Από τον Νικηφόρο Γκολέμη // *

Ας το παραδεχθούμε. Κάθεσαι στο τραπέζι με τους Γερμανούς συμφοιτητές. Αν έπρεπε να διαλέξεις ένα πράγμα, για το οποίο θα προτιμούσες να μην πεις κουβέντα, σίγουρα θα ήταν η κατάσταση στην Ελλάδα. Όχι επειδή ντρέπεσαι ή φοβάσαι. Καμία σχέση. Το πρόβλημα είναι ότι δεν γνωρίζεις το βάθος των γνώσεων τού εκάστοτε συνομιλητή σου πάνω στο θέμα. Πόσο έχει διαβάσει, πόσο και πώς έχει ενημερωθεί, μέχρι πού μπορεί να σε ακολουθήσει στους συλλογισμούς σου. Πολύ θα ήθελες λοιπόν να μιλήσεις για τη ζωή στην πόλη, το σπίτι σου, τους συγκατοίκους σου, τις διαλέξεις, στην ανάγκη ακόμα και για τον καιρό που κάνει έξω, παρά να πιάσεις συζήτηση για την Ελλάδα.

Φυσικά όλα τα παραπάνω αποτελούν wishful thinking. Μέχρι να σκεφθείς ένα άλλο θέμα συζήτησης, σε έχουν ρωτήσει μέχρι και οι καρέκλες των συνομιλητών σου για την κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα. Εξηγώ ότι θα με ενδιέφερε πρώτα να ακούσω τη δική τους άποψη, αφού είναι αλλιώς να ζεις κάτι καθημερινά και αλλιώς να βρίσκεσαι δύομισι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και να ενημερώνεσαι αραιά και που.

Η κουβέντα ξεκινάει με τον Πασκάλ. Ο Πασκάλ τελείωσε ουμανιστικό γυμνάσιο-λύκειο, όπου έμαθε αρχαία ελληνικά. Μάλιστα, την τελευταία σχολική χρονιά πραγματοποίησε με την τάξη του εκπαιδευτική επίσκεψη στους Δελφούς. Οπότε, σίγουρα θα βλέπει τα πράγματα από μια πιο… φιλελληνική σκοπιά. Δεν ξέρει ακριβώς ποια είναι τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, αλλά πολύ θα ήθελε να τα μάθει. Παραδέχεται ότι στη γερμανική κοινή γνώμη υπάρχει μια μάλλον αρνητική στάση απέναντι στην Ελλάδα. Γιατί συμβαίνει όμως αυτό; Κατά την άποψή του, το πρόβλημα εντοπίζεται στην ενημέρωση που (δεν) απολαμβάνουν οι Γερμανοί. «Το θέμα εμφανίζεται στα γερμανικά ΜΜΕ μόνο όταν είναι να ψηφισθούν τα πακέτα βοήθειας», διαμαρτύρεται. «Κι αυτό γιατί τότε έχουμε πάντα ορισμένους βουλευτές του κυβερνητικού συνασπισμού που για ψηφοθηρικούς λόγους απειλούν ότι θα καταψηφίσουν. Ειδάλλως, αμφιβάλλω αν θα μαθαίναμε το παραμικρό για την Ελλάδα». Και τι είναι αυτό που βγαίνει στο τέλος αυτού του ιδιότυπου δημοσίου διαλόγου; «Απολύτως τίποτα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, είναι αδύνατο να βγουν ώριμα συμπεράσματα. Όταν ψηφισθεί το πακέτο στήριξης, ξεχνάμε εντελώς το πρόβλημα, νομίζουμε ότι με το που δίνουμε τα χρήματα, όλα διορθώνονται ως δια μαγείας. Μέχρι την επόμενη ανάγκη της Ελλάδας για βοήθεια. Οπότε πάμε ξανά από την αρχή.»

1Ο Κρις από δίπλα εν μέρει συμφωνεί. Εντοπίζει κι αυτός την ελλιπή ενημέρωση ως βασικό αίτιο της απροθυμίας μερίδας των συμπολιτών του για βοήθεια, ρίχνει όμως το φταίξιμο στους ίδιους. «Όταν όλα βαίνουν καλώς, το ενδιαφέρον για τα τεκταινόμενα ατονεί», εξηγεί. «Πολλοί Γερμανοί δεν θεωρούν σκόπιμο να ενημερωθούν σε βάθος για διάφορα ζητήματα που απασχολούν τον υπόλοιπο κόσμο. Διαπιστώνουν την ύπαρξη των εν λόγω ζητημάτων μόνο όταν αρχίζει να απειλείται η… τσέπη τους. Έτσι, επιφανειακές λαϊκίστικες αντιλήψεις βρίσκουν πρόσφορο έδαφος, εξαιτίας της ανυπαρξίας ουσιαστικής ενημέρωσης πάνω στο θέμα». Ο Κρις θεωρεί ότι οι Γερμανοί απέτυχαν να γίνουν η εξαίρεση στον γενικό κανόνα. «Δεν είναι γερμανικό πρόβλημα. Είναι κάτι που παρατηρείται σε όλον τον κόσμο. Η ευημερία επιφέρει μια χαλάρωση, ενώ η απώλειά της αφυπνίζει τους πολίτες να ενεργοποιηθούν και πάλι πολιτικά», καταλήγει.

Ο Πασκάλ και ο Κρις τάσσονται βεβαίως υπέρ της βοήθειας προς την Ελλάδα. Δεν αρκούνται απλώς στους αφορισμούς. Αντιθέτως, προσπαθούν να αναδείξουν τους λόγους, για τους οποίους πολλοί συμπολίτες τους δεν… χαροποιούνται ιδιαίτερα όταν δίνονται δανεικά στη χώρα μας. Σίγουρα κάποιος μπορεί να πει ότι συνομίλησα με δύο «αποκλίνουσες του κανόνος» περιπτώσεις, αφού ο μέσος Γερμανός ούτε αρχαία ελληνικά ξέρει, ούτε σπουδάζει νομική στη Χαϊδελβέργη. Η αλληλεγγύη όμως και η διάθεση για προσφορά δεν κοιτάνε ούτε κοινωνική τάξη, ούτε μόρφωση, ούτε εθνικότητα. Πολλές φορές όμως η ανθρώπινη βούληση κατευθύνεται σε σκοτεινά μονοπάτια.

Στο ημερολόγιο του αυτοκράτορα-φιλοσόφου Μάρκου Αυρηλίου διαβάζουμε ότι «οι άνθρωποι γεγόνασιν αλλήλων ένεκα. Ή δίδασκε ουν ή φέρε». Τόσο ο Πασκάλ όσο και ο Κρις, είναι αποφασισμένοι να «διδάξουν» τους συμπολίτες τους και όχι να «φέρουν». Κι αυτό γεννά την ελπίδα για τις σχέσεις μεταξύ των Λαών.

Café und Mensa im Marstall - Heidelberg, 19.7.2008

Η Mensa στη Χαϊδελβέργη. Πέρα από την εστίαση των φοιτητών, ο χώρος προσφέρεται για ανταλλαγή απόψεων μεταξύ τους.

 

* Ο Νικηφόρος δεν ζει πια στην Αθήνα. Είναι ένα από τα χιλιάδες παιδιά που γεννήθηκαν εδώ. Αλλά δεν σπουδάζουν εδώ. Ζει στην Χαϊδελβέργη. Σπουδάζει στο πανεπιστήμιό της. Η ιστορία της καθημερινότητας μπορεί να είναι η ίδια με κάθε παιδιού που γεννήθηκε εδώ. Αλλά δεν σπουδάζει εδώ.