του Γιάννη Παναγόπουλου //

Το νέο άλμπουμ “Beyond the Borders” της Μαρίας Φαραντούρη – σε συνεργασία με τον Τούρκο μουσικό Τσιχάν Τούρκογλου – ήδη κυκλοφορεί στην Ελλάδα. Στην υπόλοιπη Ευρώπη θα βγει τον Απρίλη. Δεν ξέρω αν βιάζομαι, θεωρώ όμως πως μια συνέντευξη με αυτή τη γυναίκα με τη χρυσή καριέρα – εντός και εκτός Ελλάδας – που έχει καταγράφει στη συλλογική μας μνήμη, είναι ευκαιρία να επανατοποθετηθούμε στην αξία του ελληνικού τραγουδιού και τις εικόνες, τις εντάσεις που κουβαλά μαζί του τα τελευταία πενήντα χρόνια. Η Μαρία Φαραντούρη έταξε τη ζωή της στη μουσική. Οι ερμηνείες της δέθηκαν σφικτά με τις ταυτότητες, τις ιδέες, τα ακούσματα, τα οράματα και τις διαφωνίες μιας ολόκληρης κοινωνίας. Είναι άραγε όλα αυτά βαριά κληρονομιά; Ή το σήμερα την απασχολεί περισσότερο από χτες;

-Αρχικά θα ήθελα να επιστρέψουμε στην πρώτη επικοινωνία που είχατε με τον ικανότατο πολυμουσικό Τσιχάν Τούρκογλου. Στο νέο σας άλμπουμ “Beyond the Borders” ερμηνεύετε τραγούδια του. Πώς σας προσέγγισε; Θα λέγατε πως ήταν εύκολο να σας πείσει να συνεργαστείτε;

Τον Τσιχάν Τούρκογλου μου τον γνώρισε ο παλιός φίλος Γιάννης Σπυρόπουλος (Μπαχ), μου μίλησε για τις γνώσεις του πάνω στη μουσική και το ταλέντο του. Και ήταν πράγματι έτσι. Όταν ήρθε για πρώτη φορά στο σπίτι δεν ήταν ανάγκη να πούμε πολλά. Έβαλε και άκουσα τη μουσική του, έπαιξε και ο ίδιος στο Σάζι. Αυτό ήταν, μετά οικοδομήσαμε μαζί σιγά σιγά αυτό που σήμερα είναι το άλμπουμ “Beyond the Borders”. Μας πήρε 2 χρόνια δουλειάς. Εκεί κατάλαβα και την αξία του Τσιχάν ο οποίος είναι γνώστης της παράδοσης αλλά και της σύγχρονης μουσικής, γι’ αυτό όπως θα παρατηρήσετε στο “Beyond the Borders” υπάρχουν στοιχεία και παραδοσιακά αλλά και minimal και jazz μουσικής. Πρότεινα το έργο στην ECM και ο διευθυντής της, Μάνφρεντ Άιχερ, ακούγοντας το Project, δέχτηκε αμέσως. Η παρουσία της διεθνούς καταξιωμένης Anja Lechner αλλά και των άλλων εξαίρετων μουσικών, της Mary Vardanian και του Izet Kizil , παίζουν πρωτεύοντα ρόλο.

-Θεωρείτε πως οι κατά καιρούς συνεργασίες σας με Τούρκους συνθέτες εμπεριέχουν τον συμβολισμό της συμφιλίωσης ανάμεσα σε δύο λαούς;

Δεν ξεκινάει από αυτό αλλά από το μουσικό ενδιαφέρον και τη γνωριμία μας με συνθέσεις που ξεκινούν και εφάπτονται με τη δική μας παράδοση. Η γνωριμία της μουσικής και η έκφρασή της με σημερινά δεδομένα, έχει σαν συνέπεια και τη καλύτερη γνωριμία των λαών μεταξύ τους. Η μουσική και το τραγούδι ρίχνουν γέφυρες μεταξύ των λαών.

