Του Γιάννη Παναγόπουλου //
Γράφει ασταμάτητα. Και σε μια περίοδο που όλοι μιλούν χωρίς να λένε πραγματικά κάτι, ορίζει τους κανόνες ενός διαλόγου με τον δικό του, πολυφωνικό, τρόπο. «Είναι απλό. Μιλώ όταν έχω να πω κάτι. Σωπαίνω όταν δεν γνωρίζω γι’ αυτό που με ρωτούν». Συγγραφέας και δημοσιογράφος, ο Μηνάς Βιντιάδης έχει μάθει να κινείται στη γειτονιά της επικοινωνίας, των τεχνών και των γραμμάτων με άνεση που δεν στέκεται στην αυθαιρεσία της «αυτοπεποίθησης». Έχει συμβιβαστεί με τους φόβους του. Έχει ζυγίσει την εποχή που έφυγε, εκείνη που οι δημοσιογράφοι κέρδιζαν τα πάντα γράφοντας λίγα και το σήμερα. Του ζήτησα να μιλήσουμε. Ένα φεγγάρι υπήρξε διευθυντής μου. Το λέω αυτό γιατί η κουβέντα μαζί του ξεπερνά τυπικότητες που λογικά πρέπει να έχει μια συνέντευξη. Σύντομα, στην Αθήνα, θα ανέβουν σε θεατρικές σκηνές έργα του. Είναι κάτι που τον ενθουσιάζει.
Από εκδήλωση στον Φλοίσβο

Από εκδήλωση στον Φλοίσβο

-Μου είπες στο τηλέφωνο ότι σύντομα θ’ ανέβουν δύο έργα σου στο θέατρο. Τι λέμε γι’ αυτό;

-Το καινούργιο μου έργο λέγεται Tatooland. Ξέρεις, δεν έχω τατουάζ πάνω μου. Για πολλά χρόνια ήθελα να κάνω ένα. Πολλές φορές έφτανα μπρος στις πόρτες τατουατζίδικων αλλά ποτέ δεν έμπαινα μέσα. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί είχα μια άρνηση στα τατουάζ πάντα στο παρά πέντε. Κάποια στιγμή έπιασα κουβέντα με μια φίλη ηθοποιό που έχει το δικό της εργαστήρι τατουάζ. Σκέφτηκα πως πριν μπω στη διαδικασία συγγραφής του έργου θα έπρεπε να έχω την εμπειρία του τατουάζ στο σώμα μου. Τελικά δεν έκανα. Μπήκα όμως στο στούντιό της και είδα την διαδικασία. Το έργο θα ανέβει στις 13 Μαρτίου στο «Αγγέλων Βήμα» στο «Φεστιβάλ Ελληνικού Θεατρικού  Έργου». Όπως και να έχει, ανεξάρτητα από το ένα και το άλλο, βλέπω το τατουάζ με φόβο. Υπάρχουν φορές που φοβήθηκα πως αν κάνω ένα θα με κατεύθυνε σε άλλους δρόμους ενώ θα έγραφα το έργο. Δεν το ήθελα αυτό.

-Για τι τύπου φόβο μιλάς;

– Σκεφτόμουν πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Κάποια στιγμή έφτασα στο συμπέρασμα πως η ψυχή μου είναι γεμάτη τατουάζ. Η μητέρα μου. Οι φίλοι. Μια γυναίκα που αγάπησα όλοι τους άφησαν από κάτι, άσβηστο, μέσα μου.

-Το δεύτερο έργο σου που θ’ ανέβει στο θέατρο με τι ασχολείται;

-Είναι ο «Κάτω Παρθενώνας». Έργο που ανέβηκε πέρυσι στο «Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας». Περιγράφει την Ελλάδα τού σήμερα. Δηλώνει πως η οικονομική κρίση είναι μια επίφαση. Πως η συναισθηματική κρίση είναι βαρύτερη όταν μας αναγκάζουν να κάνουμε μια σειρά πράγματα επειδή απλά νομίζουν πως μας λείπουν μερικά χαρτονομίσματα από την τσέπη μας. Ήρωες είναι ένας πρώην γιάπης που τα έχει χάσει όλα και ένας κλοσάρ ο οποίος είναι καλλιεργημένος. Ο δεύτερος ζει σε μια σπηλιά που ζουν άνθρωποι σαν και εκείνον. Είναι οι κάτοικοι του Κάτω Παρθενώνα. Για να βγει το έργο μίλησα με αστέγους, έβαλα πολλά πράγματα από τον δικό μου εαυτό. Εκείνον που συμμετείχε στην εποχή της ψεύτικης ευμάρειας.

