Του Νίκου Μουρατίδη //

Η ερμηνεία της Μαρίκας Κοτοπούλη σε έργα σύγχρονων συγγραφέων θεωρείται ανεπανάληπτη. Το ότι ήταν κοντή και άσχημη δεν την εμπόδισε να κερδίσει το θαυμασμό του κόσμου με τη γοητεία που εξέπεμπε, καθώς και με τη σπιρτάδα του μυαλού και τη δημιουργικότητα της σκέψης της.

-Στις πολιτικές της πεποιθήσεις ήταν φιλομοναρχική, θεωρώντας πως το παλάτι ήταν θεσμός ιερός. Ωστόσο, οι προσωπικές σχέσεις της δεν καθορίζονταν από αυτήν την επιλογή. Λένε ότι τη διάρκεια της κατοχής προστάτεψε και βοήθησε όσο μπορούσε τους αριστερούς συναδέλφους της, παρεμβαίνοντας υπέρ αυτών στις αρχές, με το πρόσχημα ότι τους χρειαζόταν κοντά της.

-Η Μαρίκα Κοτοπούλη γεννήθηκε στις 3 Μαΐου 1887 από γονείς που και οι δύο ήταν ηθοποιοί, και πέθανε στις 11 Σεπτεμβρίου 1954. Ήταν σημαντική Ελληνίδα ηθοποιός που διακρίθηκε περισσότερο ως τραγωδός στα έργα ξένων κι Ελλήνων κλασικών συγγραφέων. Πρωταγωνίστησε, ωστόσο, σε πολλά διαφορετικά θεατρικά είδη, ανάμεσά τους η κομεντί και η φάρσα. Εμφανίστηκε στη σκηνή βρέφος σε περιοδεία των γονέων της και ο πρώτος ρόλος της ήταν σε επιθεώρηση, σε ηλικία πέντε ετών, όπου υποδύθηκε μια μαθήτρια. Έως το 1901 εμφανιζόταν στο πλάι των γονιών της και το 1902 προσελήφθη στο Βασιλικό θέατρο κι άρχισε να γίνεται γνωστή στο ευρύτερο κοινό. Στο ξεκίνημα αντιμετώπισε την κακία και την έχθρα από μερίδα συναδέλφων της, εξαιτίας του νεαρού της ηλικίας της. Το ταλέντο της αναγνωρίστηκε γρήγορα από τους κριτικούς κι αυτό ενέτεινε τον ανταγωνισμό με την ευνοούμενη των ανακτόρων ηθοποιό Άννα Φραγκοπούλου- η οποία σύμφωνα με τα κουτσομπολιά της εποχής ήθελε να της βγάλει τα μάτια.

Σκηνή από το «Επάγγελμα της κας Γουόρεν» του Μπερνάρ Σω, με τη Μαρίκα Κοτοπούλη και την πρωτόβγαλτη Μελίνα Μερκούρη

-Σημαντική στιγμή στην καριέρα της νεαρής Κοτοπούλη υπήρξε η συμμετοχή της στην τριλογία του Αισχύλου Ορέστεια το 1903, όπου η χρήση της δημοτικής γλώσσας για πρώτη φορά σε αρχαίο δράμα προκάλεσε σεισμό στα θεατρικά και κοινωνικά δεδομένα της εποχής. Οι οπαδοί της καθαρεύουσας, αντέδρασαν βίαια, προκλήθηκαν επεισόδια με τραυματίες και έναν νεκρό (τα λεγόμενα Ορεστειακά) και η συνέχεια των παραστάσεων διακόπηκε.

Έγινε θιασάρχης το 1908 και το 1912 εγκαταστάθηκε στο θέατρο «Ομονοίας», το οποίο μετονομάστηκε σε «Μαρίκας Κοτοπούλη» και το 1936 μετακόμισε στο «Ρεξ» της οδού Πανεπιστημίου. Το καλοκαίρι του 1924, όταν ο αυτοκράτορας της Αιθιοπίας Χαϊλέ Σελασιέ επισκέφθηκε την Ελλάδα, η Κοτοπούλη και ο θίασος της επιλέχτηκαν για την παράσταση του Αγαμέμνονα που δόθηκε προς τιμήν του στο Ηρώδειο. Εκτός από το θέατρο, η Κοτοπούλη έπαιξε για μια και μοναδική φορά στον κινηματογράφο, στην ελληνοτουρκική παραγωγή Κακός δρόμος (1933), σε μυθιστόρημα του Γρηγόρη Ξενόπουλου. Η ταινία γυρίστηκε σε στούντιο της Κωνσταντινούπολης και σήμερα θεωρείται χαμένη. Κατά τη διάρκεια του πολέμου η παρουσία της Κοτοπούλη στο θεατρικό σανίδι αραίωσε. Η τελευταία της εμφάνιση πραγματοποιήθηκε το 1952, στην Ερμούπολη της Σύρου.

Διαβάστε τη συνέχεια του κειμένου εδώ: https://www.nikosonline.gr/η-συγκλονιστική-θεατρίνα/