Του Γιάννη Παναγόπουλου

Φωτογραφία Earthbound:  Δημήτρης Μυλωνάς

Φωτογραφία Stress:  Νίκος Βαρδακαστάνης

Οι Stress ανεβαίνουν στη σκηνή. Ο Νίκος παίζει πολύ καλά τύμπανα. Ο Κώστας δεν παίζει όπως το 90% των παιδιών που παίζουν μπάσο σε punk–rock μπάντες. Παίζει με τα δάχτυλα, όχι με πένα. Ο Λούης έστριψε στο 10 το κουμπί της έντασης στην κιθάρα του. Όταν την φέρνει προς τον ενισχυτή μικροφωνίζει. Ακούγεται ένας παρατεταμένος θόρυβος που σου σπάει τα αυτιά. Δεν πρόκειται περί λάθους. Μουσικολογικά θα το έλεγες πρελούδιο. Ε; Τι; Πώς; Σκέψου αν ένας ορισμός της μουσικής αντέχει να κάτσει δίπλα από κομμάτι των Stress. Αν το κάνεις, ένα τραγούδι τους μπορεί να ξεκινήσει και να τελειώσει πριν διαλέξεις απάντηση. Δεν ξεπερνά τα τρία λεπτά.

Όσα διάβασες παραπάνω μπορεί να είχαν συμβεί το 1984 ή το 1999 ή το 2015 ή φέτος. Αν εξαιρέσεις τη χρονιά, αν εξαιρέσεις τον τόπο, κάποια πράγματα παραμένουν ίδια. Τότε και σήμερα οι Stress καταθέτουν την ίδια ενέργεια, την ίδια ένταση, την ίδια συνθηματολογία  στη σκηνή. Τα τραγούδια τους δεν μιλάνε για αγάπη. Δεν μιλάνε για ανθισμένους κήπους.  Για αγάπες που χάθηκαν σε ένα ποτήρι λευκό κρασί. Μπλα – μπλα – μπλα. Μιλούν για την κρατική καταστολή, την αντίδραση στο κράτος, για ανυπάκoυους λούζερς της κοινωνίας. Έι, για να έχεις διαβάσει ως εδώ όλα αυτά δεν σου είναι ξένα, έτσι δεν είναι;

Είναι απόγευμα, έχει νυχτώσει, έχει ψύχρα. Είμαι στο σπίτι του Λούη. Μόλις άναψε μια, ασθενική, σόμπα που δεν πρόκειται να ζεστάνει το δωμάτιο που καθόμαστε. Mε τα μάτια μού δείχνει μια μικρή βαλίτσα. Δεν απαντά στην ερώτηση «Τι έχει μέσα;». Απλά την ανοίγει και βγάζει μια τρομπέτα. Πριν παίξει κάτι, λέει: «Σε ενδιαφέρει να μιλήσουμε μόνο για τους Stress; Μόνο για τη δεκαετία του 1980; Για κυνηγητά με μπάτσους;»

Ο Λούης σφίγγει τα χείλια του, φέρνει με τα χέρια πάνω τους το στόμιο της τρομπέτας. Σχηματίζει μια μπλουζ κλίμακα «Ωραίο όργανο ρε συ. Όταν παίζεις μαζί του δεν σε παίρνει να κάνεις λάθος».

-Δεν έχεις κιθάρα εδώ;

-Μόνο μια κλασική…

-Γιατί είπες πως θέλεις ν’ αποφύγεις κουβέντα γύρω από την Punk – Rock σκηνή της Αθήνας της δεκαετίας του ’80;

-Έχω μιλήσει αρκετά για όλα αυτά. Το σήμερα έχει τη δική του σημασία. Είναι περισσότερο προκλητικό.

-Μα και πάλι για τους Stress θα ρωτήσω. Πώς είναι να ανεβαίνετε στη σκηνή ξανά και ξανά;

-Νιώθω την κάθε στιγμή στο 100%. Η κατάσταση για όλους μας είναι πολύ δύσκολη. Το «άγχος» αιωρείται πάνω από την πόλη. Καταλαβαίνω πως κομμάτια μας ακόμα μιλούν σε πρώτο πρόσωπο στις ζωές των ανθρώπων. Η «Γενοκτονία» για παράδειγμα. Είναι ένα αντιπολεμικό τραγούδι. Μιλά για εγκλήματα τού χτες στη Χιροσίμα, το Βιετνάμ. Σήμερα βιώνουμε μια οικονομική «γενοκτονία». Το κομμάτι είναι μια κυριολεκτική «μεταφορά». Μιλά για πολέμους που έγιναν. Μπορεί να σου μιλήσει με την ίδια αμεσότητα για πολέμους που συμβαίνουν τώρα, όχι απαραίτητα με όπλα.

