του Γιάννη Παναγόπουλου //

Πρότεινα: “Θα ήθελα να πιάσουμε το πράγμα από την αρχή” και ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας δεν είχε αντίρρηση. Γνωρίζω, γνωρίζουμε. Δεν υπάρχει καριέρα στη μουσική, αλλά και πέρα από αυτή, χωρίς πόνο, χωρίς θυμό, χωρίς χαρά, χωρίς προσωπικές επαναστάσεις, χωρίς στιγμιαίες “αναστάσεις”. Θέλω να τον σπρώξω να μιλήσει για τις στιγμές που έδωσαν νόημα στην καριέρα του. Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας ετοιμάζει νέο άλμπουμ. Και αυτό το διάστημα εμφανίζεται με τον Νίκο Πορτοκάλογλου στο “Γυάλινο Μουσικό Θέατρο”.

-Θα ήθελα να γυρνούσαμε στην εποχή των PLJ Band;

Τι; Mπράβο.

-Ξεκίνησα ν’ ακούω ροκ το 1982. Το συγκρότημά σου τότε λέγονταν PLJ Band. Δεν θυμάμαι και πολλά από εκείνη την εποχή. Αλλά υποθέτω πως είχε ιδιαίτερη αξία για σένα. Πες μου, είχατε πάει στο Παρίσι – με το ίδιο σκεπτικό πήγαν και οι Aphrodite’s Child των Βαγγέλη Παπαθανασίου και Ντέμη Ρούσσου – για να αναζητήσετε την τύχη σας ως συγκρότημα;

Ναι, έγινε και αυτό. Αλλά υπάρχει μια διαφορά σε σχέση με τους Aphrodite’s Child. Αυτοί αποθεώθηκαν, εμείς δεν κάναμε τίποτα. Αφήσαμε ένα ντέμο του άλμπουμ Armageddon στην τότε δισκογραφική εταιρεία Polygram. Μας απάντησαν “θα σας ειδοποιήσουμε”.

-Έχεις εκείνο το άλμπουμ στη δισκοθήκη σου;

Βέβαια και το έχω. Πλέον κοστίζει 100, 200 ευρώ. Έμαθα πως κάποιος το επανακυκλοφόρησε. Πια “παίζει” ανάμεσα στους τοπ-50 αντεργκράουντ δίσκους του κόσμου. Άκου να δεις πράγματα. Αλλά ας επιστρέψουμε στο Παρίσι. Η δισκογραφική εταιρεία μάς είπε πως ο ήχος της μουσικής μας δεν τους ενδιέφερε. Δεν το πήραν ούτε καν ως “έθνικ” μουσική. Για εμάς κύρια επιρροή του άλμπουμ ήταν ο βυζαντινός ήχος. Το πήραν σαν τεχνορόκ. Ήταν μια περίοδος που το βρετανικό Νέο Κύμα σάρωνε τα πάντα. Οι δισκογραφικές είχαν ενδιαφέρον μόνο για συγκροτήματα που το υποστήριζαν. Επιστρέψαμε στην Ελλάδα απογοητευμένοι. Στην Αθήνα βρήκα τον Γιάννη Πετρίδη. Τον άνθρωπο που μας έμαθε να ακούμε μουσική μέσα από τις ραδιοφωνικές του εκπομπές. Εκείνη την περίοδο ήταν διευθυντής στη δισκογραφική εταιρεία Pοlygram. Μας είπε: “Θα βγάλω εγώ τον δίσκο σας”. Η ελληνική Polygram τον έστειλε στο εξωτερικό. Έκανε μικρή επιτυχία στη Γερμανία και μετά χάσαμε τα ίχνη του. Εκ των υστέρων μάθαμε πως πούλησε στην Αμερική και στην Κίνα. Άκου τώρα πράγματα. Στην Κίνα; Δεν δρέψαμε τα αποτελέσματα εκείνης της δουλειάς.

//Οι Πυξ Λαξ ήταν μια λαϊκής μορφής ροκ//

-Μετά την αποτυχία εκείνου του άλμπουμ σε τι κατάσταση βρέθηκες;

