Τόκιο, χειμώνας 1996 (ή εκεί γύρω)……

Κάποια στιγμή, γυρνώντας από το βραδινό φαγητό, στο Minato, είδαμε ένα κατάστημα με ηλεκτρονικά παιχνίδια, γεμάτο κόσμο και φώτα. Μια και ψιλόβρεχε, αποφασίσαμε να δούμε πώς λειτουργεί ο Ιάπωνας σε σχέση με τα ηλεκτρονικά, γνωρίζοντας ότι το πάθος του τζόγου είναι απίστευτα διαδεδομένο σ’αυτόν τον λαό.

n1Τα παιχνίδια ήταν παράξενα (εννοείται) και δεν υπήρχαν εξομοιωτές καθόλου.

Υπήρχαν όμως οι γνωστοί κουλοχέρηδες. Εκεί πλησιάσαμε λόγω εξοικείωσης και υπήρχε πολύς κόσμος που έπαιζε. Δεν υπήρχαν νεαροί και νεαρές. Δεν υπήρχε ούτε ένας ακόμη ξένος. Οι περισσότεροι ήταν άνδρες μέσης ηλικίας καθώς και αρκετοί ηλικιωμένοι και των δύο φύλων. Μας κοίταξαν καχύποπτα στην αρχή, αλλά μετά ένας-δύο προσφέρθηκαν να μας δείξουν πώς λειτουργούν τα διάφορα μηχανήματα.

n2Κάποια στιγμή, λίγα μόλις λεπτά αφότου είχαμε αρχίσει να παίζουμε, ακούστηκε ένας τρομερά δυνατός ήχος από το μαύρο κουτί. Μία σειρήνα άρχισε να σφυρίζει δαιμονισμένα και εμείς σε απόλυτο πανικό σηκώσαμε τα χέρια ψηλά δείχνοντας ότι δεν φταίμε εμείς που χάλασε το μηχάνημα, δεν είχαμε κάνει τίποτα  απότομο ή δώσει κάποιο ύπουλο χτύπημα.

Αντί να μας πλησιάσουν όλοι τότε, άρχισαν να απομακρύνονται σαν τρελοί τρέχοντας γρήγορα εδώ και εκεί, περνώντας, τρέχοντας μέσα από τους διαδρόμους. Θα εκραγεί μάλλον σκέφθηκα. Πού θα μπορούσαμε να κρυφτούμε άραγε, και πόσο χρόνο είχαμε; Κοιτάζοντας σαν τον Βέγγο δεξιά και αριστερά,  αρχίσαμε να καταστρώνουμε σχέδιο διαφυγής, να δούμε πού ήταν η πλησιέστερη έξοδος και τι θα έπρεπε να πηδήξουμε στο διάβα μας. Όμως, δεν ήταν αυτή η περίπτωση. Ξαφνικά και ενώ το μηχάνημα επέμενε να ουρλιάζει, από όλες τις κατευθύνσεις ξεπρόβαλλαν άνθρωποι με μεγάλες πλαστικές λεκάνες, σαν αυτές που έχουμε για το πλύσιμο στο χέρι. Μεγάλες, πολύχρωμες, φθαρμένες. Έτρεξαν και ακούμπησαν κάτω από μία προεξοχή του μηχανήματος, μία από αυτές. Ξαφνικά, το μηχάνημα σταμάτησε να φωνάζει και άρχισε να ξερνάει εκατοντάδες μικρές σιδερένιες μπαλίτσες, σαν στραγάλια. Μόλις γέμισε η λεκάνη, έβαλαν μία δεύτερη. Μερικές από τις μπαλίτσες έπεσαν στο πάτωμα και κάποιοι από το πλήθος που είχε μαζευτεί τριγύρω μας, τις έριξαν μέσα στην λεκάνη με προσοχή… Είχαμε μείνει άφωνοι. Χωρίς να μας δώσει καμία σημασία, ένας πελάτης, 55χρονος περίπου, σκυμμένος, άλλαζε τις λεκάνες όταν γέμιζαν με νέες άδειες. Τρεισήμιση λεκάνες παρακαλώ, από αυτές τις γυαλιστερές  επιχρωμιωμένες μπαλίτσες.