Μαθητής του Δημοτικού στην Κάσο

Μαθητής του Δημοτικού στην Κάσο

-Έπαιξες και εσύ σε εκείνο το παιχνίδι;

-Συνειδητά όχι. Αλλά θυμάσαι;  Όλοι χορεύαμε στον ρυθμό της υψηλότερης αμοιβής στη δουλειά, τα ακριβά ρούχα, τα καλύτερα αυτοκίνητα. Σήμερα είμαι πολύ ευχαριστημένος που μπορώ να ζω ξέγνοιαστος. Ζω με το ένα δέκατο των χρημάτων που κέρδιζα κάποτε αλλά, ρε παιδί μου, νιώθω λες και έχω τα εννέα δέκατα της ευτυχίας που μου έλειπε. Θέλεις όμως να επιστρέψουμε στο έργο;

-Ναι, πάμε ξανά εκεί.

-Ο πρώην γιάπης προσλαμβάνει τον άνθρωπο τού Κάτω Παρθενώνα να τον σκοτώσει. Και αυτό για να πάρουν το ποσό της ακριβής του ασφάλειας τα παιδιά του. Όλη η ιστορία μοιάζει με μια γερή παρτίδα πινγκ – πονγκ όπου συναισθήματα και αξίες εναλλάσσονται με ταχύτητα. Η πρεμιέρα του έργου θα γίνει την 21η Απριλίου 2017 και αυτό μετά από δική μου προτροπή. Η παράσταση θα φιλοξενηθεί στο «Underground», στο υπόγειο του “Άστυ” και θα είναι σε σκηνοθεσία της Βάνας Πεφάνη.

Όταν λέμε την λέξη «ταλέντο» μιλάμε για ένα θείο δώρο ή για το αποτέλεσμα σκληρής προσπάθειας ενός ανθρώπου;

-Είναι μια σειρά πραγμάτων. Εχω γνωρίσει ταλαντούχους ανθρώπους που απλά έμειναν με το ταλέντο και δεν πήγαν παρακάτω. Το ταλέντο είναι ένα δώρο, έτσι νομίζω. Απλά το όλο πράγμα δεν σταματάει εκεί. Με το χέρι στην καρδιά έχω αναρωτηθεί πολλές φορές ακόμα και  τώρα, στο κατώφλι των 60 συχνά το κάνω, γιατί πήρε αυτόν τον δρόμο η ζωή μου. Ήμουν ένα παιδί που μεγάλωσε στην Κάσο. Σε μια εποχή με τρομερές ελλείψεις. Το πρώτο μου βιβλίο το απέκτησα στα δώδεκα. Τηλεόραση είδα πολύ αργότερα. Όταν τα σκέφτομαι όλα αυτά αναρωτιέμαι για μια σειρά λεπτομέρειες που σημάδεψαν ην ζωή μου. Τι ήταν αυτό που με οδήγησε να γίνω συγγραφέας ή δημοσιογράφος; Γιατί ρε παιδί μου η φιλόλογος μού είπε γράφεις ωραία, μιλάς όμορφα δεν πρέπει να κάνεις κάτι άλλο στη ζωή σου εκτός από το να ασχοληθείς με την δημοσιογραφία; Τι είδε πάνω μου που την οδήγησε να πει αυτό; Η μητέρα μου δεν έχει βγάλει το δημοτικό. Ήταν παιδί του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Στο νησί η μόνη ευκαιρία που είχα για να μάθω περισσότερα για τον έξω κόσμο ήταν οι ιστορίες των γέρων. Τις διηγούνταν και αντιλαμβανόμουν αυτό που λέμε λαϊκή σοφία. Κατά τα άλλα θυμάμαι πως ραδιόφωνο άκουσα για πρώτη φορά στα δεκατέσσερα. Στο σπίτι της θείας Ποθητής. Είχε ένα μεγάλο ραδιόφωνο που το είχε βάλει πάνω σε ένα σκρίνιο. Τα παιδιά αν το αγγίζαμε μάς έδερνε.