Ψαξίματος. Ήμουν κολλημένος με το τεχνο-ρόκ, με το προγκρέσιβ-ροκ, πες το όπως θες. Δεν με ενδιέφερε να κάνω τραγούδια. Μου άρεσαν τα κονσεπτ άλμπουμ. Το θέμα ροκ στην Ελλάδα σηκώνει πολλή κουβέντα. Σου απονέμουν ή σου αφαιρούν το ροκόσημο κατά το δοκούν. Υπάρχουν οι ινστρούχτορες που λένε ό,τι τους κατέβει από το κεφάλι. Λες και για να κάνεις ροκ πρέπει υποχρεωτικά να είσαι από καμιά γειτονιά της Θεσσαλονίκης ή από το Πέραμα. Αυτά είναι περίεργα κόλπα. Το ροκ σε παγκόσμιο επίπεδο έχει ευρύτατο φάσμα. Τι νομίζουν όλοι αυτοί οι ινστρούχτορες της ροκιάς στην Ελλάδα πως είναι ροκ; Μόνο οι Red Hot Chili Peppers; Οι King Crimson ήταν ροκ. Οι America που έπαιζαν μπαλάντες ήταν ροκ. Το ροκ πιάνει από τη συμφωνική μουσική ως το έθνικ. Εδώ έχουμε συγκεκριμένη διαταγή. Ροκ είναι ο Πουλικάκος. Ροκ είναι τα Ξύλινα Σπαθιά. Εγώ δεν λέω πως δεν είναι ροκ όλοι αυτοί. Λέω πως ροκ δεν είναι μόνο αυτοί.

-Εκείνοι που ονομάζεις ινστρούχτορες λειτουργούν λες και οι καλλιτέχνες πρέπει να έχουν την αισθητική τους άδεια πριν κυκλοφορήσουν άλμπουμ;

Ξέρεις τι μου είπε μια φορά ο Πετρίδης;

-Πες μας τι είπε, πρώτα όμως πες μας πότε στο είπε.

Την εποχή που είχε ανάψει η κουβέντα για το φαινόμενο Πυξ – Λαξ. Που πουλούσαν 30.000 δίσκους στο άνετο. Εκείνη την περίοδο ήταν διευθυντής στο περιοδικό Ποπ και Ροκ. Με ρώτησε: “Θέλω να βάλω τους Πυξ – Λαξ στο εξώφυλλο αλλά το σκέφτομαι μπας και μας κράξουνε. Να τους βάλουμε;” Τρελάθηκα. Δεν κατάλαβα. Επειδή είχαν πουλήσει πολύ είχαν αποποιηθεί την αυθεντικότητά τους; Οι Πυξ Λαξ ήταν μια λαϊκής μορφής ροκ. Αυτή η νομιμοφροσύνη στις ετικέτες είναι αστεία.

//Τα ωραία του έρωτα δεν τα τραγουδάς, τα ζεις. Τον πόνο θέλεις να τραγουδήσεις//

-Ας επιστρέψουμε σε σένα, πες μας για το φινάλε του πρώτου σου συγκροτήματος.

Αισθανόμουν φοβερή απομόνωση στο φινάλε των PlJ Band. Έπρεπε να επαναπροσδιορίσω τι ήθελα. Καταρχάς δεν ήξερα καλά αγγλικά. Τα τραγουδούσα παπαγαλία. Τα υπόλοιπα παιδιά της μπάντας έγραφαν τους στίχους. Ούτε η προφορά μου ήταν ιδιαίτερα καλή. Τότε, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, είπα να κάνουμε τραγούδι στα ελληνικά. Και αυτό ήταν μια ιδιαίτερη περίπτωση. Δεν θα μπορούσα να πιάσω τον Σαββόπουλο γιατί ήταν πολύ ψηλά στιχουργικά και αυτό με τρόμαζε. Δεν μπορούσα να φανταστώ πώς θα μπορούσα να κάνω έναν δίσκο σαν τον Μπάλλο που ήταν τόσο μπροστά από την εποχή του. Υπήρχαν όμως κάποιες άλλες μουσικές αξίες που μπορούσα να συνομιλήσω μαζί τους. Το άλμπουμ “Απέραντα Χωράφια” του Κώστα Τουρνά ήταν μία. Και ο “Ακρίτας” του Σταύρου Λογαρίδη μία ακόμα. Ήταν δουλειές κοντά σε μένα. Τις άκουγα, με επηρέαζαν. Το μεγάλο μπαμ όμως έγινε με τα “Μπαράκια” του Βαγγέλη Γερμανού. Όταν άκουσα εκείνο το άλμπουμ είπα “Αυτό είναι!”. Αισθάνθηκα πως υπήρχε χώρος για μένα. Βρήκα έναν άνθρωπο που μου έγραφε περίεργους στίχους, τον Μιχάλη Μαρματάκη και κάναμε τα πρώτα τραγούδια τη “Σκόνη”, τους “Τερμίτες”.

φωτο. Panos Giannakopoulos

-Η μετεξέλιξη των PLJ Band ήταν το συγκρότημα Τερμίτες έτσι δεν είναι;

Ναι. Σαν Τερμίτες γνωρίσαμε επιτυχίες, σαν PLJ Band δεν γνωρίσαμε τίποτα. Κάναμε ένα τραγούδι που έλεγε “Τερμίτες που αφήσαν μόνο μύτες” και τότε είπα να αλλάξουμε το όνομά μας σε Τερμίτες. Κάναμε κατάσταση δεν λέω. Είχαμε πέντε, έξι καλά τραγούδια. Τώρα που παίζω με τον Νίκο Πορτοκάλογλου συνειδητοποιώ πόσο μπροστά, εμπορικά, από εμάς την ίδια περίοδο ήταν οι Φατμέ. Είχαν πενήντα σουξέ και εμείς τρία.

