Γράφει η Χρύσα Ματσαγκάνη //

Η πρώτη αντίδρασή σου το πρωί της 21ης Απριλίου 1967, ειδικά αν ήσουν «σεσημασμένος» αριστερός (μην ξεχνάμε τη λογοκρισία ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 και μετά) ήταν να κρύψεις όλα τα ενοχοποιητικά στοιχεία, με πρώτους τους δίσκους του Μίκη Θεοδωράκη.

Η διαδικασία ήταν απλή, τους έβαζες σε ένα χαρτοκιβώτιο ή τους τύλιγες σε μια κουβέρτα και τους έθαβες στην αυλή σου ή στο κοντινό χωράφι, τους έκρυβες σε καμιά καταπακτή ή τέλος πάντων ένα μέρος που δε θα έφτανε ποτέ η ασφάλεια της γειτονιάς σου σε μια ενδεχόμενη κοινωνική επίσκεψη που μπορεί να σε έστελνε κατευθείαν εξορία. Η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη απαγορεύτηκε και επίσημα με το υπ’ αριθμόν 13 διάταγμα του στρατού, την 1η Ιουνίου 1967. Το ότι η Χούντα απαγορεύει και λογοκρίνει τα πάντα φαίνεται απλώς σαν μια πρόταση αλλά η αξία της μεταφράζεται σε πλείστους κινδύνους για τους δημιουργούς όπως μια βόλτα από την ασφάλεια που είναι και το πιο, ας πούμε, light μέχρι την οδό Μπουμπουλίνας που εκεί τα πράγματα σκούραιναν. Πέρα από όσους βασανίστηκαν και εξορίστηκαν για το σύνολο του μέχρι τότε έργου τους, κι ο κατάλογος είναι μεγάλος, πολλοί πέρασαν από ανάκριση απλώς για ένα τραγούδι, χαρακτηριστικό παράδειγμα η Βίκυ Μοσχολιού (που τραγούδησε  με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση σε πρώτη εκτέλεση στα Δειλινά σε χουντική φιέστα τον ύμνο της Χούντας) όταν σε νυχτερινό μαγαζί τραγούδησε το «στρώσε το στρώμα σου για δυο» και λίγες μέρες μετά βρέθηκε για ανάκριση στην ασφάλεια.

Μια εποχή γεμάτη αντιφάσεις μόλις ξεκινάει. Υπάρχει η Ελλάδα που διασκεδάζει σε νυχτερινά κέντρα της Παραλιακής, τα Δειλινά, η Φαντασία, η Νεράιδα και άλλες μεγάλες πίστες παίρνουν κάθε βράδυ φωτιά και γίνονται πεδίο μάχης από τα σπασμένα πιάτα της λουσάτης πελατείας.

Η Μαρινέλλα, ο Γιάννης Καλατζής, ο Τόλης Βοσκόπουλος στη «Νεράιδα» τον Ιούλιο του 1974

Εκεί εμφανίζονται ονόματα όπως η Βίκυ Μοσχολιού, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Στράτος Διονυσίου, η Πόλυ Πάνου, ο Γιώργος Ζαμπέτας, η Μαρινέλα, η Μαίρη Λίντα με τον Χιώτη και άλλοι πολλοί. 7 χρόνια μεγάλες επιτυχίες που ακόμη και σήμερα ακούμε, υπήρξαν προϊόντα της εποχής εκείνης όπως «Απόψε στις ακρογιαλιές» του Βασίλη Τσιτσάνη, «Αγάπη μου επικίνδυνη» του Αντώνη Ρεπάνη, «Θα πιω απόψε το φεγγάρι» του Μίμη Πλέσσα, «Ξανθή, αγαπημένη Παναγιά» του Τόλη Βοσκόπουλου, «Όνειρο Απατηλό» του Απόστολου Καλδάρα και πολλά – πολλά ακόμη με κυρίαρχα θέματα την αγάπη, τον χωρισμό και όλα τα παράγωγα αυτών τόσο που θα νόμιζε κανείς ότι στην Ελλάδα μεταξύ 1967 και 1974 οι άνθρωποι μόνο ερωτεύονταν και χώριζαν, και στο ενδιάμεσο χόρευαν και κανα τσάμικο στις εθνικές και άλλες εορτές.