n3Όταν το μηχάνημα σταμάτησε να πετάει, σηκώθηκε και μας έδειξε φωνάζοντας άγρια κατά τη γνώμη μου, ένα σημείο σαν ταμείο σουπερμάρκετ, με διάδρομο και ταμειακή. Πήρε τη μία λεκάνη, κάποιοι άλλοι σήκωσαν τις υπόλοιπες και εμείς ακολουθήσαμε μουδιασμένα, φοβούμενοι μήπως θα έπρεπε να βάλουμε πάλι πίσω, μία μία, τις μπαλίτσες μέσα στο μηχάνημα… Αντίο εξερευνήσεις, αντίο εκδρομές, μουσεία, μουσικές, βόλτες….Ισως να βλέπαμε, πώς είναι και τα αστυνομικά τμήματα στην Ιαπωνία……Μήπως …..και οι φυλακές;

Φθάσαμε σε έναν υπάλληλο που καθόταν στο ταμείο. Ο διάδρομος εμπρός του δεν ήταν κυλιόμενη ταινία αλλά μία μακρυά μακρόστενη σχάρα με σιδεράκια σε απόσταση μεταξύ τους. Εκεί άρχισαν να αδειάζουν τις λεκάνες, οι μπαλίτσες έπεφταν μέσα από τη σχάρα σε έναν κάδο και, ταυτόχρονα, ο μετρητής εμφάνιζε ένα νούμερο στην οθόνη. Είχε μαζευτεί κόσμος και μας κοίταζε και εκεί καταλάβαμε ότι είχαμε κερδίσει και δεν χρειάζόταν να ανησυχούμε για αποζημιώσεις μηχανημάτων…..

n5Μόλις τελείωσε η καταμέτρηση μάς έδωσαν μία απόδειξη από το μηχάνημα και με σπρωξιές τύπου ΄’άντε να τελειώνουμε’’ (μαλακές μεν, αλλά ασυνήθιστες για Ιάπωνες) μας πήγαν στο γραφείο. Εκεί, με μεγάλη χαρά παρέλαβα το δώρο μου. Τρείς-τέσσερις σοκολάτες και μία γκοφρέτα. Άνοιξα περιχαρής τη μία σοκολάτα αμέσως. Οι υπόλοιποι με κοίταζαν με τρόμο και φώναζαν κάτι. Θεώρησα πως ήξεραν ότι οι σοκολάτες είναι μπαγιάτικες και μου φώναζαν να μην τη φάω. Εγώ όμως μια χαρά την έβλεπα και δάγκωσα. Ο ίδιος άνθρωπος με κοίταξε με απογοήτευση και μουρμούρισε να τον ακολουθήσουμε. Βγήκε από το μαγαζί.  Με το βλέμμα μάς ακολούθησαν όλοι. Είχαν σταματήσει να παίζουν…. το σκοτάδι ήταν πια πυκνό αλλά ο άνθρωπός μας απομακρύνθηκε από τον μεγάλο δρόμο και μπήκε σε στενά.  Το τοπίο άλλαζε εντυπωσιακά. Καμία σχέση με τον φαρδύ δρόμο με τα πολλά φώτα και τα μαγαζιά, τα εστιατόρια, τα εμπορικά. Τα στενά δεν ήταν καθόλου φωτισμένα. Δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου πεζοδρόμια ή δεν υπήρχε καθόλου δρόμος. Σκουπίδια και λακκούβες με νερό, ψυχή πουθενά, μόνο εμείς και ο άνθρωπός μας, μπροστά να περπατά γρήγορα και κάθε τόσο να γυρίζει να κοιτάζει αν τον ακολουθούμε. Φοβηθήκαμε είναι η αλήθεια ότι μπορεί να μας πήγαινε κάπου όπου οι συνεργάτες του θα μας έπιαναν και θα μας έκλεβαν ό,τι είχαμε πάνω μας. Γι’ αυτό επιβραδύναμε όσο μπορούσαμε, προσπαθώντας να πιάσουμε οποιαδήποτε κίνηση, κάποια σκιά στην άκρη των κτιρίων, κάτι τέλος πάντων.

