του Παύλου Θ. Κάγιου //

Το αντίθετο του happy end δεν είναι σώνει και καλά το τραγικό, μπορεί να είναι και το γελοίο ή το σαρκαστικό, όπως στην περίπτωση της νέας ταινίας “Happy Εnd” του Μίκαελ Χάνεκε που… ξεροψήνει με τα κρεμμυδάκια την αστική Δύση και τον ανέραστο και αδιέξοδο κόσμο της τον οποίο ο σκηνοθέτης γνωρίζει από πρώτο χέρι μιας κι είναι αυστριακό-γερμανός.

Ήρωες της ταινίας του τα μέλη μιας μεγαλοαστικής οικογένειας… Η Αν (Ιζαμπέλ Ιπέρ) έχει αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση από τον πατέρα της, Ζορζ (Ζαν-Λουί Τρεντινιάν) λόγω της προχωρημένης του ηλικίας. Η Αν έχει επίσης να διαχειριστεί τις πιθανώς καταστροφικές συνέπειες ενός εργατικού ατυχήματος σε ένα από τα εργοτάξια της επιχείρησης, το οποίο ίσως είναι σφάλμα του γιου της και μελλοντικού διαδόχου της στην κεφαλή της εταιρείας (Φρανζ Ρογκόφσκι), ενώ ταυτόχρονα προετοιμάζει τον γάμο της με τον Λόρενς (Τόμπι Τζόουνς). Εν τω μεταξύ, ο αδερφός της (Ματιέ Κασοβίτς) αναλαμβάνει την επιμέλεια της έφηβης κόρης του από τον πρώτο του γάμο (Φαντίν Αρντουάν) μετά τη μυστηριώδη δηλητηρίαση της μητέρας της και πρώην συζύγου του. Κι εκείνος, όμως, κρύβει μυστικά, τα οποία θα μπορούσαν να βάλουν σε κίνδυνο τον δεύτερό του γάμο…

Κάτι σαν ανεπίσημο σίκουελ της αξιολάτρευτης «Αγάπης» (Χρυσός Φοίνικας και Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας), το «Happy End» σημαίνει ταυτόχρονα την επιστροφή του Χάνεκε στις θεματικές που τον έχουν απασχολήσει περισσότερο στην καριέρα του: η νοσηρότητα που κρύβει μια μπουρζουά οικογένεια, η ένταση ανάμεσα στις διαφορετικές γενιές και κοινωνικές τάξεις, η υποκρισία της κοινωνίας απέναντι στους πιο αδύναμους, η βία που ξεπηδάει ξαφνικά από τις αναπάντεχες στιγμές, οι πληγές που έχει δεχθεί η ανθρώπινη επικοινωνία παρά την αφθονία της τεχνολογίας. Κι όλα αυτά τα «αλέθει» στην απόλυτα κοινωνική ματιά του που διακρίνεται από ένα βιτριολικό χιούμορ. Γι’ αυτό και ντύνει την ιστορία του με αριστουργηματικά καυστικές στιγμές, κι όσο οι χαμένες ψυχές των ηρώων του προσπαθούν να βγουν από τα αδιέξοδά τους, τόσο βυθίζονται όλο και πιο πολύ στο έλος που έχουν κατασκευάσει οι ίδιοι. Οι μόνοι που διαισθάνονται το τέλμα στο οποίο είναι βυθισμένοι, είναι ο υπερήλικας πάτερ-φαμίλιας και ιδρυτής της… οικογενειακής αυτοκρατορίας – έξοχος ο Ζαν Λουί Τρεντινιάν που δεν φοβάται να δείξει τα προχωρημένα γεράματά του – και η εγγονή του…

Ζαν Λουί Τρεντινιάν

 

«Η ερμηνεία των ταινιών μου ανήκει στο θεατή»

Πολύ εύστοχα ο Μίκαελ Χάνεκε έχει πει πως «η ερμηνεία των ταινιών μου είναι θέμα του θεατή. «Προσπαθώ» διευκρίνισε «να αφήνω στοιχεία στον τρόπο με τον οποίο σκηνοθετώ και έπειτα αφήνω τη δουλειά σε εκείνους. Ελπίζω ότι ζω τη ζωή μου με ανοιχτά μάτια. Και δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τη σημερινή κοινωνία, χωρίς να αναφέρουμε την τυφλή κατάσταση μέσα στην οποία ζούμε. Δεν αναζητώ ποτέ μια μόνο θεματική – αυτό είναι κάτι που με ενοχλεί. Πρέπει να με αγγίξει κάτι για να μπορέσω να γράψω κάτι βαθύτερο. Φυσικά, η ταινία έχει μια αίσθηση πικρίας για τον τρόπο που ζούμε. Αλλά αυτή δεν είναι μια ταινία που μιλάει για ένα γαλλικό πρόβλημα… είναι παντού στην Ευρώπη. Το θέμα είναι ο τρόπος ζωής μας».

Σκηνοθεσία-σενάριο: Μίκαελ Χάνεκε
Παίζουν: Ιζαμπέλ Ιπέρ, Ζαν-Λουί Τρεντινιάν, Ματιέ Κασοβίτς, Φαντίν Αρντουάν, Τόμπι Τζόουνς

 

Ιζαμπέλ Ιπέρ