Από τον Μιχάλη Καφαντάρη //
*Στην αδελφή μου

Aνατολικό Λονδίνο, τουβλόσπιτα χτισμένα πάνω σε τουβλόσπιτα, το κανάλι στη μέση τοξικό. “Χάπι άορ” τις Παρασκευές στις γωνιακές παμπ με βρώμικη κόκκινη μοκέτα και με  κάτι σαξονικές λέξεις κοφτό μακαρονάκι: “χαμ”, “γκιτς”, “σλουτς” που ‘χαν για ονόματα στις ταμπέλες τους. Μισή λίρα ποντάρισμα στα σλοτ και αγγλικό μπιλιάρδο στο γάμο του Καραγκιόζη, ούτε οι Άγγλοι δεν το ‘παιζαν, παππούδες που χαν επιζήσει στη “Μάχη της Δουνκέρκης” με σταχτιές τραγιάσκες σαν να βλέπεις βινιέτα γελοιογραφίας “ΑΝΤΥ ΚΑΙ ΦΛΩ” στις τελευταίες σελίδες του σταυρόλεξου. Παχουλές θείες με μαντήλι και λεπτά Ουαλικά χείλια στους πάγκους τις κεντρικής αγοράς να μοιράζουν κόκνει αγάπες στους περαστικούς και να ζυγίζουν τα καρότα ψιθυρίζοντας  το “Νταζ γιούρ τσούιν καμ λοουζ ιτ’ς φλέιβορ” του Λόνυ Ντόνεγκαν με την ίδια ευλάβεια που οι συνταξιούχοι του καφενείου στα Κάτω Πατήσια άκουγαν το “Δεν με πονάς” του Γαβαλά. Βουβοί Ινδοί Σιχ, μαύροι ντίλερ παντού, εβραίοι ενεχυροδανειστές. Το παράθυρο είχε θέα στο διπλανό εργατικό “μπάκγιαρντ” που ‘χε μέσα κάπου πεταμένο ένα παιδικό ποδηλατάκι που του έλειπε η πίσω ρόδα. Το δωμάτιο που νοίκιαζε ήταν ένα πικραμένο θέμα,  μεγέθους ταπερ αλλά με ενοίκιο όσο τριάρι στην Κυψέλη.

“Που σκατά ήρθα να σπουδάσω ρε μαλάκα”, μου είπε στο τηλέφωνο. Μια εβδομάδα στην Αγγλία και είχε ήδη αρχίσει να νοσταλγεί από την Ελλάδα μέχρι και κάτι ντοκιμαντέρ του Νέστορα Μάτσα για τους παραδοσιακούς αγγειοπλάστες ξέρω ‘γω, με τα υπερφωτισμένα δεκαεξάρια πλάνα από τα νησιά του Αιγαίου, το βασανισμένο εταλονάζ, τους τίτλους γραμμένους βυζαντινότροπα στο χέρι, την μονοφωνική μουσική επένδυση με σαντούρι και τα  χρούτσου-χρούτσου μυγάκια  στον ήχο, που έδειχνε η τηλεόραση τις καθημερινές. Μετά τους φίλους της αυτό που της έλειψε σχεδόν αμέσως ήταν  το μεσογειακό φως  και  οι μικρές βολικές διαστάσεις και αποστάσεις της Αθήνας

-Εκεί πάλι δυόμιση ώρες κάθε μέρα στα τραίνα μόνο για να πάει μέχρι το Πανεπιστήμιο.

-Στο μεγάλο μεσημεριανό διάλειμμα είχε κάτι προαιρετικά μαθήματα μαγειρικής για τους φοιτητές και όπως δεν ήξερε ακόμα κανέναν για να κάνει παρέα, αποφάσισε να πάει έτσι να περάσει η ώρα.