Στη σκηνή του ΚΘΒΕ με τον σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς του έργου του "Ο Κάτω Παρθενώνας"

Στη σκηνή του ΚΘΒΕ με τον σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς του έργου του “Ο Κάτω Παρθενώνας”

-Ήταν το άγιο ραδιόφωνο;  

-Ναι, κάπως έτσι ήταν το όλο πράγμα. Και στους γύρω τοίχους υπήρχαν οι φωτογραφίες γερόντων που μας κοιτούσαν με βλέμμα γεμάτο αυστηρότητα. Σε ό,τι αφορά την ερώτησή σου περί ταλέντου, θέλω να «ανοίξω» το όλο πράγμα. Να σου πω πως όπως και αν έχει, ανεξάρτητα από το βάθος, το μήκος ή την πολυποικιλότητα μιας θεωρίας γύρω από το ταλέντο, γνωρίζω πως πλέον έχω ζήσει τα οκτώ δέκατα της ζωής μου. Και πως πλέον δεν ψάχνω για απαντήσεις σε θέματα που ακόμα και τα πιο λαμπρά μυαλά δεν κατάφεραν να απαντήσουν. Ξέρεις είμαι αραβογεννημένος, γεννήθηκα στην Αίγυπτο. Πιστεύω στο Κισμέτ. Δηλαδή πιστεύω πως κάπου ανάμεσα στην πολλή δουλεία και το ταλέντο υπάρχει και η τύχη. Αυτές είναι οι αξίες που συνθέτουν το πεπρωμένο.

-Όταν ήσουν διευθυντής μου στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» πολλοί σε φώναζαν Μηνάκο, Μηνούλη και κάτι άλλα τέτοια. Θεωρώ αυτές τις παιχνιδιάρικιες καταλήξεις φαιδρές. Εσένα σου άρεσαν;

-Μπήκα από μια σύμπτωση στη δημοσιογραφία. Στην Αθήνα ήμουν απλά ένα παιδί από την Κάσο που απλά ονειρεύονταν να γίνει δημοσιογράφος. Η πρώτη μου δουλειά ήταν για το περιοδικό «Σκάφος και Παλιοντούφεκο». Τι ειρωνεία;

-Τι ειρωνεία; Τι εννοείς;

-Φοβάμαι τη θάλασσα. Και το πρώτο περιοδικό που δούλεψα είχε σχέση μαζί της. Και δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και πως στρατό έκανα στο πολεμικό ναυτικό. Είναι πως στη ζωή μου κόντεψα δύο φορές να πνιγώ. Κατά κάποιο τρόπο η θάλασσα με κυνηγά.

-Από πού προέκυψε αυτός ο φόβος;

-Ο πατέρας μου. Ήμουν πέντε ετών όταν με πέταξε στην θάλασσα. Τρόμαξα. Ο φόβος αυτός ποτέ δεν έφυγε.  

Με τους μαθητές του σεμιναρίου του στην Ανοιχτή Τέχνη

Με τους μαθητές του σεμιναρίου του στην Ανοιχτή Τέχνη

-Ήσουν λοιπόν στο σκάφος και στο ψαροντούφεκο και μετά πήγες στα Νέα;

-Πήγα στην εφημερίδα «Γνώμη». Και μετά ένας φίλος που δούλευε στο Βήμα μού είπε πως ζητούσαν συντάκτη ύλης. Πήγα. Ήμουν 26 ετών και απέναντι μου στεκόταν επιβλητικός ο Ψυχάρης. Μου έκανε ένα μάγκικο τεστ. Με ρώτησε δύο πράγματα, τού απάντησα και αμέσως μετά μου είπε προσλαμβάνεσαι. Το όλο πράγμα κράτησε 7 λεπτά. Έμεινα στο συγκρότημα Λαμπράκη 27 χρόνια. Ο Ψυχάρης ήταν απίστευτος. Με έβαλε στη δουλειά και τις μέρες που ακολούθησαν μου έλεγε: «Φόρα σακάκι, άσε μουστάκι, μην πίνεις μπύρα στο γραφείο». Όταν τον ρωτούσα: «Γιατί τα λέτε όλα αυτά;», έλεγε «Είσαι μόνο 26 ετών. Αν δεν δείχνεις μεγαλύτερος οι άλλοι θα σε φάνε. Έχουν τα διπλά χρόνια από εσένα. Και εσύ έχεις όσα εκείνοι πια δεν έχουν. Είσαι νέος, όμορφος, έξυπνος. Θα σε γαμήσουνε. Φρόντισε να δείχνεις μεγαλύτερος. Αυτό το πράγμα στο Βήμα με καθόρισε».