-Εκείνη την εποχή έχω την αίσθηση πως κάνεις μεταβολή στην τρέλα του ροκ. Σαν να είπες «καλά όσα πέρασα ψάχνοντας το ένα και το άλλο αλλά τώρα πάω να κάνω καριέρα».

Όχι δεν έγινε έτσι. Διαλύθηκε το συγκρότημα. Δεν μπορούσε να λειτουργήσει οικονομικά.

-Και μετά;

Μετά, το 1989, έκανα έναν δίσκο μόνος που πήγε άπατος. Ο “Μαγαπάς και η Σαγαπώ” λεγόταν. Ήταν σαν μια συνέχεια από τους Τερμίτες. Είχε ένα τραγουδάκι που ψιλοακούστηκε εκείνη την περίοδο όμως με έπιασε μια απογοήτευση μεγάλη. Έλεγα πως η καριέρα μου είχε τελειώσει. Πως όλη αυτή η ιστορία ήταν μάταιη. Τότε προέκυψε το “Διδυμότειχο Μπλουζ”. Ο Νταλάρας ήταν το όχημα, δεν ήταν το διά ταύτα. Εγώ έγραψα αυτό το τραγούδι για να το πω με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου που θέριζε τότε. Ό,τι τραγουδούσε γινόταν χρυσός. Ήθελα να κάνω ένα ζεϊμπέκικο – ροκ. Αυτή ήταν η σκέψη. Ζεϊμπέκικο στην αρχή και Thin Lizzy στο φινάλε. Πήγα στον Μάτσα στην EMI και του είπα πως αυτό το τραγούδι θέλω να το πω με τον Βασίλη. Η απάντησή του ήταν απρόσμενη. “Ποιος Βασίλης; Tον Νταλάρα θα βάλουμε” είπε. Ο Μάτσας επέμενε για τον Νταλάρα. Έλεγε πως αν το πει το όλο πράγμα θα εκτοξευόταν. Κάναμε πρόβες, το κυκλοφορήσαμε και έγινε αυτό που έγινε. Από εκεί και πέρα τα υπόλοιπα έγιναν από μόνα τους. Τραγούδια γράφω. Προσπαθώ να διαβάζω την εποχή. Η εποχή έχει τις δυσκολίες της.

-Τι εννοείς;

Το προφανές. Δεν υπάρχει δισκογραφία. Δεν υπάρχουν δισκάδικα. Με εφημερίδες και άλλα τέτοια κουνιέται το πράγμα. Στο διαδίκτυο ο καθένας ανεβάζει και κατεβάζει όποιο τραγούδι θέλει ανεξέλεγκτα. Το διαδίκτυο είναι ένας ωκεανός που πλέουν διαφορά πράγματα, από μπούρδες μέχρι αριστουργήματα. Χάθηκε ο παπάς και ο κουμπάρος που ήταν η “βούλα” της δισκογραφικής εταιρείας. Δεν υπάρχει αγορά δίσκων. Βγάζουμε νέα άλμπουμ και λέω καλύτερα να πάει μέσα από μια εφημερίδα σε τριάντα χιλιάδες σπίτια και ας μην το ακούσουν ποτέ. Κάνουμε τραγούδια για να υπάρχουμε. Να είμαστε ενεργοί. Κάνω τραγούδια γιατί θέλω να πω κάτι. Είναι μεγάλο προσόν να βγω και να πω κάτι την ώρα που εκείνο το μικρό ή μεγάλο κάτι συμβαίνει.

-Τώρα ηχογραφείς νέο άλμπουμ;

Ναι. Θα έχει τον τίτλο “Ψέμα στο Ψέμα”. Έχω φλομώσει στο ψέμα όλα αυτά τα χρόνια που δεν μπορώ άλλο. Φρίκαρα και είπα όλο αυτό να το κάνω δίσκο. Να βγω και να τα χώσω σε μια συνέντευξη, άντε σε δύο, δεν σημαίνει κάτι. Δεν θα μείνει στον χρόνο. Στον χρόνο μένει η κατάθεση των τραγουδιών. Τώρα τι θα γίνει, πώς θ’ ακουστούν τα κομμάτια… πώς να το πω, δεν με νοιάζει. Δεν με νοιάζει η επιτυχία. Έχω καλό οπλοστάσιο τραγουδιών να με κρατήσει. Πια στη μουσική το ζωντανό είναι όλο το κόλπο. Δεν πρέπει να χάνεις την επαφή σου με τον κόσμο. Εκεί αποκαλύπτεσαι και εκεί το έχω πάει καλά μέχρι στιγμής. Και το λέω αυτό γιατί ό,τι κάνω κάθε χρόνο έχει αποτυχία χωρίς κάτι ψεύτικο πάνω ή μέσα της. Κανείς δεν πίστευε πως φέτος με τον Νίκο Πορτοκάλογλου θα τα καταφέρναμε. Παίζουμε μαζί από τις αρχές του περασμένου Νοέμβρη. Πήραμε παράταση ως το Πάσχα. Γιατί πάμε καλά; Γιατί παρουσιάζουμε κάτι ειλικρινές. Γιατί γουστάρουμε και εμείς αυτό που κάνουμε. Ο κόσμος έρχεται και φεύγει από τις παραστάσεις μας ευχαριστημένος. Αυτή είναι η πεμπτουσία.

