Του Παύλου Θ. Κάγιου //

Ο άνθρωπος και η σύγκρουσή του με το κοινωνικό περιβάλλον κυριαρχεί στις νέες ταινίες: «Βικτώρια και Αμπντούλ», «Πικαδέρο», «Ένα κάποιο τέλος», «Γυάλινο κάστρο»

 

“Βικτώρια και Αμπντούλ”

-Ένας ζηλευτός Άγγλος σκηνοθέτης από τη δεκαετία του ’80, ο Στίβεν Φρίαρς, κι ένα ιερό τέρας της υποκριτικής, η Τζούντι Ντεντς, η βραβευμένη με Όσκαρ στο Shakespeare in Love, συναντιούνται σ’ ένα φιλμ εποχής. Και πρέπει να το πούμε από την αρχή, ότι το μεγαλύτερο προσόν του, είναι η ερμηνεία της πρωταγωνίστριάς του η οποία ερμηνεύει τον ρόλο της βασίλισσας Βικτώριας που σφράγισε όσο κανένας άλλος τη δόξα της Μεγάλης Βρετανίας –και ως αυτοκρατορική δύναμη και ως περίοδος αποκορύφωσης του συντηρητισμού και της υποκρισίας. Η ταινία αφηγείται την αναπάντεχη φιλία που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα στη βασίλισσα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας Βικτώρια κι έναν Ινδό, τον Αμπντούλ, μέλος του υπηρετικού της προσωπικού, κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής της. Οι δυο τους θα έρθουν κοντά και μέσα από τη δική του ματιά, η βασίλισσα θα δει τον κόσμο με άλλη οπτική και θα τον χρίσει έμπιστο δάσκαλο και πνευματικό σύμβουλό της, γεγονός που θα εξοργίσει τον κύκλο της.

-Το φιλμ αφηγείται, με πολύ χιούμορ την επί έναν αιώνα, εσκεμμένα, καλά κρυμμένη φιλία της βασίλισσας Βικτώριας και ενός Ινδού υπηρέτη, του Αμπντούλ, θίγοντας θέματα φυλής, θρησκείας κι εξουσίας, που και σήμερα ταλανίζουν την ανθρωπότητα και σκοτώνουν ανθρώπους. Εκείνο, μάλιστα, που έκανε ακόμα πιο προκλητική για την εποχή εκείνη τη μεταξύ τους φιλία ήταν το γεγονός πως η βασίλισσα ήταν φίλη με έναν υπηρέτη και μάλιστα μουσουλμάνο.

Το σενάριο του υποψήφιου για Όσκαρ Λι Χολ (Billy Elliot), βασίζεται στο βιβλίο Victoria & Abdul: The True Story of the Queen’s Closest Confidant, της δημοσιογράφου Σραμπάνι. Από την αρχή της παραγωγής η πρώτη και μόνη ηθοποιός που σκέφτηκαν για τον ρόλο ήταν η Τζούντι Ντεντς, η οποία είχε υποδυθεί και στο παρελθόν τη βασίλισσα Βικτώρια.

Τα γυρίσματα έλαβαν χώρα σε πολλές από τις αυθεντικές τοποθεσίες και μάλιστα, για πρώτη φορά, μπήκε συνεργείο μέσα στο Osborne House. Γυρίσματα έγιναν και στην Ινδία, πολύ κοντά στο Ταζ Μαχάλ.
Αυτό που καταφέρνει η ταινία είναι να μας αλλάξει την αντίληψη για μια τεράστια ιστορική προσωπικότητα και από την στριφνή, αγέλαστη και επιβλητική βασίλισσα Βικτώρια των προτομών και των αγαλμάτων, να τη δούμε ως ευαίσθητο άνθρωπο που χαιρόταν να ζει και πως ο Αμπντούλ ήταν ο τελευταίος της δάσκαλος και συνοδοιπόρος ζωής.

