Ολίν και τη Ζυλιέτ Μπινός. Στη διάρκεια των γυρισμάτων που κράτησαν οκτώ μήνες έμαθε τσέχικα και αρνήθηκε για πρώτη φορά να αποδυθεί το ρόλο του στα διαλείμματα των γυρισμάτων.

Ο Ντέι Λιούις εφάρμοσε πλήρως την προσωπική του μέθοδο υποκριτικής το 1989 στην ταινία του Τζιμ Σέρινταν Το αριστερό μου πόδι (My Left Foot) που κέρδισε πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων και το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου.

Το αριστερό μου πόδι

Ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις επέστρεψε στη σκηνή για να συνεργαστεί με τον Ρίτσαρντ Έιρ, παίζοντας τον Άμλετ στο National Theatre, αλλά κατέρρευσε στη μέση μιας σκηνής όπου το φάντασμα του πατέρα του Άμλετ πρωτοεμφανίζεται στο γιό του. Άρχισε να κλαίει ανεξέλεγκτα και αρνήθηκε να επιστρέψει στη σκηνή, οπότε ο αντικαταστάτης του αναγκάστηκε να ολοκληρώσει το έργο. Διαδόθηκε η φήμη ότι ο Ντέι Λιούις είχε δει το φάντασμα του πατέρα του, αν και επίσημα το περιστατικό αποδόθηκε σε υπερκόπωση. Σε βρετανική τηλεοπτική εκπομπή στο ITV ο ίδιος επιβεβαίωσε τη φήμη. Δεν εμφανίστηκε ξανά στη σκηνή έκτοτε.

Δεκαετία του ’90
Το 1992, τρία χρόνια μετά το Όσκαρ, βγήκε στις αίθουσες Ο τελευταίος των Μοϊκανών (The Last of the Mohicans). Συνεργάστηκε και πάλι με τον Τζιμ Σέρινταν στην ταινία Εις το Όνομα του Πατρός (In the Name of the Father). Έχασε πολλά κιλά για το ρόλο, διατήρησε τη Βορειοϊρλανδική του προφορά σε όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων, και πέρασε μεγάλα χρονικά διαστήματα σε ένα κελί. Επίσης επέβαλε στο προσωπικό της ταινίας να του πετάει κρύο νερό και να τον βρίζει.

O Ντάνιελ Ντέι Λούις στο Εις το Όνομα του Πατρός 

Το 1996, πρωταγωνίστησε στην ταινία Οι μάγισσες του Σέιλεμ (The Crucible) βασισμένη σε θεατρικό του Άρθουρ Μίλλερ με τη Γουϊνόνα Ράιντερ. Ακολούθησε η ταινία του Τζιμ Σέρινταν The Boxer, μετά την οποία ο Ντέι Λιούις ημι-αποσύρθηκε από την υποκριτική και επέστρεψε στην παλιά του αγάπη, την ξυλουργική. Μετακόμισε στη Φλωρεντία, στην Ιταλία, όπου γοητεύτηκε από την τέχνη των τσαγκάρηδων, παρακολουθώντας μαθήματα.

2000 – σήμερα
Πέντε χρόνια μετά την τελευταία του ταινία, ο Ντέι Λιούις επέστρεψε με τις Συμμορίες της Νέας Υόρκης (Gangs of New York), μια ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε (με τον οποίο είχε συνεργαστεί και στην ταινία Τα Χρόνια της Αθωότητας (The Age of Innocence)). Μετά τις Συμμορίες της Νέας Υόρκης, η σύζυγός του, σκηνοθέτιδα Ρεμπέκα Μίλλερ (κόρη του θεατρικού συγγραφέα Άρθουρ Μίλλερ, του έδωσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία Η μπαλάντα του Τζακ και της Ρόουζ (The Ballad of Jack and Rose).

Το 2007, ο Ντέι Λιούις εμφανίστηκε στην ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον Θα χυθεί αίμα (There Will Be Blood). Κέρδισε το βραβείο BAFTA, Χρυσή Σφαίρα και Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου (2008) για το ρόλο του στην ταινία.
Το 2012, ο ηθοποιός υποδύθηκε τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Αβράαμ Λίνκολν, στην ταινία Λίνκολν (Lincoln) του Στίβεν Σπίλμπεργκ, όπου εμφανίστηκε στο πλευρό του Τόμι Λι Τζόουνς και της Σάλι Φιλντ σε μια ερμηνεία που του χάρισε για άλλη μια φορά την εύνοια των κριτικών καθώς και το τρίτο του Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου, Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ανδρικής Ερμηνείας σε Δράμα, Βραβείο BAFTA και Βραβείο SAG. Με την τρίτη του νίκη στα Όσκαρ έγινε ο μοναδικός άνδρας ηθοποιός με τρία Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου.

Προσωπική ζωή
Ο Ντέι Λιούις σπάνια μιλάει δημόσια για την προσωπική του ζωή. Είχε μια σχέση με τη Γαλλίδα ηθοποιό Ιζαμπέλ Ατζανί. Η σχέση κράτησε έξι χρόνια και τελικά διαλύθηκε. Στις 9 Απριλίου 1995 γεννήθηκε o Gabriel-Kane Day-Lewis στη Νέα Υόρκη, λίγους μήνες μετά το τέλος της σχέσης των δυο ηθοποιών.

Το 1996, ενώ δούλευε στην κινηματογραφική διασκευή του έργου The Crucible, επισκέφθηκε το σπίτι του θεατρικού συγγραφέα Άρθουρ Μίλλερ όπου γνώρισε την κόρη του, Ρεμπέκα Μίλλερ. Το ζευγάρι έχει δυο γιους, τον Ronan Cal Day-Lewis (γεν. 14 Ιουνίου, 1998) και τον Cashel Blake Day-Lewis (γεν. το Μάιο του 2002) και ζουν στα σπίτια τους στις ΗΠΑ και την Ιρλανδία.