Του Μιχάλη Καφαντάρη //
Ευχαριστούμε την Μαρί Λουίζ Νικολαΐδη για τις φωτογραφίες

 Καλοκαίρι, μέσα δεκαετίας ΄80 περίπου. Τα παιδικά μου χρόνια βρίσκονται θαμμένα  την εποχή που τα Κουρέλια και η Γλυκιά Συμμορία γεννούσαν πάθη, μίση και αδιέξοδες συζητήσεις σε ένα ακαδημαϊκό κοινό που έψαχνε ακόμα αν η Αμερική γέννησε την υποκουλτούρα ή το αυγό την κότα, εμένα το μόνο που απασχολούσε ήταν αν τελικά θα αποκτήσω ποτέ το πανάκριβο “Πειρατικό της Πλέιμομπιλ” γιατί όλο με κάτι πλαστικά στρατιωτάκια της Mάτσμποξ από το ψιλικατζίδικο με ξεπέταγαν.

Δεν έχω λοιπόν στη μνήμη μου ούτε το αποσμητικό του κινηματογράφου στις πρώτες προβολές, ούτε το ξάφνιασμα που έσκασε από το πανί. Όταν μετά από χρόνια αναζήτησα τις ταινίες του Νίκου Νικολαΐδη, ο μύθος είχε ήδη φτιαχτεί, ήξερα τι ψάχνω να δω, καυλωμένος από καιρό με το ροκ και ρολλ, τη νουάρ παραλογοτεχνία και παραφιλολογία, τον σταθμό της Βικτώριας, τη βροχερή Πατησίων πίσω από την τζαμαρία του μπαρ, το αλκοολίκι του Πέκινπα, εξοικειωμένος πλέον ακόμα και με την εικόνα του παλιού περιπτέρου στην περιοχή που μεγάλωσα, ώρα «χειμωνιάτικες έξι» με μια κίτρινη λάμπα να φωτίζει τα κουρελιασμένα τεύχη του Σεραφίνο και του Τιραμόλα, να τραγουδάνε ακόμα κρεμασμένα και ας ήξεραν πως ποτέ δεν θα γίνουν Μίκυ Μάους της Ντίσνευ. Ήμουν σύμφωνος και έτοιμος. Όταν μάλιστα έμαθα ότι ο Νικολαΐδης γύρισε και διαφημιστικά για την τηλεόραση και είδα ποια ήταν αυτά δεν ένιωσα καμία έκπληξη. Είναι κάργα στη μουσική του ’50, κολεγιακά μπουφάν, αμερικάνικα αμάξια, εικόνες που θυμίζουν Καλιφόρνια των αρχών του ’60 και εξωτικές κινηματογραφικές περιπέτειες του ’40, πρόσωπα νουάρ γυναικών και τότε συνειδητοποίησα κάτι ακόμα.

Όταν ήμουν μικρός, εγώ και ο Νικολαΐδης κάναμε παρέα και μάλιστα σχεδόν κάθε μέρα.

Ένα Σάββατο βράδυ λοιπόν, γύρω στις 10 που η τηλεόραση ήταν ανοιχτή στο σαλόνι, μπήκε κλεφτά πάλι ο Νικολαΐδης μέσα από την οθόνη και μου έβαλε να ακούσω για πρώτη φορά στη ζωή μου το λεγκάτο που έκανε η μπουκωμένη ηλεκτρική φυσαρμόνικα του Μάντυ Γουότερς σε μια παραλλαγή του “ροκ μι μπέιμπι” από τα σέσιονς με τον Τζώννυ Γουίντερ.

photo kafantaris

Σήκωσα το κεφάλι μου από τα στρατιωτάκια.

Δεν είναι απλό αυτό που γράφω. Σπάνια σήκωνα το κεφάλι μου από τα στρατιωτάκια.

Κοίταξα την τηλεόραση και μια φωνή είπε: “Αν πάτε για Σικάγο …” ενώ στην οθόνη ο Νικολαΐδης μού έδειχνε μια αναποφάσιστη κατακόκκινη Πόντιακ του ’54 να περιμένει σε μια διχάλα ενός ανοιχτού δρόμου στο πουθενά.

Ένας άντρας και μια γυναίκα μέσα ψάχνουν τρόπο να πάνε στο Σικάγο και τότε περνάει επικίνδυνα ξυστά ένα σίγουρο τεράστιο φορτηγό ψυγείο, τους δείχνει το δρόμο και εκείνοι το ακολουθούν.

Ήταν μια διαφήμιση για παγωτό, αλλά τα παγωτά στην παιδική ηλικία δεν χρειάζονται διαφήμιση για να τα προσέξεις οπότε αγνόησα το μήνυμα της βιομηχανίας να ακολουθήσω το ψυγείο της, γιατί στο μεταξύ το θέμα είχε πάει αλλού.

Το μήνυμα που εγώ άκουσα στ’ αλήθεια έλεγε άλλες λέξεις:

“Αν πας για Σικάγο, έτσι μόνο αξίζει να πας, όλα τα άλλα είναι μαλακίες”

Η συμφωνία με τον Νικολαΐδη κλείστηκε επιτόπου, μια από τις ελάχιστες που έχω κάνει από τότε μέχρι και σήμερα με ανθρώπους που δεν γνωριστήκαμε ποτέ από κοντά.

Αν ποτέ πάω για Σικάγο θα πάω ακριβώς έτσι, με ένα ανοιχτό αμάξι με φιφτικες καμπύλες να τρέχει σίγουρο κάτω από τον ήλιο και μια γκόμενα δίπλα που θα σηκώνεται κάθε τρεις και λίγο όρθια για να νιώθει τον αέρα στα βυζιά και την ελευθερία του ανοιχτού δρόμου και θα μου σπάει τα νεύρα άλλα εγώ θα το παίζω χαλαρός για να μη χαλάσω την ατμόσφαιρα και η μπουκωμένη φυσαρμόνικα του Μάντυ Γουότερς διαπασών.

Όλα τ’ άλλα είναι μαλακίες …