Ο Νίκος Σκαλκώτας είναι ο μεγαλύτερος έλληνας συνθέτης”. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Μεγάρου μουσικής Αθηνών Μίλτος Λογιάδης δεν κάνει δεύτερες σκέψεις όταν συμπυκνώνει την άποψη του για τον Έλληνα συνθέτη. Το 2019, με αφορμή τη συμπλήρωση των 70 χρόνων από το θάνατό του, οι τέσσερις μεγάλοι φορείς που στεγάζονται στους χώρους του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών θέλουν να αναδείξουν και να επανεξετάσουν το έργο του. Με τον γενικό τίτλο “2019 Έτος Σκαλκώτα” διοργανώνουν στην έδρα τους – Μ.Μ.Α. – σειρά επετειακές εκδηλώσεις που περιλαμβάνουν συναυλίες, συζητήσεις, έκθεση, διεθνές συνέδριο, διαγωνισμό σύνθεσης και εκπαιδευτικά προγράμματα.

Ο Νίκος Σκαλκώτας (1904-1949) αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μορφές στο χώρο της ελληνικής μουσικής δημιουργίας κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1904 και μετά από πέντε χρόνια μετεγκαταστάθηκε οικογενειακώς στην Αθήνα. Σπούδασε βιολί με τον Τόνυ Σούλτσε στο Ωδείο Αθηνών (1912-1920) και αποφοίτησε σε ηλικία 16 ετών αποσπώντας την ανώτερη τιμητική διάκριση, το «Χρυσό Μετάλλιο Ανδρέα και Ιφιγένειας Συγγρού».

Φωτογραφία του Νίκου Σκαλκώτα. Απεικόνιση του συνθέτη την περίοδο των σπουδών και της διαμονής του στο Βερολίνο (1927-1933)

Από το 1923 το ενδιαφέρον του στρέφεται στη σύνθεση και σπουδάζει με τους Paul Kahn, Paul Juon, Philipp Jarnach και Kurt Weill (ενορχήστρωση), πριν γίνει δεκτός στην τάξη σύνθεσης του Arnold Schoenberg στην Πρωσική Ακαδημία των Τεχνών στο Βερολίνο (1927-1931), βασικό κέντρο προαγωγής της σύγχρονης μουσικής εκείνη την περίοδο, όπου σπούδασε με ιδιωτική υποτροφία από τον Μανώλη Μπενάκη.

Εξώφυλλο του αγγλικού περιοδικού “The Listener” στο οποίο δημοσιεύτηκε άρθρο του μουσικοκριτικού Hans Keller όπου αναλύει την μουσική ιδιοφυία του Νίκου Σκαλκώτα. (9/12/1954)

Με την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία οι συνθήκες της ζωής του δεν του αφήνουν πολλά περιθώρια για να επιβιώσει πλέον εκεί. Γύρω στο Μάρτιο του 1933 αναγκάζεται να εγκαταλείψει το Βερολίνο, αφήνοντας πίσω του τα χειρόγραφα 70 περίπου μουσικών έργων και επιστρέφει στην Αθήνα δημιουργόντας έναν αξιοθαύμαστο κατάλογο έργων, τόσο σε ποιότητα όσο και σε όγκο, συνθέτοντας πυρετωδώς περισσότερα από 100 έργα μέσα στα 16 χρόνια από την επιστροφή του ως τον απροσδόκητο θάνατό του τον Σεπτέμβριο του 1949, από περίσφιξη κήλης.

“Quatre Danses Greques”. Έντυπη παρτιτούρα των 4 από τους 36 ελληνικούς χορούς, που εκδόθηκε από το Γαλλικό Ινστιτούτο έναν χρόνο πριν το θάνατο του Νίκου Σκαλκώτα. (1948)

•Η αναγνώριση του έργου του υπήρξε ως επί το πλείστον μεταθανάτια. Μόνο τρία από τα έργα του εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια της ζωής του, ενώ ελάχιστα έργα από αυτά της αθηναϊκής περιόδου ευτύχησε να τα ακούσει να εκτελούνται δημόσια. Εξαίρεση αποτελούν η μουσική μπαλέτου, ορισμένοι από τους 36 Ελληνικούς Χορούς και λιγοστά έργα μουσικής δωματίου.

Nikos Skalkottas 4 Greek Dances”. Εξώφυλλο δίσκου 45”. Ερμηνεύει η Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης υπό τη διεύθυνση του Δημήτρη Μητρόπουλου. (Ηχογράφηση 1956)

Κατά τη δεκαετία του 1980, το εκδοτικό ενδιαφέρον για τα έργα του Σκαλκώτα πέρασε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και με επίκεντρο τις προσπάθειες του συνθέτη, αρχιμουσικού, παιδαγωγού και εκδότη μουσικής Gunther Schuller (1925-2015) άλλη μία σειρά έργων έγινε προσιτή στο κοινό μέσω των εκδόσεων Margun που αργότερα μεταβιβάστηκαν στην εκδοτική εταιρεία G. Schirmer, Inc. (σήμερα Music Sales Classical). Η παγκόσμια όμως αποδοχή του έργου του Σκαλκώτα ενισχύθηκε καθοριστικά από την απόφαση της σουηδικής δισκογραφικής εταιρίας BIS να δισκογραφήσει τα άπαντα του συνθέτη, πρωτοβουλία που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, έχοντας πλέον ξεπεράσει τους 17 τίτλους δίσκων.

*Με πληροφορίες από κείμενο του μουσικολόγου Γιάννη Σαμπροβαλάκη από το  Κέντρο Ελληνικής Μουσικής