του Γιάννη Παναγόπουλου //

Αν δεν έχεις τίποτε να χάσεις μπορείς να κάνεις σπουδαία πράγματα. Ένα είναι να δεις τον κόσμο που, αν είχες να χάσεις κάτι, δεν θα έβλεπες ποτέ. Είναι λίγο αυτό; Όλα θα πήγαιναν ρολόι στη ζωή του Στέργιου Γκόγκου αν με την πρεμιέρα της κρίσης στην Ελλάδα δεν έχανε τη δουλειά του. Λες εκείνη την περίοδο και big–bang της νέας του ζωής. Με μηδαμινό μπάτζετ και τη βέσπα του αποφάσισε να κάνει τον γύρο της Αφρικής. Πώς είπαμε και στην αρχή, στην πρώτη πρόταση. Αν δεν έχεις τίποτε να χάσεις μπορείς να κάνεις σπουδαία πράγματα. Ο Στέργιος έφυγε από τη Θεσσαλονίκη και είπε πως θέλει να δει τον κόσμο ακολουθώντας το δικό του πρωτόκολλο περιπέτειας. Κάποια στιγμή στο ταξίδι του στο Κονγκό, ναι στο Κονγκό, γνώρισε την Αλεξάνδρα. Μίλησαν λίγο. Συμφώνησαν να επιστρέψουν μαζί στην Ελλάδα και το κυριότερο να συνεχίσουν να ταξιδεύουν με τη βέσπα του τον κόσμο. Το βιβλίο “Ρύζι & Χώμα – Ένα Ταξίδι με Βέσπα στην Αφρική” περιγράφει σε πρώτο πρόσωπο την ανεξάρτητη περιπέτεια του Στέργιου σε μια ξένη ήπειρο. Το βιβλίο, όπως και τα ταξίδια που κάνουν η Αλεξάνδρα και ο Στέργιος είναι μια περιπέτεια χωρίς χορηγούς. Χωρίς προϋπολογισμό που εξασφαλίζει άνεση. Χωρίς εξιδανικεύσεις γύρω από το νόημα της ζωής. Είναι ένα εντελώς σύγχρονο λάιφ – στόρυ. Είναι επίσης η αποθέωση της αγάπης για τον άγνωστο άνθρωπο που συναντάμε στο διάβα μας και φυσικά το πάθος για περιπέτεια που ανανεώνεται κάθε στιγμή χωρίς προμελετημένες κινήσεις. Από το ντουέτο του “Worldvespa” η Αλεξάνδρα Φεφοπούλου απάντησε ερωτήσεις μας. Με την Αλεξάνδρα μας συνδέει συγγενική σχέση. Θα έλεγα πως είμαστε περισσότερο φίλοι από ξαδέλφια.

-Τι είναι αυτό το βιβλίο;

Το «Ρύζι & Χώμα» είναι δεκαπέντε απ’ τους πιο συναρπαστικούς μήνες της ζωής του Στέργιου. Είναι το ταξίδι ενός 26χρονου Θεσσαλονικιού που ένιωσε να πνίγεται στη μνημονιακή Ελλάδα, που είδε για τα καλά πώς το ανάλγητο σύστημα καταστρέφει ζωές και αλλοιώνει συνειδήσεις και που αποφάσισε να πάει ο ίδιος να διαπιστώσει αν ο κόσμος είναι τόσο φοβερός όσο λένε. Ο Στέργιος καβάλησε το βεσπάκι του, τον Κίτσο – μοναδικό περιο-υσιακό στοιχείο που του ‘μεινε – κι άφησε τον εαυτό του εκτεθειμένο σε κάθε λογής εμπειρίες. Ξεκίνησε απ’ την Αφρική, γιατί του είπαν πως αποκλείεται να τα καταφέρει και, διασχίζοντας τη δυτική πλευρά της ηπείρου, πάτησε στην καρδιά της, το αγαπημένο του Κονγκό κι έφτασε ως το νοτιότερο σημείο της. Στο Κονγκό έτυχε να συναντηθούμε πρώτη φορά και μετά από μια σειρά συμπτώσεων, βρεθήκαμε να ταξιδεύουμε παρέα και το ταξίδι, αναπάντεχα, σταμάτησε να είναι ταξίδι και έγινε η ζωή μας. Το βιβλίο, που καλύπτει το κομμάτι της Αφρικής, γράφτηκε γιατί έπρεπε να γραφτεί. Όχι για να ικανοποιήσει ένα αναγνωστικό κοινό που δε γνωρίζαμε καν πως είχαμε, αλλά γιατί ήταν τόσα πολλά εκείνα που είδαμε, που διδαχτήκαμε και που καταλάβαμε για τη ζωή και για μας τους ίδιους, που αν δεν τα βγάζαμε με κάποιον τρόπο απ’ τα κεφάλια μας, θα έσκαγαν!

