Και να που όλοι θέλουν ένα τατουάζ στο σώμα τους. Είναι τρέντυ. Είναι το πάθος για μιμητισμό. Είναι η ανάγκη μιας συμβολικής αναπαράστασης στο σώμα μιας στιγμής, ενός προσώπου. Πολλοί θεωρούν το τατουάζ τέχνη. Άλλοι αγελαία ανάγκη. Στις μέρες μας ο τατού άρτιστ είναι κάτι σαν λαϊκός ψυχοθεραπευτής και η καρέκλα του κάτι σαν το περίφημο ντιβάνι που ο ψυχαναλυόμενος ντιλάρει με την ολοκληρωτική τιμιότητα του εαυτού του. Η δερματοστιξία δεν είναι κάτι νέο στα σώματα ανθρώπων.

O Λονδρέζος τατουατζής Τζορτζ Μπάρτσετ ήταν ένας καλλιτέχνης που όταν εργάζονταν με τις βελόνες του στα σώματα των πελατών του φορούσε λευκή ζακέτα. Ίδια μ’ εκείνη που φορούν γιατροί.

Αν και τα τατουάζ αρχικά έγιναν αναγνωριστικά του υποκόσμου, φτάσαμε στο σήμερα που η ανάγκη των ανθρώπων να στιγματίσουν το σώμα τους είναι μαζική. Σε χώρες όπως η Πολυνησία το τατουάζ είναι λαϊκή παράδοση.

Στην Ευρώπη φημολογείται– κατά τη Βικτωριανή περίοδο – πως η βασίλισσα Βικτώρια της Αγγλίας είχε τατουάζ. Φημολογείται επίσης πως το σχέδιο ήταν μια τίγρη Βεγγάλης να μάχεται ένα πύθωνα.

-Η μητέρα του Βρετανού πρωθυπουργού Ουίνστον Τσόρτσιλ είχε επίσης τατουάζ. Ήταν μια διακριτική απομίμηση μπρασελέ στον καρπό της.

Η Maud Wagner ήταν η πρώτη Αμερικάνα που χτυπούσε τατουάζ από το 1904 και η πρώτη γυναίκα που άνοιξε το δικό της στούντιο τατουάζ, to 1921, στη Βρετανία ήταν η Justine Knight.

Μέτα τους δύο παγκόσμιους πολέμους το ενδιαφέρον για τα τατουάζ ήρθε με την άνοδο των φεμινιστικών κινημάτων στην Ευρώπη στα τέλη της δεκαετίας 1970.

Το μπαμ, το μεγάλο μπαμ έγινε τη δεκαετία του 1990. Την περίοδο που τα τατουάζ από δείγματα αναγνωρισιμότητας και κοινωνικού συμβολισμού έγιναν είδος προς κατανάλωση ανθρώπων διαφορετικών κοινωνικών τάξεων, ηλικιών και εκπαίδευσης.