Σκηνοθεσία: Στίβεν Φρίαρς
Παίζουν: Τζούντι Ντεντς, Αλί Φαζάλ, Μάικλ Γκαμπόν, Ολίβια Γουίλιαμς, Αντέλ Αχτά

“Ένα κάποιο τέλος”

-Άλλη μια προβληματική μεταφορά μυθιστορήματος στο σινεμά. Ήρωας της ταινίας, είναι ο Τόνι Γουέμπστερ, ένα μεσήλικας που ζει μια απομονωμένη και ήσυχη ζωή έως ότου βαθιά κρυμμένα μυστικά από το παρελθόν του έρχονται στην επιφάνεια και τον αναγκάζουν να αναλογιστεί τα λάθη που έκανε ως νέος, την αλήθεια για την πρώτη του αγάπη και τις συνέπειες των αποφάσεων που πήρε μια ολόκληρη ζωή πριν. Ταινία βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζούλιαν Μπαρνς που κυκλοφόρησε το 2011 (Εκδόσεις Μεταίχμιο). Ο Μπαρνς απέσπασε το Βραβείο Man Booker εκείνη τη χρονιά για την αξιοσημείωτη δουλειά του επάνω στην πλάνη της μνήμης και την περίπλοκη δομή του έργου σε δύο χρονικές περιόδους.

«Ο Τζούλιαν Μπαρνς είναι από εκείνους τους συγγραφείς που αν διαβάσεις ένα βιβλίο του, θέλεις να διαβάσεις όλη τη βιβλιογραφία του μετά», λέει ο σκηνοθέτης και συμπληρώνει: «Ο καλύτερος τρόπος να είσαι πιστός ως σκηνοθέτης είναι να είσαι άπιστος στο βιβλίο, αρκεί να παραδώσεις το έργο σε ταλαντούχους ανθρώπους και να τους αφήσεις ελεύθερους να δουλέψουν». Ακριβώς εδώ όμως, χωλαίνει κι όλο το αποτέλεσμα καθώς το φιλμ δεν καταφέρνει να σε παρασύρει στις κορυφώσεις του και το αποτέλεσμα είναι χλιαρό και άνευρο.
Ο Ρίτες Μπάτρα είναι υποψήφιος για BAFTA σεναριογράφος και σκηνοθέτης κι ένας από τους δέκα σκηνοθέτες στη λίστα των κορυφαίων δέκα του Variety. Αυτή τη στιγμή δουλεύει την τελευταία του ταινία “Our Souls At Night,” με τους Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Τζέιν Φόντα και Ματίας Σέναρτς.

Σκηνοθεσία: Ρίτες Μπάτρα
Παίζουν: Τζιμ Μπρόντμπεντ, Χάριετ Γουόλτερ, Μισέλ Ντόκερι, Έμιλι Μόρτιμε
Μπίλι Χάουλ, Τζο Άλγουιν, Φρέγια Μέιβορ, Μάθιου Γκουντ και Σαρλότ Ράμπλινγκ

“Πικαδέρο”

-Ένας σκοτσέζος σκηνοθέτης, ο Μπεν Σάροκ, φτάνει στη γη των Βάσκων στην Ισπανία και σκηνοθετεί μια ασυνήθιστη, γλυκόπικρη ιστορία με τις δυσκολίες ενός νέου ζευγαριού να αναπτύξουν τη σχέση τους μέσα στην οικονομική κρίση που ζει η χώρα τους –και την γνωρίζουμε κι εμείς πολύ καλά. Είναι, δηλαδή, ένα άφραγκο ζευγάρι που ζει σε μια επαρχιακή πόλη, αδυνατεί να βρει δικό του σπίτι λόγω ανεργίας και δεν μπορούν να περάσουν χρόνο μόνοι τους ούτε στα σπίτια των γονιών τους. Καθώς οι δύο νέοι θέλουν ολοένα και περισσότερο να κάνουν έρωτα και αφού δεν έχουν χρήματα για να πάνε σε ένα ξενοδοχείο, είναι αναγκασμένοι να ψάξουν δημοφιλείς δημόσιους χώρους που χρησιμοποιούνται για σεξ, τους οποίους οι ντόπιοι αποκαλούν «πικαδέρος». Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι ποτέ τόσο εύκολα όσο φαίνονται και η σχέση τους περνάει και αυτή τη δική της κρίση καθώς οι δυο τους προσπαθούν να βρουν τρόπους διαφυγής από τα πολλαπλά «δεσμά» της οικογένειας, μιας ετοιμόρροπης οικονομίας και ενός αβέβαιου μέλλοντος.

