του Γιάννη Παναγόπουλου //

Τα blues της Πατησίων. Την ώρα που πεζός δεν μπορείς να την διαβείς διαβάζω για τις πονηριές των Σκοπιανών. Για το όραμα του υποψήφιου δημάρχου Αθήνας – που κάνει σαν να είναι ήδη δήμαρχος της πόλης – Κώστα Μπακογιάννη. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μίλησε για τα θαύματα που έρχονται όταν οι Έλληνες είναι ενωμένοι. Ο πρωθυπουργός τα δίνει όλα για το κοινωνικό μέρισμα της μεταμνημονιακής Ελλάδας “ελπίζοντας” να επιστρέψει το χαμόγελο των Ελλήνων στα χείλη τους και εγώ… μαζί και μια ολόκληρη γειτονιά δεν μπορούμε να πάμε σπίτι μας από το πεζοδρόμιο γιατί τα αστέρια που έχουν εμπλακεί σε δημόσιο έργο της οδού Πατησίων δεν πρόβλεψαν το αυτονόητο. Να κλέψουν από το οδόστρωμα φτιάχνοντας χώρο όπου οι πεζοί θα κυκλοφορούν με “σχετική” ασφάλεια. Να πούμε, βέβαια, πως για όσο θα κρατήσουν τα έργα οι ανάπηροι απλά δεν μπορούν να ξεμυτίσουν από το σπίτι τους. Δεν υπάρχει, δεν υπήρχε πρόβλεψη και γι’ αυτούς.

Ο φασισμός είναι στον δρόμο ενωμένος δυνατός. Κλάσικς. Τα αιρετά παλικάρια που διαχρονικά προεκλογικά μοιράζονται στα φωναχτά «Mια Αθήνα φιλική προς τον πολίτη» ξεχνούν κάθε λέξη που ξεστόμισαν όταν καταλαμβάνουν την καρέκλα των ονείρων τους. Και εμείς οι υπόλοιποι, μαστουρωμένοι σ’ έναν παρανοϊκό μεγαλοϊδεατισμό, μιλούμε για τους εχθρούς του ελληνισμού που δεν γνωρίσαμε ποτέ αλλά ακούσαμε κάποτε πως θέλουν το κακό μας παραβλέπουμε πως η μάχη πρέπει να δοθεί στα πεζοδρόμια. Όχι με τον τρόπο που οι μπαχαλάκηδες προτείνουν, αλλά διεκδικώντας το υπεραυτονόητο να πάμε βόλτα, να πάμε για ψώνια ή για δουλειά με τα πόδια. Το κράτος δεν μας έκανε δώρο τα πεζοδρόμια για να τα πάρει πίσω. Τα πεζοδρόμια είναι πληρωμένα από εμάς. Το αν θέλει να κάνει έργα ξηλώνοντάς τα σημαίνει πως πρέπει να έχει προβλέψει εναλλακτικές για τον τρόπο που θα κινηθούμε ελεύθερα και με ασφάλεια.

•Ο εχθρός είναι εντός των τειχών μάγκες. Και αν δεν μπορούμε να περπατήσουμε όπως θέλουμε, με τον τρόπο που περπατούν εκείνοι που έχουν συμφιλιωθεί με το αστικό τοπίο και τους κανόνες τους, βράσ’ τα.

Για τα πρακτικά. Προχτές ρώτησα την εργολαβάρα που στεκόταν όρθιος βλέποντας τους εργάτες του να δουλεύουν “Πώς θα πάμε σπίτι μας σήμερα;” μου απάντησε πως τα έργα θα τελειώσουν το αργότερο σήμερα. Αυτό προχτές. Εννοείται ψέματα, για να με αποφύγει, είπε.