Από τον Νικηφόρο Γκολέμη //
Εβδομάδα διεθνούς ενδιαφέροντος αυτή που μας αφήνει, με τους Γερμανούς να προσέρχονται σήμερα στις κάλπες και την Ευρώπη να αναμένει τον επόμενο κυβερνητικό εταίρο της Άνγκελα Μέρκελ. Η τελευταία θα κερδίσει μεν κατά τα φαινόμενα την τέταρτη διαδοχική της θητεία στην καγκελαρία, ωστόσο η στιγμή της αλήθειας για την “αναιμική” πολιτική που ακολουθεί τα τελευταία χρόνια δεν θα αργήσει να έρθει.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Η Μέρκελ έχει καταστεί μετά από δώδεκα χρόνια διακυβέρνησης ο απόλυτος κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού, γεγονός που προκλήθηκε μάλλον από ευνοϊκές συγκυρίες παρά ως απόρροια της πολιτικής της. Ειδικότερα, η Μέρκελ έχει την τύχη να βρίσκεται στο τιμόνι της χώρας σε μια περίοδο αξιοζήλευτης σταθερότητας: Η νομισματική ένωση ευνοεί τους Γερμανούς εργοστασιάρχες, εξασφαλίζοντάς τους μεγαλύτερα μερίδια στην ευρωπαϊκή αγορά, αλλά και την άνεση να πετούν ένα “ξεροκόμματο” ακόμα και στον τελευταίο Γερμανό εργάτη. Ταυτόχρονα, η απουσία σοβαρής αντιπολίτευσης είναι κάτι παραπάνω από εμφανής, αφού οι σοσιαλδημοκράτες (SPD) δεν διαθέτουν την απαιτούμενη λαϊκή βάση για να καταστούν απειλητικοί, “πληρώνοντας” ακόμα τον πολιτικό λογαριασμό για τις σχεδόν προ 15ετίας (!) αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις Σρέντερ. Μέσα στο υπάρχον διαμορφωμένο πλαίσιο, η Μέρκελ απλώς εκτελεί χρέη διαχειρίστριας, έχοντας καταστήσει την καγκελαρία… γραφείο δημοσκοπήσεων, όπου κάθε πρωτοβουλία λαμβάνεται με βάση τον επικοινωνιακό αντίκτυπο.

(Photo: CDU/Facebook)

Αυτή η “υπνωτική” άσκηση της πολιτικής (που βαφτίζεται αριστοτελική “μεσότητα” από τους μερκελιστές) και η απροθυμία ανάληψης οποιουδήποτε πολιτικού κόστους, έχουν ρίξει στον βάλτο το γερμανικό πολιτικό σύστημα, ενώ παράλληλα δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για την ενίσχυση της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD). Μετά τις κατά τόπους εκλογικές επιτυχίες της AfD στις εκλογές των κρατιδίων, το μόλις τεσσάρων ετών ακροδεξιό κόμμα αναμένεται να παλέψει σκληρά για την τρίτη θέση σε ομοσπονδιακό επίπεδο και να καταστεί υπό προϋποθέσεις η επόμενη αξιωματική αντιπολίτευση.
Το τελευταίο εξαρτάται βέβαια και από τον εταίρο, με τον οποίο η Μέρκελ θα επιλέξει να συγκυβερνήσει. Οι επιλογές της είναι η συνέχιση του Μεγάλου Συνασπισμού με το SPD, ενώ στη γωνία καραδοκούν Πράσινοι και Φιλελεύθεροι, με τους υποψήφιους συγκυβερνήτες όμως να κάνουν δεύτερες και τρίτες σκέψεις. Μπορεί, βλέπετε, η Μέρκελ να είναι η προσωποποίηση της μετριότητας και της αδιαφορίας σε πολλούς τομείς, όμως στην αφαίμαξη των κυβερνητικών της εταίρων παίρνει άριστα δέκα. Είναι νωπές ακόμα οι μνήμες στους Φιλελεύθερους του FDP από την προηγούμενη σύμπλευση με τη Μέρκελ, που τους έστειλε από το 14,5% το 2009 στο καταδικαστικό 4,8% του 2013 (5% το όριο εισόδου στην Μπούντεσταγκ), ενώ το SPD αναμένεται να προσθέσει ένα ακόμα πενιχρό αποτέλεσμα -κοντά στο 20%- στη συλλογή του μετά από μια τετραετία συγκυβέρνησης με τη Μέρκελ (τη δεύτερη σε 12 χρόνια-η πρώτη “γνωριμία” με την Άνγκελα τούς είχε εξασφαλίσει δωρεάν bungee jumping  από το 34% στο… 23%). Πάγια τακτική της Μέρκελ είναι να “χρεώνει” τις πολιτικές της στους εκάστοτε κυβερνητικούς της εταίρους (μαζί κυβερνούσαμε, τώρα τι διαμαρτύρεστε), υφαρπάζοντας πολλές φορές ακόμα και ολόκληρα κομμάτια από το προεκλογικό πρόγραμμά τους, σε μια προσπάθεια να αναδείξει ότι “όλοι ίδιοι είμαστε”. Κορωνίδα της επιτυχημένης αυτής συνταγής ήταν το ντιμπέιτ Μέρκελ – Σουλτς, στο οποίο ο υποψήφιος του SPD, αν και πολύ χαρισματικότερος ομιλητής, εγκλωβίστηκε σαν πρωτάρης σε μια συζήτηση διαπίστωσης των… συμφωνιών μεταξύ των δύο κομμάτων.
