του Γιάννη Παναγόπουλου //

Οι επιβάτες είναι ελάχιστοι. Και στους χώρους αναμονής δεν υπάρχουν τουρίστες αλλά άνθρωποι που ξέμειναν από ζωή και ζουν μέσα τους για να προστατευτούν από το κρύο. Το λιμάνι του Πειραιά τον χειμώνα είναι σκιά του καλοκαιρινού του εαυτού. Δεν ξέρω ποιος είναι ομορφότερος. Ο καλοκαιρινός που γεμίζει από υποψήφιους επιβάτες διακοπών. Ή εκείνος, ο τωρινός, που μοιάζει ξεχασμένος από την υπόλοιπη πόλη.

Περπατώντας στην αποβάθρα ένας τύπος θέλει να μου πουλήσει ένα iphone. Λέει πως κάνει πάνω από 1000 ευρώ αλλά θα το σκοτώσει για 300. Και λίγο πιο κάτω είναι ένας άλλος άνθρωπος που πουλά γυαλιά ηλίου.

Τα περισσότερα πρακτορεία στην Ακτή Τζελέπη είναι κλειστά. Και απ’ έξω δεν υπάρχουν “καμάκια” να ψαρέψουν τουρίστες γιατί τους Φλεβάρηδες δεν υπάρχουν τουρίστες.

Περπατώντας στην αποβάθρα βλέπεις ανθρώπους που έρχονται στο λιμάνι όχι από υποχρέωση. Μπορεί να έρθουν για να ταΐσουν γλάρους. Ή μπορεί να φτάσουν ως εκεί από περιέργεια, σαν και μένα, για να δουν πως ένα σημείο της πόλης, ο καλοκαιρινός τους εαυτός, είναι τόσο μα τόσο πολύ διαφορετικός από τον χειμωνιάτικο.

Δεν θυμάμαι να έχω ποτέ επισκεφθεί τον Πειραιά χειμώνα. Και ίσως αυτό είναι κάτι που ενώνει εσένα και μένα. Δεν έχουμε ποτέ επισκεφθεί ποτέ την Ακτή Τζελέπη χειμώνα αλλά μόνο καλοκαίρι όταν μπαρκάρουμε με το φέρρυ της μεγάλης φυγής από την Αθήνα.

•Η αίσθηση της φυγής, του προσωρινού, είναι αδιάκοπη στον Πειραιά. Ένα σημείο που το τράνζιτ συναντιέται με τον εαυτό του.

Ο Πειραιάς του χειμώνα δεν είναι ψεύτικος. Δεν μυρίζει αντηλιακό, δεν μυρίζει υπόσχεση, δεν ακούς κόρνες. Στον Πειραιά τον χειμώνα δεν βιάζεται κανείς.