Η Χούντα όμως δεν μπορούσε να αφήσει την ψυχαγωγία του κόσμου μόνο στην ιδιωτική πρωτοβουλία ούτε να αφήσει τον λαό χωρίς θεάματα. Θέσπισε λοιπόν την «Ολυμπιάδα Τραγουδιού», μια τεράστια φαντασμαγορική φιέστα με τα πυροτεχνήματα, τις στρατιωτικές επιδείξεις και τους παραδοσιακούς χορούς να την πλαισιώνουν, και συνέχισε και προώθησε τη διοργάνωση του Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης από όπου αναδείχθηκαν νικητές όπως ο Τόλης Βοσκόπουλος, η Κλειώ Λενάρδου, ο Γιάννης Βογιατζής και άλλοι γνωστοί σταρ της εποχής.

Χούντα, Μπάλα και ελαφρό τραγούδι. Η Δέσποινα Παπαδοπούλου την εποχή της “επαναστάσεως” ποζάρει περιχαρής με πιατικό μπιμπελό της εποχής

-Ταυτόχρονα, υπάρχει η άλλη Ελλάδα αυτή που αντιστέκεται, που ακούει κρυφά τα τραγούδια του Θεοδωράκη και αντί για τα κρατικά ραδιόφωνα ψάχνει στα ερτζιανά ραδιοφωνικούς σταθμούς του εξωτερικού με ελληνικές εκπομπές. Από το Βουκουρέστι μέχρι τη Μόσχα οι σταθμοί αυτοί προσφέρουν κανονική ενημέρωση και «απαγορευμένη μουσική». Έτσι, δεν ήσουν υποχρεωμένος να ακούς μόνο ό,τι σου σέρβιρε το υπό στρατιωτική διοίκηση ραδιόφωνο, το κυρίαρχο μέσο μαζικής επικοινωνίας της εποχής, με τα δημοτικά ως επί το πλείστον και τα λαϊκά σουξέ Β’ και Γ’ κατηγορίας με μικρές εξαιρέσεις.

Διονύσης Σαββόπουλος και Μάνος Λοίζος

Μετά το πρώτο πάγωμα που έφερε ο Απρίλης, άρχισε άμεσα να δημιουργείται ένα άλλο ιδιαίτερο ρεύμα που συνέχιζε έστω και κάτω από μεγάλες αντιξοότητες την άνοιξη του ελληνικού τραγουδιού που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και επίσημα, τουλάχιστον, κόπηκε βάναυσα με την επέλαση των συνταγματαρχών. Είναι τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη και οι ηχογραφήσεις που έγιναν στο εξωτερικό όπως «Τα τραγούδια του αγώνα» που κυκλοφορούσαν στην Ελλάδα σε παράνομες κασέτες που δίνονταν από χέρι σε χέρι. Είναι ό,τι κατάφερναν συνθέτες όπως ο Μάνος Λοϊζος, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Σταύρος Κουγιουμτζής και πολλοί ακόμη να περάσουν από την Επιτροπή Λογοκρισίας είτε χρησιμοποιώντας αλληγορικά νοήματα (οι άνθρωποι της χούντας δε διακρίνονταν ιδιαίτερα για την ευφυΐα τους) είτε αλλάζοντας επίμαχες λέξεις με άλλες. Και βέβαια είναι η θρυλική παράσταση «Το μεγάλο μας Τσίρκο» με τραγούδια που γράφτηκαν από τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, μελοποιήθηκαν από τον Σταύρο Ξαρχάκο και ντύθηκαν με τη φωνή του Νίκου Ξυλούρη και της Τζένης Καρέζη. Το γεγονός ότι μια παράσταση – σύμβολο κατά της Χούντας όχι μόνο δεν λογοκρίθηκε αλλά συνέχιζε καθημερινές παραστάσεις με εκατοντάδες κόσμου, έστω υπό το άγρυπνο βλέμμα των αστυνομικών που έκαναν βάρδια στο θέατρο, αποτελεί από μόνο του τεράστια έκπληξη.