Κι όμως, παρά την ύπαρξη του πολιτικού “βρυκόλακα” Μέρκελ, τα τρία αυτά κόμματα ζητούν κατά βάθος απελπισμένα μια συγκυβέρνηση με την Άνγκελα Μέρκελ. Το SPD ως παραδοσιακό κόμμα εξουσίας δεν μπορεί να αντέξει τέσσερα χρόνια μακριά από τις υπουργικές καρέκλες, ενώ και οι Πράσινοι ίσως να μην έχουν άλλη ευκαιρία, καθότι τα περισσότερα οικολογικά θέματα στη Γερμανία έχουν λυθεί και πλέον δεν έχουν σοβαρό λόγο ύπαρξης στην πολιτική σκηνή. Παρόμοια κατάσταση και για το FDP (τη… λάιτ έκδοση της AfD), το οποίο έχοντας τρέξει μια προσωποκεντρική καμπάνια γεμάτη αοριστίες, (με τον υποψήφιο Κρίστιαν Λίντνερ να ποζάρει στις αφίσες σαν μοντέλο της Victoria’s Secret) θα επιχειρήσει να κεφαλαιοποιήσει άμεσα τις καλές του επιδόσεις με μια θέση στην κυβέρνηση, πριν αρχίσει να ξεφουσκώνει.
Το τελευταίο σενάριο μάλιστα έχει υιοθετηθεί και ως “τρομακτικό” από τα εν Ελλάδι μέσα, καθότι οι τασσόμενοι υπέρ του Grexit Φιλελεύθεροι ζητούν το ΥΠΟΙΚ ως προαπαιτούμενο για τη συμμετοχή τους σε κυβερνητικό συνασπισμό υπό τη Μέρκελ. Ως άλλοι αποικοιοκρατούμενοι, έχουμε φθάσει να παρακαλάμε να βαστήξει γερά ο Σόιμπλε στη γερμανική “μητρόπολη”, για να μην τραβήξει την πρίζα κάποιος τρελός του Λίντνερ. Μιλάμε για την απόλυτη κατάντια.
Σε τελική ανάλυση, η επόμενη μέρα των εκλογών θα βρει τη Μέρκελ σε θέση ισχύος να διαπραγματευτεί με το SPD σε πρώτη φάση για τη συνέχιση του Μεγάλου Συνασπισμού, αλλά και με τους Πρασίνους/Φιλελεύθερους για μια τρικομματική κυβέρνηση συνεργασίας (μια δικομματική με έναν από τους δύο δεν θα βγαίνει στα νούμερα). Ο πραγματικός νικητής των εκλογών όμως θα είναι η AfD, η οποία θα εκλέξει τους πρώτους της βουλευτές στην Μπούντεσταγκ. Ανεξάρτητα από το αν θα αναδειχθεί τρίτη δύναμη, η AfD δείχνει να εκμεταλλεύεται στο έπακρο την πολιτική – δημοσκοπικό γραφείο που ακολουθεί η Μέρκελ και να ποντάρει στη γενικότερη αδράνεια της καγκελαρίου. Χαρακτηριστικό της “πέρα βρέχει” στάσης που ακολουθεί η Μέρκελ είναι εξάλλου το γεγονός πως κατά τη διάρκεια της περιοδείας της βρέθηκε αντιμέτωπη με υποστηρικτές της AfD, οι οποίοι εμφανίζονταν με σφυρίχτρες σε όλες τις ομιλίες της. Παρά τον εκκωφαντικό και ενοχλητικό ήχο της σφυρίχτρας, που πολλές φορές “καπέλωνε” τη Μέρκελ, η καγκελάριος ουδέποτε διέκοψε κάποια ομιλία για να απευθυνθεί στους “σαμποτέρ” της AfD, παρά συνέχιζε ατάραχη να διαβάζει ρομποτικά, με τον ίδιο χαρακτηριστικό και βαρετό τόνο, το χειρόγραφό της. Μια εικόνα που αντικατοπτρίζει απόλυτα την απαθή στάση της Μέρκελ απέναντι στην προελαύνουσα AfD και ταυτόχρονα μια σιωπηρή παραδοχή ενοχής για την άνοδο του ακροδεξιού μορφώματος.