– Γιατί αποφασίσατε να στραφείτε στην αυτοέκδοση; Δεν υπήξραν εκδοτικοί οίκοι για να στεγάσουν το βιβλίο σας;

Είχαμε τη χαρά να δεχτούν να εκδώσουν το βιβλίο μας παραπάνω από ένας εκδοτικοί οίκοι. Όμως, με το που πέρασε ο ενθουσιασμός πως επαγγελματίες στον χώρο του βιβλίου ενδιαφέρθηκαν για τη δουλειά μας, ξαναθυμηθήκαμε πως όλο το ταξίδι, όλη η πορεία απ’ τη Θεσσαλονίκη ως το Κέιπ Τάουν κι από εκεί, στη Λατινική Αμερική, ξεκίνησε με ένα «Δε γίνεται» – μια αμφισβήτηση που μας πείσμωνε συνεχώς. Δε γίνεται να φτιάξουμε μόνοι μας το βιβλίο μας; Αρχίσαμε να πειραματιζόμαστε με το χτίσιμό του, τη δημιουργία των χαρτών, του εξωφύλλου, τη σελιδοποίηση. Η τελική διόρθωση του κειμένου έγινε από μία εξαιρετική επαγγελματία και λίγο καιρό μετά, κρατήσαμε στα χέρια μας ένα βιβλίο που είναι ακριβώς όπως το είχαμε φανταστεί. Το «Ρύζι & Χώμα» καταφέραμε και το φτιάξαμε μόνοι μας και η χαρά μας είναι απερίγραπτη.

-Γιατί υπάρχει το α’ ενικό πρόσωπο στη διήγηση σας;

Όταν ξεκίνησα να γράφω, το α’ ενικό πρόσωπο βγήκε αβίαστα στην αφήγησή μου χωρίς να έχω κατά νου να γίνω “ghost writer”, δηλαδή να γράψω ένα αυτοβιογραφικό κείμενο κάποιου άλλου. Ταξιδεύοντας και περνώντας κυριολεκτικά 24 ώρες το 24ώρο με τον Στέργιο, γνωρίσαμε πολύ καλά ο ένας τον άλλο. Μοιραστήκαμε σκέψεις, εμπειρίες κι αναμνήσεις απ’ τις ζωές μας κι όταν έκατσα μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, διαπίστωσα πως ένα κομμάτι του είχε γίνει με κάποιον τρόπο δικό μου. Ίσως επειδή ο Στέργιος έκανε κάτι που εγώ δεν είχα τολμήσει ως τότε, ίσως επειδή είχαμε παρόμοια αντίληψη για τον κόσμο, καθώς έγραφα, ένιωθα πως όσο καλύτερα καταφέρνω να αποδώσω στο χαρτί τη σκέψη του «ήρωά» μου, τόσο καλύτερα μαθαίνω κι εγώ τον εαυτό μου.

 

-Έχετε ήδη καλύψει μεγάλο μέρος της Νότιας Αμερικής. Δε θα γράψετε βιβλίο και για εκείνο το ταξίδι;

Απ’ τη στιγμή που έγινε η αρχή, το γράψιμο, και να ήθελα, δεν μπορώ πια να το σταματήσω. Εκτός απ’ τη χαρά τού να μοιραζόμαστε όσα ζούμε με ανθρώπους που ίσως να έχουν το ίδιο μεράκι μ’ εμάς, όταν πήρα το θάρρος να «εκτεθώ» γράφοντας, συνειδητοποίησα πως πέρα απ’ οτιδήποτε άλλο, πρόκειται και για μια ανάγκη που έχω, ν’ ανασυγκροτώ το μυαλό μου. Καθώς γράφω, νιώθω πως στέκομαι για λίγο ακίνητη, πράγμα που μου δίνει χρόνο ώστε να προλαβαίνω να καταλάβω λίγο καλύτερα τη ζωή που περνά. Είναι ακόμα νωρίς, αφού το βιβλίο για την Αφρική μόλις κυκλοφόρησε, αλλά σίγουρα θα υπάρχει συνέχεια.