Εφθασε μπροστά σε μία χαμηλή ξύλινη καλύβα. Μισοερειπωμένη και φτιαγμένη από ξύλινες σανίδες, όπως και τα διπλανά καλύβια. Χτύπησε την πόρτα. Ένα μικρό τετράγωνο ξύλινο πορτάκι στο ύψος των ματιών, άνοιξε και κάτι είπαν χαμηλόφωνα. Αυτό είναι, σκεφθήκαμε. Εδώ θα μας χώσουν. Αφού για λίγα δευτερόλεπτα μίλησαν μεταξύ τους, η πόρτα άνοιξε λιγάκι (όχι όμως τελείως) και μας έκανε νόημα να μπούμε. Διστάσαμε, αλλά τι στο καλό, θα ήταν αγένεια να μην προχωρήσουμε…… Μία ξεμαλλιασμένη γριά, μας έσπρωξε βιαστικά στο βάθος, αφού κοίταξε δεξιά και αριστερά στον άδειο δρόμο, μήπως μας είδε κανείς…. Πίσω μας, η πόρτα έκλεισε με τρίξιμο. Η γριά μάλωσε για λίγα λεπτά με τον άνθρωπό μας, με μία τσιριχτή φωνή. Εκείνος επέμενε σε κάτι και η γριά δεν το δεχόταν. Μετά, μού άρπαξε από τα χέρια όλες τις σοκολάτες εκτός από την ανοιγμένη. Έμεινα άφωνη….Τόση αγάπη στις σοκολάτες ούτε εγώ δεν είχα….. Μου πήρε και την γκοφρέτα. Θα της την έδινα ευχαρίστως έτσι και αλλιώς. Δεν τρώω γκοφρέτες.

Χάθηκε πίσω από ένα ξύλινο τοίχο, πάλι από σανίδες. Μετά εμφανίστηκε. Με ένα πάκο γιεν, στα χέρια. Έφτυσε τον αντίχειρα και άρχισε να μετρά. Εκατό, διακόσια, πεντακόσια, οxτακόσια γιεν. Και κάτι ψιλά. Δεν το πιστεύαμε. Ούτε και οι υπόλοιποι παίκτες του μαγαζιού, φαντάζομαι… Που τάιζαν τόσον καιρό το μηχάνημα με τα ωραία τους γιεν, για να έλθουν αυτοί οι Γκαϊτζίν να το αρμέξουν μέσα σε δέκα λεπτά….. Κοιταχτήκαμε….αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε. Ο τζόγος, προφανώς, παράνομος. Απαγορευόταν να κερδίζεις λεφτά. Γι’ αυτό και σου έδιναν σοκολάτες. Όμως, αυτοί που ήξεραν, αντάλλαζαν μετά τις σοκολάτες με μετρητά! Και πόσο τίμιο, για τους παίκτες και το μαγαζί, να μας  πληρώσουν, ενώ θα μπορούσαμε να είχαμε φύγει, χωρίς να μάθουμε ποτέ…..

Η γριά έσπρωξε προς το μέρος μας το πάκο, έριξε κάτι σαν βρισίδι στον συνοδό μας και μας έσπρωξε έξω βιαστικά. Ισως να ήταν «καλό κατευόδιο», αλλά στα δικά μας αυτιά όλα ακούγονταν σαν απειλητικές ατάκες του Τοσίρο Μιφούνε……

Ξαναδιασχίσαμε τα ίδια σκοτεινά στενά, χωρίς μεγάλη ανησυχία πια γιατί ο συνοδός μας, ο οποίος αρνήθηκε φιλοδώρημα, προχωρούσε μπροστά και δεν ξαναγύρισε να μας κοιτάξει…. Επιστρέψαμε στο μαγαζί. Σαν πρέσβεις της χώρας μας, έπρεπε να δείξουμε τους καλούς μας τρόπους. Και δεν ξαναπατήσαμε σε μαγαζί με ηλεκτρονικά από τότε, ποτέ πια!

Μεθ’ υπολήψεως

Dj. Nua

n4

Sakura/cherry blossoms/Classical Koto Music

 

Itsuki Lullaby

 

Luck, be a lady/frank sinatra

 

I love las Vegas/ dean martin