– Πάντως δεν μου απάντησες στην ερώτηση που σου έκανα. Εσένα στο γραφείο τότε έβρισκες ποιητικό να σε φωνάζουν Μηνάκo;

-Δεν με ένοιαζε ρε Γιάννη. Εσύ με γνώρισες στα «σίγουρα» μου. Όταν η ζωή είχε πάρει τον δρόμο της και δεν θα έδινα σημασία σε κάτι τόσο μικρό. Με γνώρισες σε μια εποχή που δεν ανησυχούσα για το μέλλον της οικογένειάς μου. Η δημοσιογραφία μού έδωσε πολλά. Δούλεψα δίπλα σε ανθρώπους σαν τον Καραπαναγιώτη, τον Νικηφόρο Αντωνόπουλο, τον Ψυχάρη, τον Γιάννη Μετζιδάκη.  Ήταν άνθρωποι που μου έδωσαν πολλά. Περισσότερα απ’ όσα ονειρευόμουν να πάρω όταν παιδί στην Κάσο διάβαζα τον Ταχυδρόμο, το περιοδικό που έμελλε κάποια στιγμή  να διευθύνω. Είχα αποφασίσει να γίνω δημοσιογράφος από τα δώδεκά μου χρόνια. Τότε και το να γράψω το ρεπορτάζ για την «Ομάδα» (ένθετο αθλητικό φύλλο της εφημερίδας Τα Νέα) μιας ποδοσφαιρικής ομάδας, ακόμα και εκείνης που παίζει στην Ω Εθνική, φάνταζε όνειρο. Άπό τη δημοσιογραφία δεν έχω παράπονο. Από εκείνη έζησα, έβγαλα όσα έβγαλα, έμαθα τη ζωή. Και κανένας δεν μου φέρθηκε άσχημα. Το μόνο που με ενόχλησε κάποια στιγμή ήταν ο ανταγωνισμός. Εκείνος που καταλήγει σε πισώπλατα μαχαιρώματα.  Ξέρεις, κατά βάθος είμαι ένας αντισυμβατικός τύπος. Και αισθάνομαι πως πλέον δεν  φοβάμαι να αποκαλύψω ακόμα και σε μένα ποιος πραγματικά είμαι. Οι κόρες μου είναι μεγάλες. Έχουν πάρει τα πτυχία τους. Έχουν πάρει τα μεταπτυχιακά τους. Τώρα δεν έχω άγχος. Μπορώ να περπατήσω από το κέντρο της Αθήνας που μένω στον Πειραιά και αυτό μόνο να μου δώσει ευτυχία.

Το εξώφυλλο του τελευταίου του μυθιστορήματος

Το εξώφυλλο του τελευταίου του μυθιστορήματος

-Κέντρο μένεις τώρα; Κάποτε ήσουν περήφανος για το σπίτι που έφτιαξες στο Μαρούσι;

-Ξέρεις, έχω περάσει πολύ στερημένα παιδικά χρόνια. Έχασα τον πατέρα μου όταν ήμουν 8,5 χρονών. Μεγάλωσα στην Κυψέλη με τη μητέρα μου. Την βγάζαμε με μια πενιχρή σύνταξη. Ό,τι έκανα στη ζωή μου το έκανα με την δουλειά μου. Και το βασικότερο, είτε τότε είτε σήμερα, είναι πως δεν είχα πρόβλημα με τον ύπνο. Έπεφτα και πέφτω στο κρεβάτι και κοιμάμαι σε δευτερόλεπτα. Αυτό συμβαίνει όχι γιατί μπορεί να είμαι κουρασμένος αλλά γιατί έχω ήσυχη συνείδηση. Δεν πήρα ποτέ λεφτά κάτω από το τραπέζι. Δεν παραχώρησα ποτέ το μυαλό μου, την ψυχή μου, στο σώμα μου.. Δεν πουλήθηκα. Όταν έκανα το σπίτι που λες ήταν σαν να λέω στην πάρτη μου «μπράβο ρε, τα κατάφερες». Μην ξεχνάς πως εκείνη την εποχή δούλευα 18 ώρες την ημέρα. Επέστρεφα σπίτι, έβλεπα τις κόρες μου, έβγαζα τον σκύλο βόλτα και αυτό ήταν όλο.

-Στις μέρες μας δημοσιογραφία είναι δημόσιες σχέσεις;

-Μπορείς να βρεις πολλές διατυπώσεις για να περιγράψεις αυτό που συμβαίνει. Εγώ όμως εξακολουθώ και θα εξακολουθώ να πιστεύω στο μικρό ή το μεγάλο ποσοστό ειλικρίνειας που έχει ο καθένας μέσα του. Αυτό είναι όλο. Είτε κάποτε, την εποχή της ευμάρειας με τους μεγάλους μισθούς και την πολυθεσία με τα δώρα είτε σήμερα, την εποχή των λίγων χρημάτων, των σάιτ που γράφουν ανεξέλεγκτα όσα γουστάρουν, παραμένω πιστός στην ειλικρίνεια των ανθρώπων.