a7974b0b-30fd-42e1-a1f7-30858960a221

Μόλις 16 ετών στην Πλάκα

-Σου αρέσει που ακόμα μπορείς ν’ ανέβεις σε μια σκηνή και να τραγουδήσεις κομμάτια που γράφτηκαν πριν τριάντα και βάλε, χρόνια;

-Δεν είναι πως τρελαίνομαι με τα κομμάτια. Είναι όμως πως μέσα από αυτά ξεδίνω. Πως συντονίζομαι απόλυτα με το κοινό που έρχεται να μας δει. Γνωρίζω πως δεν το κάνει μόνο για τη μουσική, για το Punk–Rock. Έχει απωθημένα που το ξεπερνούν. Του λέμε πως δεν κάνει λάθος αν είναι οργισμένος, γιατί το ίδιο αισθανόμαστε και εμείς. Συχνά σκέφτομαι πως ο «Ήχος της Ανασφάλειας» (σ.σ. Το άλμπουμ των Stress) έχει σημεία που λειτούργησαν προφητικά στις σχέσεις των ανθρώπων και των κοινωνιών που διαμόρφωσαν, των πολιτικών που ακολουθήθηκαν. Η σκηνή του Punk–Rock κάποια στιγμή μίλησε για θέματα που ζόρισαν τον κόσμο χρόνια μετά τις κυκλοφορίες των άλμπουμ της. Και το έχω ξαναπεί, για μένα το Punk ήταν η τελευταία μάχιμη μορφή της Rock μουσικής. Ήταν ενάντια στον πόλεμο, ενάντια στους εξοπλισμούς, ενάντια στη βία του κράτους. Τώρα που τα λέω όλα αυτά σκέφτομαι την εύκολη “λύση” που πολλοί Έλληνες απολαμβάνουν να προβάλλουν όταν ζορίζονται. «Έχει πετρέλαιο η Ελλάδα» λένε και μένουν μόνο στα φράγκα. Δεν κοιτούν δίπλα. Σχεδόν κάθε πετρελαιοπαραγωγός χώρα έχει στο έδαφός της πόλεμο. Πώς θα τους φαινόταν αν ολόκληρη η Ελλάδα ήταν ένας Ασπρόπυργος;  Ή τι θα έλεγαν αν μια ολιγαρχία έπαιρνε όλο το κέρδος και εκείνοι ζούσαν στην απόλυτη φτώχεια; Νομίζω δεν θα τους άρεσε και τόσο.

9c71aa88-8015-46f3-9223-7ae372d94d00

Χωρίς λόγια

-Θα ήθελα να πάμε στο τελευταίο live που έδωσαν οι Stress στη δεκαετία του ’80.

-Γιατί;

-Είναι αλήθεια πως ο μπασίστας σας έσπασε το μπάσο του γιατί η μπάντα θα χώριζε;

– Αλήθεια είναι. Παίζαμε στο «Σκιάχτρο» στον Πειραιά. Κάποια στιγμή ο Κώστας έσπασε το μπάσο του πάνω στην ντραμς. Ε, μετά έγινε ο χαμός. Στο τέλος ο Αλμπέρτο, ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού, μας έφερε τον λογαριασμό. Έχουν γίνει διαφορά στα live μας. Το 1999 παίξαμε στη Βίλλα Αμαλίας. Μέσα ήταν 500 άτομα. Έξω 1000. Κάποια στιγμή άρχισαν ταραχές. Η Αστυνομία σήκωσε ελικόπτερο. Τον χώρο περικύκλωσαν ΜΑΤ. Η Βίλλα ήταν ένας χώρος που υποστήριζε live των τριακοσίων ατόμων, όχι των 1500..

