Η προπαγάνδα θριάμβευε. Λίγο μετά τη νίκη του, την είσοδό του στην Καγκελαρία – με δημοκρατικές διαδικασίες – ο Αδόλφος Χίτλερ μετρίασε τον ακραιφνή του λόγο. Η ρητορική της περήφανης και δυνατής Γερμανίας είχε καταφέρει επιτέλους και μετά από μακροχρόνιο αγώνα αποτελέσματα. Το μετριοπαθές κοινό τον ψήφισε. Η ατζέντα του Φίρερ είναι γνωστή. Κομμουνιστές, Εβραίοι, Τσιγγάνοι, ομοφυλόφιλοι δεν έχουν θέση στη χώρα. Η γερμανική κοινωνία δεν μπορεί να προσποιείται πως δεν γνώριζε.

Στις 27 Φεβρουαρίου 1933 πυρπολήθηκε το Ράιχσταγκ (Κοινοβούλιο). Ως δράστης συνελήφθη ο Ολλανδός Κομμουνιστής Μαρίνους φαν ντερ Λούμπε (Marinus van der Lubbe), που κατηγορήθηκε από τους ναζιστές ότι ήθελε έτσι να διαμαρτυρηθεί για την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Στον αντιφασιστικό, όμως, κόσμο υπήρχε η πεποίθηση ότι ο εμπρησμός ήταν προβοκάτσια της χιτλερικής κυβέρνησης. Χαρακτηριστικά η Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα αναφέρει: «Πιστεύεται ευρύτατα ότι ο εμπρησμός στήθηκε από την ίδια τη νεοσχηματισμένη ναζιστική κυβέρνηση για να στρέψει την κοινή γνώμη ενάντια στους αντιπάλους της και να περιβληθεί με έκτακτες εξουσίες. Ο Γκέμπελς, υπουργός Προπαγάνδας του Χίτλερ, φέρεται να είχε καταστρώσει το σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο δέκα πράκτορες του NSDAP με επικεφαλής τον Καρλ Ερνστ μπήκαν στο Ράιχσταγκ από μια υπόγεια σήραγγα, η οποία συνέδεε το Ράιχσταγκ με την επίσημη κατοικία του Γκέρινγκ». Ο Ερνστ δολοφονήθηκε το 1934, κατά την εκκαθάριση των SA. Στη διαθήκη του ομολόγησε την ενοχή του για τον εμπρησμό, που είχε γίνει με διαταγή του Χίτλερ. Με τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ δόθηκε η ευκαιρία στον Χίτλερ να πείσει τον Πρόεδρο Χίντενμπουργκ να εκδώσει αναγκαστικό διάταγμα βάσει του άρθρου 48 του Συντάγματος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Με αυτό ο Χίντενμπουργκ εξουσιοδότησε στην ουσία τον Χίτλερ να καταργήσει τα κυριότερα πολιτικά δικαιώματα των Γερμανών για ένα διάστημα και να αρχίσει διωγμούς και συλλήψεις κομμουνιστών και αριστερών.

Ο προπαγανδιστικός σχεδιασμός του Χίτλερ ήταν συγκεκριμένος. Οι απολιτίκ Γερμανοί θα απολάμβαναν μια ζωή όπως πριν. Ήρεμη. Φαινομενικά ειρηνική. Την ίδια στιγμή το μήνυμα της γερμανικής υπεροχής, της μανίας στα σύμβολα οργίαζε. Η Σβάστικα σε μορφή σημαίας ή επιβλητικού πανό κρεμιέται σε κάθε παράθυρο, κάθε είσοδο κυβερνητικών κτηρίων. Κάθε πράξη του γερμανικού κράτους, κάθε δημόσια πράξη πολίτη συνοδεύεται και από μια σημαία ή ένα σημαιάκι ή ένα υπέρλαμπρο λάβαρο.

Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930 ο μέσος Γερμανός έχει μάτια μόνο για το εθνικιστικό του όραμα. Γνωρίζει πως έχει διαλέξει το αυταρχικό “μονοπάτι” της πολιτικής του πορείας αλλά η μέθη του λαϊκιστικού λόγου του ηγέτη του είναι πραγματικά εθιστική. Γνωρίζει πως στη Γερμανία πια χωρά μόνο μια ιδέα. Του ολοκληρωτισμού.

Αν και ο Χίτλερ μιλούσε για Λαϊκή Εξουσία στην πραγματικότητα μια ομάδα σκληροπυρηνικών συνοδοιπόρων του νέμονταν την απόλυτη δύναμη. Εκείνη θα εκτελούσε την κρυφή ατζέντα μίσους του ηγέτη της. Ο λαός έπρεπε να γίνει μια καθοδηγούμενη μάζα. Μια εκτελεστική μηχανή χωρίς σκέψη. Οποιαδήποτε αμφισβήτηση του χιτλερικού καθεστώτος τιμωρούνταν.

Ακόμη και αν η γνώση γύρω από τους διωγμούς που υπόκεινται Εβραίοι, πολιτικοί αντίπαλοι, αντίπαλες μειονότητες Γερμανών, η ζωή εκτός Βερολίνου έμοιαζε να μην έχει χάσει την καθημερινή της αρμονία. Ο ρυθμός των εκθέσεων, των συναυλιών δεν μετριάζεται. Αλλάζει χαρακτήρα, αλλάζει φινέτσα αλλά δεν μειώνεται. Οι περίπατοι των Γερμανών στους υπέροχους κήπους των πόλεων της χώρας συνεχίζονται αμέριμνοι. Μόνο που σε κάθε τους βήμα υπάρχει η υπενθύμιση του καθεστώτος που κυβερνά. Σημαίες, λάβαρα, πανό, προπαγανδιστικό υλικό ανύψωσης της εθνικιστικής γερμανικής περηφάνιας υπάρχει παντού.

Τέλη της δεκαετίας του 1930 η καθημερινότητα των Γερμανών δεν είναι ίδια με εκείνη που είχαν στις αρχές της. Οι παρελάσεις ένστολων γίνονται καθημερινότητα. Οι, νόμιμες, διαδηλώσεις και οι πορείες έχουν ως θέμα μόνο την ικανοποίηση του αιτήματος για Εθνική περηφάνια. Αλάνθαστη εθνική καθαρότητα.

 

Οι φωτογραφίες από τη ζωή που είχαν οι Γερμανοί στη διάρκεια του 3ου Ράιχ μάς παρουσιάζουν τον βαθμό ελέγχου που κατάφερε να επιβάλει το Ναζιστικό καθεστώς στους πολίτες του. Μια σβάστικα παρούσα σε κάθε του βήμα. Ο απόλυτος έλεγχος της σκέψης. Ο εκμηδενισμός της ατομικής πρωτοβουλίας. Η φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσης περνά σε δεύτερη μοίρα. Αποτελεί είδηση μόνο στους άμεσα ενδιαφερόμενους. Τις μειονότητες που το καθεστώς θέλει να συντρίψει αγνοώντας τον ανθρώπινο πόνο.