(Αφιερωμένο στη μνήμη του Γιάννη Ρίτσου, 27 πικρά χρόνια μετά…)

από την Αγγελική Κώττη //

“Οι δικτάτορες έβαλαν τα τανκς τους ανάμεσα στην ποίηση του Ρίτσου και τη μουσική μου” μου είχε πει ο Μίκης Θεοδωράκης εδώ και χρόνια. Ήταν μια φράση που είχε καρφωθεί στο μυαλό μου από τότε που μου την είπε, εξηγώντας πως υπήρχε εντολή από τους δικτάτορες να μη λάβει ο εξόριστος στη Ζάτουνα Μίκης τίποτα από τον σε κατ’ οίκον εξορία στη Σάμο Γιάνη Ρίτσο, προκειμένου να μη στείλει ο ποιητής τίποτα για μελοποίηση. Επρόκειτο να στείλει κάτι ο ένας στον άλλον; Περιττή η ερώτηση. Φυσικά.

-Ο Μίκης Θεοδωράκης μεταφέρθηκε στη Ζάτουνα τον Αύγουστο του 1968, μέσα στη χούντα, και κρατήθηκε εκεί μέχρι τον Οκτώβριο του ’69. Ο Γιάννης Ρίτσος από τον Οκτώβριο του ’68 είχε απολυθεί ως βαριά ασθενής από τη Λέρο και ζούσε στο σπίτι της γυναίκας του, Γαρυφαλλιώς Γεωργιάδου στη Σάμο. Οι δικτατορες επέλεξαν να τον βγάλουν από το στρατόπεδο, καθώς υπήρχε μεγάλη κατακραυγή και διεθνής κινητοποίηση και φοβήθηκαν τον αντίκτυπο που θα είχε ο θάνατός του αν ήταν δεσμώτης.

Δεν είχαν καθόλου άδικο οι χουντικοί να τρέμουν τυχόν νέα συνάντηση της ποίησης του Ρ. με τη μουσική του Θ. Οντως, λίγο αργότερα, τους πρώτους μήνες του 1970, ο Ρίτσος σε κάποιο τμήμα Μεταγωγών συναντήθηκε με τον Αντώνη Γανίτη, βουλευτή της ΕΔΑ και επίσης εξόριστο. Ο Γανίτης τού μετέφερε παράκληση από τον Μίκη, να του στείλει στίχους. Ο συνθέτης ήταν στις φυλακές του Ωρωπού και στις 13 Απριλίου μεταφέρθηκε ξαφνικά στο Παρίσι. Και πάλι λόγω φόβου των δικτατόρων για την υγεία του αλλά και υπό την πίεση των Γάλλων και της διεθνούς κοινής γνώμης.

Ο Ρίτσος είχε ξεκινήσει τα “Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας” κρατώντας σημειώσεις σε μια σελίδα χαρτιού. Η κόρη του Έρη, εντόπισε τις σημειώσεις αυτές που κάπου είχαν “κρυφτεί” και τού τις έδειξε. Εκείνος κάθισε μέσα σε μια μέρα, την 1η Μαΐου 1970 και έγραψε την πρώτη μορφή των γνωστών ποιημάτων, τα οποία κατόπιν ξαναδούλεψε. Κατάφερε να βρει τρόπο και να τα στείλει στο Παρίσι, όπου έφτασαν στα χέρια του Μίκη. Η μελοποίησή τους ξεκίνησε και, όπως αφηγείται ο συνθέτης, δίδασκε ένα – ένα κομμάτι μόλις το τέλειωνε στους τραγουδιστές κατά τη διάρκεια των περιοδειών ανά τον κόσμο, στις οποίες τα 18 λιανοτράγουδα πρωτοπαρουσιάστηκαν.

Πόσο σοβαρή ήταν όμως η εντολή που έδωσαν οι συνταγματάρχες να μη συναντηθούν δημιουργικά οι δύο τους;

Όπως είμαστε σε θέση να αποκαλύψουμε σήμερα, εξαιρετικά σοβαρή. Υπήρξε διαταγή από την Γενική Διεύθυνση Εθνικής Ασφαλείας, στις 10 Δεκεμβρίου του ’68 καθώς και αναφορά στις 29 Ιανουαρίου 1969. Σε αυτά τα δύο έγγραφα, οι συντάκτες συνιστούσαν την προσοχή στο να μην υπάρξει καμιά απολύτως επαφή/ επικοινωνία μεταξύ των δύο (αλλά και μεταξύ του Νότη Περγιάλη και του Μ.Θ.). Και ζητούνταν πληροφορίες κατά πόσον κάτι τέτοιο είχε ήδη συμβεί.