– Ας βάλουμε τα πράγματα στον χρόνο. Μετά την πρώτη διάλυση των Stress δεν παράτησες τη μουσική. Έτσι δεν είναι;

-Έφτιαξα ένα garage–punk τρίο τους Speedbrakes. Εκείνη την περίοδο δημιουργήθηκαν και οι Deus Ex Machina. Ο κιθαρίστας τους, ο Δημήτρης ο Σπυρόπουλος, μου πρότεινε να τραγουδήσω στην μπάντα αλλά δεν ήθελα να διαλύσω τους Speedbrakes. Πολλοί λένε διάφορα για τη δεκαετία του ’80, για μένα ήταν μια εποχή που πολλά στυλ μουσικής εξελίχθηκαν. Όμως, μετά από εκείνη τη διετία που έκατσαν οι Speedbrakes, στη διάρκεια του ’90, δεν ήμουν ενεργός και τόσο στη μουσική. Δούλευα στις συναυλίες της Di Di Music στο “Ρόδον”. Θυμάσαι τι είχε γίνει μόλις άνοιξε εκείνος ο χώρος; Αν δεν κάνω λάθος ήταν 1988. Ξαφνικά η Αθήνα είχε ένα από τα καλύτερα κλαμπ της Ευρώπης για να δει live καλλιτεχνών που δεν φανταζόταν. Στο “Ρόδον” πρέπει να πρωτοδούλεψα το 1992. Ήταν μια υπέροχη εποχή. Έσκαγαν καλλιτέχνες από διάφορα είδη της μουσικής και εγώ είχα «τρελαθεί». Απολάμβανα τα πάντα. Εκείνη την περίοδο από οντισιόν σε διάφορες μπάντες. Οι Last Drive ήταν μια από αυτές. Μιλάμε για την περίοδο που θα κυκλοφορούσαν το «Blood Nirvana». Με τον Αλέξη (σ.σ. Καλοφολιά) είμαστε φίλοι. Και νομίζω πως την ίδια χρονιά (σ.σ. 1992) επανασυνδέθηκαν οι Stress. Επανακυκλοφόρησε η Wipe–Out το άλμπουμ μας και δώσαμε ένα live στην Βίλλα Αμαλίας. Πού να φανταστώ πως στον ίδιο χώρο, χρόνια μετά, όταν θα ξαναπαίζαμε θα γινόταν της παλαβής.

-Από την περίοδο του “Ρόδον” τι άλλο δεν θα ξεχάσεις;

-Τον Ποθουλάκη. Ναι, αυτόν δεν θα τον ξεχάσω ποτέ. Μου άρεσε σαν τύπος από την εποχή της Πλάκας. Τον είχα δει, τέλη δεκαετίας του ’70,  στους Parthenogenesis. Γούσταρα το στήσιμό του. Την ίδια περίοδο, στην ίδια γειτονιά, έπαιζαν σε μπάντες κάτι καταπληκτικοί κιθαρίστες. Ο Δρόλαπας με τους Vavoura Band. O Αλαχούζος με τους Magic De Spell. Όμως ο Ποθουλάκης είχε νόημα. Ήταν άτεχνος αλλά τη σκηνή την είχε. Υποστήριζε όσα έκανε πάνω της μοναδικά. Τέλος πάντων, θυμάμαι πως ένα βράδυ είχε περάσει από το κλαμπ μαζί με τον Δαλίδη (σ.σ. Creep Records). Είχε μόλις τελειώσει τους Villa 21 και έτρεχε τους HeadQuake. Μιλήσαμε για ώρα. Μου είπε να συναντηθούμε για να κάνουμε πράγματα μαζί. Αν δεν κάνω λάθος, το βράδυ που μιλήσαμε ήταν και το τελευταίο της ζωής του. Τι να πω; Να είναι καλά εκεί που είναι τώρα.

4d3f8d72-5060-45b7-88b1-8e32434da25d

Περού, Κούσκο, 1996 στη “Γιορτή του Ήλιου”

-Είναι η τρομπέτα που έβγαλες πριν. Είναι και κάτι φωτογραφίες που έχω δει από τη Λατινική Αμερική. Εκεί πότε πρωτοπήγες; Η μουσική ήταν ο λόγος;  