-Έχεις ζήσει και τις τρεις περιόδους της διάδοσης της μουσικής. Του βινυλίου, του CD και του διαδικτύου….

Κοίτα η εποχή του δισκάδικου δεν πρόκειται να επαναληφθεί. Φιλοδοξία μου είναι να κάνω ξανά βινύλιο.

φωτο. Panos Giannakopoulos

-Ο πρώτος δίσκος βινυλίου που αγόρασες ποιος ήταν;

Πρώτο 45άρι ήταν το Help των Beatles. Πήγαινα πέμπτη δημοτικού και το πήρα με χρήματα από τα κάλαντα. Το πρώτο άλμπουμ που αγόρασα ήταν, πάλι Beatles, το Revolver.

-Πια τι περιμένεις από την καριέρα σου;

Τίποτα. Ξέρεις τι γίνεται, κάθε φορά που κλείνει ένας καλλιτεχνικός κύκλος νομίζεις πως τελειώνει όλο το πράγμα. Το 2012 όταν έκανα τη συναυλία στο Καλλιμάρμαρο επιστρέφοντας σπίτι ένιωθα όλο το σώμα μου να πονά. Ξάπλωσα. Σκέφτηκα πως θα μπορούσα αύριο να σταματήσω. Λίγες ώρες πριν στο στάδιο με είχε ακούσει 60.000 κόσμος. Είχα μόλις παίξει παρέα με ανθρώπους που άκουγα από παιδί. Mετά από εκείνη τη βραδιά είπα “εντάξει” έκανα όλα όσα ήθελα να κάνω το “πράγμα” τελείωσε. Όμως δεν ήταν έτσι. Τελειώνει κάτι, ξεκινάει κάτι άλλο. Το τέρμα του κάθε δρόμου σηματοδοτεί μια καινούργια αρχή. Έτσι είναι. Σήμερα έχω μια ανάγκη να αποτραβηχτώ από τις μεγάλες σκηνές. Να πάω σε χώρους μικρούς. Δεν το έχω καταφέρει ακόμα. Όλο λέω πως θα το κάνω.

-Πώς το φαντάζεσαι αυτό;

Να πάω σ’ ένα μέρος που θα χωράει 100 άτομα και να παίζουμε με τρία όργανα. Θέλω να κάνω κάτι σαν μπουάτ. Όπως είχε κάνει κάποτε ο Χατζής τον Σκορπιό.

φωτο. Jorgo Tsolakidis Jorgo Photoartist

-Θα ήθελα να επιστρέφαμε στον τίτλο του άλμπουμ που ηχογραφείς. Γιατί “Ψέμα στο ψέμα”;

Γιατί έχουμε φάει πολύ ψέμα. Τα άλμπουμ μου πάντα είχαν δύο δρόμους. Έναν κοινωνικό και έναν ερωτικό. Το ονόμασα “Ψέμα στο Ψέμα” γιατί το ψέμα ακουμπά το σήμερα στο ερωτικό αλλά και στο κοινωνικό επίπεδο.

-Ο σεξισμός είναι μέρος της ψεύτικης πλευράς του;

Όχι, δεν έφτασα ως εκεί. Μιλώ για τις αποτυχημένες σχέσεις, τα ζευγάρια που χωρίζουν, να σου πω κάτι όλα αυτά έχουν ενδιαφέρον στα τραγούδια. Τα ωραία του έρωτα δεν τα τραγουδάς, τα ζεις. Τον πόνο θέλεις να τραγουδήσεις.

Λαυρέντης Μαχαιρίτσας – Νίκος Πορτοκάλογλου
“Τι έχει μείνει απ’ τη φωτιά”

Mαζί τους η Μιρέλλα Πάχου

Συμμετέχουν: Steve Tesser και Αγάπη Διαγγελάκη

Γυάλινο Μουσικό Θέατρο
Συγγρού 143, Νέα Σμύρνη
τηλ.: 210 9315 600

 

πηγή: fileleftheros.gr