Τον Φεβρουάριο του ’69, σε απόρρητο έγγραφο η Σάμος απαντά ότι:

-Ο Γιάννης Ρίτσος “κατά το πλείστον της ημέρας παραμένει εντός της οικίας του, λόγω της ασθενείας του, μη ερχόμενος εις επαφήν μετ’ ουδενός” (σ.σ μα τολμούσε κανένας να μιλήσει σε πρώην εξόριστο, νυν σε κατ΄ οίκον περιορισμό και μάλιστα παρακολουθούμενο, καθόλου διακριτικά, από χωροφύλακα;)
“Κατ’ αραιά χρονικά διαστήματα εφ’ όσον το επιτρέπουν αι καιρικαί συνθήκαι εξέρχεται εις μικρόν περίπατον μέχρι της παραλίας και επιστρέφει εις την οικίαν του”.

-”Τούτου δεν διεπιστώθη οιαδήποτε επαφή μέσω τρίτου προσώπου ή δι’ αλληλογραφίας μετά του κομμουνιστού Θεοδωράκη Μιχαήλ.”

Και το σπαρακτικότερο σημείο του εγγράφου, ακολουθεί.

“Ούτος κληθείς ενώπιον του υποφαινομένου εδήλωσεν ότι τον προαναφερόμενον κομμουνιστήν γνωρίζει απλώς χωρίς να τους συνδέη ιδιαιτέρα προσωπική φιλία και ότι δια τα ποιήματα τα οποία ούτος εμελοποίησεν κατά το παρελθόν (Επιτάφιος κλ.π.) δεν απητείτο συγκατάθεσεις ιδική του διότι είχε παρέλθη ήδη δεκαετία από της δημοσιεύσεώς των και ούτος είχε δικαίωμα να τα μελοποιήση ελευιέρως” (έχει κρατηθεί η ορθογραφία του εγγράφου, εκτός από το πολυτονικό).
Είναι το σπαρακτικότερο, διότι ο Ρίτσος, ως πιστός σύντροφος, προσποιείται πως δεν γνωρίζει καλά τον αγαπημένο του φίλο, όχι για να μη βλαφθεί ο ίδιος. Σύμφωνα με τη συνωμοτική λογική των “παράνομων” ή διωκόμενων αγωνιστών, αποκρύπτει την εγκάρδια σχέση τους για να μη βλάψει τον Μίκη. Πάντως, έγγραφο με θέμα “Σχέσεις εκτοπισμένου κομμουνιστού ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ Μιχάηλ μεθ’ ετέρων ατόμων” αναφέρει επίσης ότι δεν άντλησαν κάποια πληροφορία. Πιθανολογούν πως ο Θεοδωράκης αγνοεί ότι ο Ρίτσος είναι στο Καρλόβασι.

Βεβαιώνει πως δεν του έχει ζητηθεί τίποτα από τον Μίκη και αυτό είναι και απολύτως αληθές. Η συνάντηση με τον Γανίτη στο Μεταγωγών θα λάβει χώρα 14 μήνες μετά. Είναι πιθανόν να μη γνώριζε καν πού είναι ο Μίκης. Πάντως, σύμφωνα πάντοτε με το κλίμα της εποχής, αυτή η συζήτηση στη χωροφυλακή θα τον γέμισε χαρά διότι για να βγαίνουν τέτοιες διαταγές, σήμαινε ότι ο Μίκης ήταν εν ζωή. Του ζήτησαν να μην έχει “επαφές” γενικώς και το ίδιο μαθαίνουμε από το έγγραφο ότι συνέστησαν (διέταξαν) στη Φαλίτσα Ρίτσου.

Την Έρη την παρέλειψαν, καθότι ανήλικη. Αλλά η μοίρα το έφερε ώστε να παίξει εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στη μελοποίηση των “Δεκαοχτώ Λιανοτράγουδων”.  Τον φόβο μας είχαν – και καλά να πάθουν οι δικτάτορες

 

 

Η αναδημοσίευση επιτρέπεται μετά από συνεννόηση με το fragile