-Αρχικά όχι. Το «τριπ» με τη Λατινική Αμερική ξεκίνησε από πολύ νωρίς. Από τα χρόνια που ήμουν παιδί. Το 1972, σε επίσκεψή του στην Αθήνα, θείος που ζούσε στην Αμερική άφησε σπίτι μας τεύχος του National Geographic. Είδα φωτογραφίες από το Μάτσου–Πίτσου και, κυριολεκτικά, μαγεύτηκα. Το 1996 πήγα στο Κούσκο, την παλιά πρωτεύουσα του Περού. Μιλάμε για μια εποχή που δεν υπήρχε ίντερνετ και που στη χώρα είχε μόλις τελειώσει Εμφύλιος Πόλεμος. Την πρώτη μέρα για να βγω από το ξενοδοχείο χρειάστηκα κανα τέταρτο. Καθόμουν και κοίταζα τον κόσμο που κυκλοφορούσε στον δρόμο και κοντοστεκόμουν στην πόρτα. Δεν ξέρω, ίσως ήταν ο φόβος στο άγνωστο. Από μπροστά μου έβλεπα μόνο στρατό και αστυνομία. Κάποια στιγμή το πήρα απόφαση. Βγήκα στον έξω κόσμο και μετά πήρα ένα λεοφορειάκι που μέσα του ήταν Ινδιάνοι. Δεν ξέρω πώς να το πω. Κοίταζα τους ανθρώπους λες και ήταν εξωγήινοι. Ήταν τόσο διαφορετικοί από μένα, από μας. Η πόλη ήταν βεβηλωμένη από τους Ισπανούς κατακτητές. Έβλεπα απίθανα πράγματα. Η παραδοσιακή γραμμή των σπιτιών είχε κυριολεκτικά τεμαχιστεί. Λες και τα είχαν ξυρίσει για να ξαναχτιστούν στο αρχιτεκτονικό ύφος των κατακτητών τους. Απίστευτο. Ήταν σαν να τους έλεγαν “θα σας «εκπολιτίσουμε» θέλετε δεν θέλετε”. Δεν θέλω να μηδενίσω κάτι. Στην Ευρώπη προσπεράσαμε κάποια πράγματα. Πέρασε ο Διαφωτισμός, η Γαλλική επανάσταση, ο Μάης του 1968. Ναι, γίναμε καλύτεροι μετά από όλα αυτά, αλλά το θέαμα στο Κούσκο ήταν συγκλονιστικό. Μετά το Περού πέρασα στη Βολιβία. Και με τους ανθρώπους που ταξιδέψαμε μαζί «πέσαμε» πίσω από την Κόπα Καμπάνα. Στο χωριό που σκότωσαν τον Τσε Γκεβάρα. Ήθελα να ακολουθήσω τον ίδια πορεία που ακολούθησε και εκείνος. Πήραμε τον Pan-American Highway και θυμάμαι πως, κάποια στιγμή, ταξιδεύοντας δίπλα από τον Ειρηνικό, μας προσπέρασε ένα φορτηγό με ένοπλους ανθρώπους. Ήταν αριστεροί αντάρτες που θύμιζαν τακτικό στρατό. Μας σταμάτησαν. Πήραν τα διαβατήριά μας. Και ζήτησαν 10 δολάρια από κάθε επιβάτη του λεωφορείου. Είπαν πως θα πήγαιναν υπέρ του αγώνα τους. Τους τα δώσαμε και μας άφησαν να συνεχίσουμε την πορεία μας.

-Πόσο καιρό κράτησε εκείνο το ταξίδι;

-Έναν μήνα.

-Δεν έχεις αναφέρει κάτι για τη μουσική. Γιατί;

-Ήταν μια εποχή που προσπαθούσα να μπω στο κλίμα. Να την κατανοήσω, να την καταλάβω.

-Κάποια στιγμή πήγες και στην Κούβα.

-Αυτό έγινε το 1999. Τα σύνορα για τους τουρίστες είχαν ανοίξει, μόλις, έναν χρόνο πριν. Η γυναίκα μου είχε ακούσει διηγήσεις από φίλες της στο KKE που τα καλοκαίρια δούλευαν αφιλοκερδώς σε ομάδες εργασίας εκεί. Πήγαμε. Η χώρα δεν ήταν όπως είναι τώρα. Είδα ουρές σε συσσίτια. Σε μας, τους τουρίστες, μίλαγαν αποκλειστικά και μόνο άνθρωποι που είχε επιλέξει η Κυβέρνηση να μιλούν. Πηγαίναμε σε συγκεκριμένα μαγαζιά όταν θέλαμε να διασκεδάσουμε. Κατά τα άλλα βλέπαμε αυτοκίνητα περασμένων δεκαετιών να κυκλοφορούν στους δρόμους. Βλέπαμε και ανθρώπους που διψούσαν να μάθουν περισσότερα για μας. Από πού ερχόμασταν. Πώς ζούσαμε στις χώρες απ’ όπου ερχόμασταν. Η Κούβα ήταν αντιφατική. Το πρωί οι άνθρωποι πήγαιναν στις δουλειές τους. Το μεσημέρι περίμεναν με τις ώρες να πάρουν φαγητό σε συσσίτια και όταν έπεφτε η νύχτα έπαιρναν φωτιά. Ήταν σαν να άναβες σπίρτο σε πυριτιδαποθήκη. Ζούσαν με πάθος την κάθε στιγμή. Εκείνη τη στιγμή μπήκε έντονα η τρομπέτα στη ζωή μου. Είχα ήδη ξεκινήσει μαθήματα από το 1998 και ήταν στο Σαντιάγκο Ντε Κούμπα που έκανα μαθήματα για δύο εβδομάδες με τον Σαντιάγκο.