-Φιλμ που το φευγάτο στυλ και στατικά, ταμπλό-βιβάν πλάνα του, θυμίζουν Καουρισμάκι και Δήμο Αβδελιώδη. Μια γλυκόπικρη ταινία για την αληθινά γερασμένη Ευρώπη τού σήμερα και την απογοήτευση της νέας γενιάς που αναζητά το δικό της δρόμο και τα όνειρά της. Μια ρομαντική κομεντί όχι μόνο των καιρών της κρίσης, αλλά της παντοτινής σύγκρουσης ανάμεσα στα νεανικά όνειρα και την πεζή, άχρωμη, πραγματικότητα.
«Η αισθητική του Πικαδέρο» λέει ο σκηνοθέτης, «είναι συνδεδεμένη με το στυλ του χιούμορ και τον τρόπο αφήγησης. Η έμπνευσή μου έρχεται εν μέρει και από τον σκηνοθέτη Ελία Σουλεϊμάν. Ο Χρόνος που Απομένει ήταν η ταινία που με έκανε να θέλω να γίνω σκηνοθέτης καθώς μέχρι τότε δεν είχα δει κάτι ανάλογο. Άλλη μία ταινία που με επηρέασε ήταν Η Επίσκεψη της Μπάντας του Έραν Κολιρίν που επίσης δημιουργεί χιούμορ από απλές καταστάσεις μέσα από τη θέση της κάμερας, τα χρώματα και την παρατήρηση.

«Ήθελα το χιούμορ» συνεχίζει «να βγαίνει μέσα από την ίδια την εικόνα και όχι τόσο πολύ από αστείους διαλόγους. Ο διάλογος είναι βέβαια κεντρικός για το χιούμορ μιας ταινίας αλλά είναι περισσότερο σημαντικός ο τρόπος που παρουσιάζεται ο διάλογος μέσα από την κάμερα. Ο Άκι Καουρισμάκι είναι ακόμα μία μεγάλη έμπνευση και υποστηρικτής αυτής της αισθητικής μαζί με τον Τζιμ Τζάρμους, τον Φερνάντο Έιμπκε και ως ένα σημείο και την Τζοάνα Χογκ. Σε συνδυασμό με τις κινηματογραφικές αναφορές, άντλησα στοιχεία και από τους πίνακες του Έντουαρντ Χόπερ και του Τζορτζ Σο όσον αφορά στον τρόπο που δημιουργούσαν το αίσθημα απομόνωσης μέσα από τη σύνθεση, τα χρώματα και το φως».

Σκηνοθεσία: Μπεν Σάροκ.

Το Γυάλινο Κάστρο

-Ενδιαφέρουσα απόπειρα μιας χολυγουντιανής παραγωγής να αντιγράψει το φευγάτο στυλ μιας ανορθόδοξης οικογένειας που ζει με τσιγγάνικο στυλ, γράφει στα παλιά παπούτσια της τον καταναλωτισμό, τις σπουδές, την καριέρα και τη συμβατική κοινωνική καταξίωση. Το on the road μιας «τρελό- οικογένειας» μέσα από τις αναμνήσεις της Τζάνετ Γουόλς, της μεγάλης κόρης αυτής της οικογένειας, από τα φτωχικά χρόνια που αναγκαζόταν να αλλάζει σπίτια μέχρι και την επιτυχημένη προσπάθειά της να καταφέρει να ξεφύγει από τη μοίρα της. Επηρεασμένη από τον ενθουσιώδη άγριο χαρακτήρα του κατά τα άλλα δυσλειτουργικού πατέρα της, η Τζάνετ κατάφερε με φλογερή αποφασιστικότητα να χτίσει μια επιτυχημένη ζωή με τους δικούς της κανόνες.

Ο σκηνοθέτης του «Short Term 12» διασκευάζει τα απομνημονεύματα της Τζάνετ Γουολς που κυκλοφόρησαν με τον ίδιο τίτλο το 2005 και έμειναν στη λίστα με τα best sellers για 261 εβδομάδες.

Σκηνοθεσία: Ντέστιν Ντάνιελ Κρέτον
Παίζουν: Μπρι Λάρσον, Γούντι Χάρελσον, Ναόμι Γουότς, Μαξ Γκρίνφιλν