-Πρόσφατα είχατε συναυλίες στο Βερολίνο. Συμμετείχατε και στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ Hellas Filmbox Berlin. Το φεστιβάλ Ελληνικού κινηματογράφου στο Βερολίνο. Ο ιδρυτής του, Αστέρης Κούτουλας, είχε πει πως η αρχική του ιδέα γύρω από το φεστιβάλ, το 2011, ήταν η αντιστροφή της αρνητικής γνώμης των Γερμανών για την Ελλάδα. Το φεστιβάλ ξεκίνησε σε μια εποχή που ο τύπος της Γερμανίας παρουσίαζε τη χώρα μας ως τελειωμένη υπόθεση, τους Έλληνες ως τεμπέληδες. Θεωρείτε πως ο αρχικός σκοπός του φεστιβάλ έχει ολοκληρωθεί με επιτυχία;

Το φεστιβάλ Hellas Filmbox φέτος ήταν αφιερωμένο στην Εθνική Αντίσταση κατά των Ναζί. Προβλήθηκε η ταινία του Παντελή Βούλγαρη “Το τελευταίο σημείωμα” και τιμήθηκε ο δημιουργός της. Πριν από την προβολή τραγούδησα τις 4 μπαλάντες του Μαουτχάουζεν. Παρόντες ήταν ο πρώην πρόεδρος της Γερμανίας, Κος Γιόαχιμ Γκάουκ, η αντιπρόεδρος της Γερμανικής βουλής και πολλές προσωπικότητες. Ασφαλώς είχε πολύ θετική επίδραση στη κοινή γνώμη του φεστιβάλ.  Στην αρχή της κρίσης υπήρχε μια υποτίμηση των Ελλήνων προερχομένη από μια προπαγάνδα λαϊκών εφημερίδων. Σήμερα δεν είναι έτσι, αλλά πάντα υπήρχε και υπάρχει ένα κομμάτι της κοινής γνώμης της Γερμανίας που εκτιμά την Ελλάδα, τον πολιτισμό της αρχαίο και νέο, έρχονται στην Ελλάδα το καλοκαίρι, έρχονται στις συναυλίες μας, γνωρίζουν την ποίηση, τη μουσική μας και μιλούν εναντίον της τιμωρητικής συμπεριφοράς της κυβέρνησής τους απέναντι στην Ελλάδα.

//-Ποια είναι η πιο πολύτιμη παρτιτούρα που έχετε στο συρτάρι σας;

Η “Κατάσταση Πολιορκίας” που μου την έστειλε κρυφά ο Μίκης από την εξορία του στη Ζάτουνα τον καιρό της δικτατορίας, με έναν Άγγλο δημοσιογράφο των Times. Τότε ήμουν στο Λονδίνο και παρουσιάσαμε το έργο για πρώτη φορά στο Άλμπερτ Χολ.//

-Πρόσφατα διάβαζα συνεντεύξεις που έχετε δώσει το πρόσφατο και απώτερο παρελθόν. Έχετε διηγηθεί ξανά και ξανά το ξεκίνημα της σχέσης σας με τον Μίκη Θεοδωράκη. Πείτε μου με το χέρι στην καρδιά, δεν έχετε βαρεθεί να την επαναλαμβάνετε;

Την διηγούμαι επειδή με ρωτούν, προφανώς έχει ενδιαφέρον για τους αναγνώστες η πρώτη προσέγγιση ενός πρωτόβγαλτου κοριτσιού στη σκηνή με έναν φτασμένο ήδη τότε συνθέτη.

-Υπάρχει τότε κάτι που δεν έχει τονιστεί επαρκώς γύρω από εκείνη τη στιγμή που εκείνος – Μίκης Θεοδωράκης – σας είπε πως “έχεις γεννηθείς για να τραγουδάς τραγούδια μου”;

Έχουν ειπωθεί όλα, ίσως παίζει ρόλο το ένστικτο του Μίκη και η αυθόρμητη απάντησή μου “Ναι, το ξέρω”.