-Πόσο καιρό έμεινες στο νησί;

-Έναν μήνα.

-Πάλι μήνα;

-Ναι και μετά συναντήθηκα στο “Ρόδον” με τον Ανδρέα τον Βασιλάκη. Πρώην πάνκις που από το ταξίδι του στην Κούβα επέστρεψε με την (πρώην) γυναίκα του. Την Mayte Munoz. Μια κοπέλα με υπέροχη φωνή. Ήταν αρχές του 2000. Μιλήσαμε με τον Ανδρέα, τα «βρήκαμε» εύκολα. Ήταν επόμενο να φτιάξουμε μπάντα. Την είπαμε Baclava Cubano. Κράτησαν πέντε χρόνια. Δεν παίζαμε σάλσα αλλά περισσότερο παραδοσιακό κουβανέζικο στυλ. Έχει πιο γλυκό ύφος. Ήταν η περίοδος που έχει φτάσει στο σινεμά το ντοκιμαντέρ του Βέντερς «Buena Vista Social Club». Είναι η εποχή που έχω πάθει την πλάκα μου με τον Manu Chao και ο Jo Strummer παίζει με τους Mescaleros. Και  εγώ; Εγώ είμαι εκστασιασμένος από τη μαγεία της λατινοαμερικάνικης μουσικής. Νιώθω ζωντανός μέσα της. Τι άλλο να πω για πάρτη της, δεν ξέρω. Εκείνη την περίοδο στην Αθήνα «τρέχουν» δεκάδες μπάντες. Παίζω και με τους De Traces και κάποια στιγμή σκάει πρόταση να παίξω με τους Earthbound. Καλή φάση. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις συναυλίες που ανοίξαμε για τους Calexico. Στην Κρήτη παίξαμε μπροστά σε 5000 θεατές. Ήταν η εποχή που οι Earthbound κυκλοφόρησαν το άλμπουμ «Brotherhood of Dog», μέσα δεκαετίας του 2000 δηλαδή.

adb4dbb4-7a3c-4a4f-9679-9ee346bcf96d

Οι Baclava Cubano

-Μιλάμε για μουσική και νομίζω πως ξεχάσαμε τους Stress. Σύντομα έχετε live.

– Μιλάμε ώρα και δεν σου είπα για τον Παύλο τον Σιδηρόπουλο. Ήταν 1982 όταν μας έπιασε μετά από μια συναυλία στα ΚΑΤΕΕ και είπε: «Αύριο παιδιά θα σας πάω στην Columbia για να κλείσετε συμβόλαιο για δίσκο». Τι;;;; Ίσως ήταν μια στιγμή στην τρέλα του όταν το είπε αυτό αλλά θυμάμαι πως του αρέσαμε. Μας άκουγε. Τι να πεις; Από πού να το πιάσεις;

3afd89de-df0b-4bee-a14d-3da2b4e02be0

Με τους Earthbound

-Κάποια στιγμή, παλιότερα, μου είπες πως έχεις περάσει σε παρτιτούρες κομμάτια από τη δεκαετία του ’80, την εποχή που το Punk έσκαγε στους δρόμους της Αθήνας με την δική του ορμή. Γιατί το έκανες αυτό;

-Για την καταγραφή του πράγματος. Δεν είναι σπουδαία η μουσική. Απλά τραγούδια είναι αλλά εμένα μου αρέσουν οι παρτιτούρες. Μου αρέσει η θέα που αφήνουν οι νότες κρεμασμένες στο πεντάγραμμο. Αυτό είναι όλο.

5ca65f92-6008-4a47-a3f2-db4d457e7524

41cb799d-2ef0-4d75-a129-75139e7bc9d2

3-15

f42d4593-9e65-4d4d-bbc4-2b0db0594b56

8921f741-12c1-4bad-9c2e-be7c6069f066

decb579f-fd2a-4058-b93a-8713eef0a8c0