Μέσα στο αμφιθέατρο, φοιτητές και φοιτήτριες με ξανθά και κόκκινα μαλλιά φακίδες και γκρίζα μάτια που τα ξεχώριζε να λάμπουν στο ημίφως της αίθουσας, κράταγαν βουβά σημειώσεις, όσο ένας τύπος, προφανώς μάγειρας, από κάτω τους εξηγούσε σε μπουκωμένα αγγλικά τις βασικές αρχές της μαγειρικής δείχνοντάς τους εικόνες από προτζέκτορα.

Πρώτο μάθημα: Πώς τηγανίζουμε ένα αυγό

-“Τσακ” ο προτζέκτορας και στο πανί εμφανίζεται ένα τηγάνι.

“Αυτό είναι ένα τηγάνι” διευκρίνισε ο μάγειρας.

-Ξανά “τσακ” ο προτζέκτορας και τώρα στο πανί ένα χέρι να αφήνει μέσα στο τηγάνι ένα κομμάτι μπέικον.

“Βάζουμε πρώτα ένα κομμάτι μπέικον και το αφήνουμε να ζεσταθεί μέχρι να απλώσει το λίπος του μέσα στο τηγάνι” ξανά είπε ο μάγειρας.

-Τρίτο τσακ ο προτζέκτορας, δυο χέρια στο σλάιντ έσπαγαν πάνω από το τηγάνι ένα αυγό και τότε άκουσε το μάγειρα να εξηγεί πως το αυγό τηγανίζεται με το λίπος του μπέικον.

-Ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε  φανταστεί πως ένα τηγανητό αυγό είναι αρκετό  για να χωρίσει τον δυτικό πολιτισμό στη μέση.  Ξαφνικά ακόμα και κάτι ταλαίπωρες σκονισμένες ελιές με  μπερδεμένες πλαστικές σακούλες να ανεμίζουν στα κλαδιά τους, διπλά στη χωματερή των Άνω Λιοσίων της φάνηκαν εθνικός θησαυρός.

-“Α, καλά … ” είπε από μέσα της” παίζει να μην έχουν ακούσει καν το …

– Ο-ΛΙΒ Ο-ΙΛ !!!  άκουσε τότε αυτή, μια συλλαβιστή φωνή, να διακόπτει κάθετα τη φωνή του μάγειρα.

Γύρισε ξαφνιασμένη και περίεργη να δει ποιος μπορεί να είχε φωνάξει το ελαιόλαδο στα αγγλικά με μια προφορά ακριβώς ίδια με τη δικιά της, πάνω που το σκεφτόταν κι αυτή.

Στην άλλη άκρη του αμφιθεάτρου είδε να στέκεται κάποια με μαύρα ίσια μακριά μαλλιά, μεσογειακή επιδερμίδα και σκούρα μάτια. Έμοιαζαν. Ένιωσε τη μοναξιά να φεύγει.

-Σηκώθηκε όρθια με ενθουσιασμό και έκανε νόημα στην άγνωστη αλλά γνώριμη κοπέλα φωνάζοντας και αυτή “Ο-ΛΙΒ Ο-ΙΛ, ΟΛ-ΙΒ Ο-ΙΛ … ”

“Ο-ΛΙΒ Ο-ΙΛ, ΟΛ-ΙΒ Ο-ΙΛ” ξαναφώναξε η κοπέλα απέναντι γελώντας σαν να χάρηκε το ίδιο που έβρισκε κάποια να της μοιάζει και σαν ένιωθε και εκείνη λιγότερη μοναξιά.

Πέρασαν πάνω από κεφάλια ξανθά και κόκκινα και αγκαλιάστηκαν στη μέση της αίθουσας.

– “Άρχισα να συνηθίζω” μου είπε στο τηλέφωνο, “μια εβδομάδα μετά, γνώρισα και τη Μαρία. Πατριωτάκι και αυτή.”

Τι από δω, από την Κυψέλη δηλαδή;

-Όχι ρε ποια Κυψέλη. Από την Ισπανία είναι …

Processed with VSCO with p5 preset