-Μια Ελλάδα χωρίς τον Μίκη πώς θα ήταν;

Ασφαλώς φτωχότερη στο κομμάτι του σύγχρονου πολιτισμού της. Ο Θεοδωράκης, ο Χατζηδάκις και οι μεγάλοι μας ποιητές, η μεγάλη φουρνιά του ’60 ενίσχυσαν τη σύγχρονη πολιτιστική φυσιογνωμία της χώρας με το έργο και τα τραγούδια τους, δεν είναι τυχαίο που ακούγονται και τραγουδιούνται μέχρι σήμερα εδώ και στο εξωτερικό. Έχουν κατακτήσει το στοιχείο της διαχρονικότητας και αυτό είναι το πιο σπουδαίο στην τέχνη.

-Υπάρχει μια σειρά νέων ερμηνευτών που επιστρέφουν συχνά στην εποχή του Μάνου και του Μίκη διασκευάζοντάς την. Είναι στιγμές που αισθάνομαι πως αυτοί οι δύο κορυφαίοι έχουν στοιχειώσει το ελληνικό τραγούδι. Σχεδόν πιστεύω πως δεν ακούμε νέους συνθέτες γιατί απλά, αυτόματα, θα συγκριθούν με τους μεγάλους του παρελθόντος. Αυτή η άποψη πώς σας ακούγεται;

Περιγράφετε μια πραγματικότητα, διασκευές μεγάλων έργων θα υπάρχουν πάντα, από εκεί και πέρα θα φανούν και καινούργιες εκφράσεις στο χώρο της μουσικής. Μην ξεχνάτε πως ζούμε σε μια άλλη εποχή, με ίντερνετ και τεχνολογική ανάπτυξη. Σήμερα φοβάμαι ότι είναι πιο σύντομη η ζωή κάθε νέας δημιουργίας, έρχεται και φεύγει, μετά το αναζητά κανείς στο αδηφάγο διαδίκτυο, μόνο που παρασύρεται από την πληθώρα των πληροφοριών μέσα εκεί, έτσι πολλές φορές χάνεται η υποτιμάται κι ό,τι καλό παρουσιάζεται.

-Έχετε τη δική σας εκδοχή γύρω από το τι είναι, τελικά, μουσική;

Για μένα είναι ταυτισμένη με τη ζωή, από το νανούρισμα όταν γεννιόμαστε μέχρι το μοιρολόι όταν φεύγουμε, στο ενδιάμεσο η μουσική και το τραγούδι εκφράζει όλα τα συναισθήματα των ανθρώπων, τον έρωτα, τον καημό, τον αγώνα, την φιλοσοφική ενατένιση, τα πάντα.

-Πάει καιρός, όμως, από τότε που σας θυμάμαι στη σκηνή του Γηπέδου Καραϊσκάκης στις μεγαλειώδεις μεταδικτατορικές συναυλίες του Μίκη Θεοδωράκη. Το νόημα εκείνων των συναυλιών ξεπερνούσε τη μουσική ερμηνεία;

Ασφαλώς. Ήταν ένα ξέσπασμα ελευθερίας μετά 7 χρόνια δικτατορίας.

-Εκείνες οι συναυλίες ήταν το Woodstock της Ελλάδας;

Κατά κάποιον τρόπο ναι, μια λαϊκή γιορτή με πρωταγωνιστές τους νέους, τα αιτήματα για μια καλύτερη ζωή και όχημα τα τραγούδια.

-Υπήρξε φορά που φοβηθήκατε, πριν από συναυλία, τη σκηνή;

Πάντα πριν υπάρχει ένας κόμπος, ένα άγχος, όταν όμως ανέβεις στη σκηνή όλα αυτά τελειώνουν, γίνεσαι κύριος του εαυτού σου.

-Ποιος είναι ο άνθρωπος της μουσικής που θα θέλατε να είχατε περάσει περισσότερο χρόνο μαζί του στην καριέρα σας;

Πέρασα με πολλούς ώρες και μέρες και ο καθένας είχε τη γοητεία του. Θυμάμαι παλιά ευτυχισμένες στιγμές δημιουργίας με τον Τζον Γουίλιαμς στην κιθάρα, τον Κουβανό μαέστρο Leo Brower, τη Mercedes Sosa, τον περίφημο Zubin Mehta, το φίλο Zulfu Livaneli και πρόσφατα τον μεγάλο σαξοφωνίστα Charles Lloyd. Χωρίς να ξεχνάω ασφαλώς τις πολλές και ωραίες στιγμές με τον Μίκη και τον Μάνο.

-Ακούω όλο και πιο συχνά πως ζούμε στην εποχή που λείπουν οι χαρισματικές προσωπικότητες στην πολιτική, στη μουσική. Η σύγκριση των εποχών με όρους του παρελθόντος αδικούν το παρόν;

Μπορεί, αλλά είναι και αλήθεια. Οι μεγάλες προσωπικότητες σε κάθε τομέα, δεν βγαίνουν κάθε μέρα.

-Ποια είναι η πιο πολύτιμη παρτιτούρα που έχετε στο συρτάρι σας;

Η “Κατάσταση Πολιορκίας” που μου την έστειλε κρυφά ο Μίκης από την εξορία του στη Ζάτουνα τον καιρό της δικτατορίας, με έναν Άγγλο δημοσιογράφο των Times. Τότε ήμουν στο Λονδίνο και παρουσιάσαμε το έργο για πρώτη φορά στο Άλμπερτ Χολ.

-Έχετε συναυλιακά σχέδια για το ερχόμενο καλοκαίρι;

Έχω πολλά και διαφορετικά προγράμματα, με συνεργασίες Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών. Δύο από αυτά είναι ένα πρόγραμμα στο Ηρώδειο στα πλαίσια του φεστιβάλ Αθηνών, που σύντομα θα ανακοινωθεί, και στο φεστιβάλ της Σάνης, όπου θα έχω την ευκαιρία να ξανατραγουδήσω με τον περίφημο σαξοφωνίστα και το τρίο του, με τον Σωκράτη Σινόπουλο στη Λύρα και τον Τάκη Φαραζή στο πιάνο, στις 13 Ιουλίου.

-Υπάρχει κάτι που δεν κάνατε ακόμα στη μουσική σας ζωή που θα θέλατε να το κάνετε το συντομότερο δυνατό; 

Όσο μπορώ ακόμα θα τραγουδάω γιατί είμαι ταυτισμένη με τη δουλειά μου. Tο τραγούδι μου είναι η ανάσα μου. Κάθε μέρα ασχολούμαι και με νέες ιδέες. Θα δούμε. Καλά να είμαστε.

-Ποιες είναι οι διαφορές ανάμεσα στον συμφωνικό Θεοδωράκη και εκείνον του λαϊκού τραγουδιού; Εσείς ποιον προτιμάτε; 

Ο Θεοδωράκης σαν συνθέτης έχει κλασική υπόσταση, αυτό φαίνεται στα περισσότερα τραγούδια του που έχουν δομή κλασική, πέρα από τα λαϊκά. Αναγνωρίζεις τις μελωδίες του και στο κλασικό του έργο. Είναι φυσικό τα τραγούδια του, τα ορατόριά του, γνωστά σε όλο τον κόσμο, να έχουν επισκιάσει τις συμφωνίες ή τα πρελούδιά του. Με αυτήν την έννοια νομίζω ότι το κλασικό του έργο έχει αδικηθεί. Ως ερμηνεύτρια των έργων του είναι φυσικό να ταυτίζομαι με τα μέρη εκείνα που έχω υπηρετήσει και υποστηρίξει στη σκηνή. Από το ‘’Κάντο Χενεράλ’’ και το ‘’Μαουτχάουζεν’’ μέχρι το ΄΄Δρόμοι Παλιοί΄΄ του Αναγνωστάκη και τα τραγούδια του Λόρκα σε απόδοση Οδυσσέα Ελύτη και τόσα άλλα.

-Θυμάστε την τελευταία φορά που ζητήσατε συγνώμη σε κάποιον;

Πολλές φορές, κυρίως σε πρόβες που υπάρχει μια σχετική ένταση. Ο καλλιτέχνης είναι τελειομανής και πάνω στις πρόβες και στον εκνευρισμό μπορεί να πει και καμιά κουβέντα παραπάνω.