-Τι σκέφτεσαι για τους νέους κανόνες επικοινωνίας που προβάλλει η τεχνολογία;

-Δεν αρνούμαι το παρόν. Πλέον βρίσκω πληροφορίες που δεν θα  είχα την ευκαιρία να βρω εύκολα. Απλά πλέον υπάρχει μια σύγχυση. Ο τύπος έχει χάσει την οντότητά του. Αλλά, γι αυτό,  δεν μπορώ να ρίξω το φταίξιμο απλά και μόνο στην τεχνολογία. Δεν σχολίασα ποτέ κάτι που δεν γνώρισα. Μπορώ να μιλώ μόνο για τα βιβλία μου, τα έργα μου και το νησί μου. Μου είναι αρκετά. Δεν υπήρξα ποτέ ο αρχισυντάκτης που κυκλοφορούσε καμαρωτός μέσα από το σακάκι του και είχε άποψη επί παντός επιστητού. Όταν δεν γνωρίζω κάτι απλά δεν μιλάω. Και όταν δεν έχω κάτι να πω απλά δεν μπαίνω στη διαδικασία να μιλήσω έτσι γενικώς. Θυμάσαι την περίπτωση της Αμφίπολης. Μου ζήτησαν το σχόλιό μου γύρω από την έκβαση των ανακαλύψεων. Ήταν τρελό. Τους έλεγα, πώς μπορώ να σχολιάσω για κάτι που δεν έχω ιδέα; Παρ’ όλα αυτά πολλοί, εκείνη την περίοδο, είχαν άποψη για ένα θέμα που δεν γνώριζαν. Μιλούσαν δημόσια έτσι απλά για να πουν κάτι. Ξαφνικά χάσαμε την ουσία γύρω από μια ανακάλυψη και ασχολούμασταν με τον τρόπο που διακινούσε την πληροφόρηση η Παναγιωταρέα ή με το τι είπε ο Άδωνις ή ο Σαμαράς για ένα θέμα που δεν γνωρίζουν. Όλο αυτό μου φαίνεται τρελό ρε παιδί μου. Όπως και να έχει δεν το υπηρέτησα ποτέ.   

Από το σεμινάριο Θεατρθκό Αντίσκηνο Θάσου. Δίπλα του Δημ. Καρατζάς, Δήμητρα Χατούπη, Γεωργία Μαυραγάνη

Από το σεμινάριο Θεατρθκό Αντίσκηνο Θάσου. Δίπλα του Δημ. Καρατζάς, Δήμητρα Χατούπη, Γεωργία Μαυραγάνη

 Μηνάς Βιντιάδης, βιβλιογραφία.

Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Μηνάς Βιντιάδης γεννήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1957 στο Πορτ Σάιντ της Αιγύπτου και μεγάλωσε στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Κάσο, προτού εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα. Έχουν εκδοθεί τα μυθιστορήματά του “Τι είπα στην Κλαούντια”, “Οι τρεις Μαρίες” (εκδ. Λιβάνη, 1996 και 1999), “Το δεξί πόδι του θεού” (Ελληνικά Γράμματα, 2003) και η συλλογή διηγημάτων “Ο δράκος κόκορας” (Ελληνικά Γράμματα, 2006). Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στα πιο σημαντικά ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά. Εργάστηκε από το 1984 στην εφημερίδα “Τα Νέα” ως συντάκτης ύλης, υπεύθυνος του πολιτιστικού τομέα και διευθυντής σύνταξης στο ιστορικό περιοδικό “Ταχυδρόμος”, ενώ για περισσότερα από είκοσι χρόνια έγραφε και παρουσίαζε την εκπομπή “Λόγος Περιοδεύων” στο Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Είναι μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής επί Καλλιτεχνικών Θεμάτων του Ιδρύματος “Μιχάλης Κακογιάννης”.

 

(2016)

Ο κάτω Παρθενώνας, Κάπα Εκδοτική

(2013)

Τηγανίζουν πατάτες στον Άρη;, Τόπος

(2006)

Ο δράκος κόκορας, Ελληνικά Γράμματα

(2003)

Το δεξί πόδι του Θεού, Ελληνικά Γράμματα

(1999)

Οι τρεις Μαρίες, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη

(1996)

Τι είπα στην Κλαούντια, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη