γράφει η Αγγελική Κώττη //

Το Τροπάριο της Κασσιανής, είναι ένα αριστούργημα: συγκινητικό, πλήρες, κομψό, γεμάτο μεστά νοήματα και εκφραστικό πλούτο, υπέροχο. Και ο θρύλος που το συνοδεύει είναι κι αυτός θαυμάσιος.

Η μοναχή Κασσιανή, ή Κασσία, ή Ικασία, γεννήθηκε περίπου στα 810 και συμμετείχε στην αντίσταση κατά των εικονομάχων. Η πένα της, που ήταν απαράμιλλη, συνέτεινε στο να επισκιαστούν οι σύγχρονές της υμνογράφοι- μελωδοί. Θεωρείται η πλέον επιφανής γυναίκα μελωδός στο Βυζάντιο. Πατριάρχες της εποχής σφετερίστηκαν τα κείμενά της και μέχρι σήμερα πιστεύουμε πως εκείνοι τα έγραψαν…

Η Κασσιανή ήταν ανάμεσα στις παρθένες ευγενικής καταγωγής που συνάντησε ο Θεόφιλος για να επιλέξει ανάμεσά τους την μέλλουσα σύζυγό του. Δεν γνωρίζουμε αν πρόκειται για γεγονός ή για μύθο, πάντως αναφέρεται μια συναρπαστική σκηνή. Η Κασσιανή θάμπωσε με την ομορφιά της τον νεαρό και ήθελε να της δώσει το χρυσό μήλο. Όμως, έκανε το λάθος να της μιλήσει.

«Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα» (από τη γυναίκα πηγάζουν τα κακά) της είπε ο αυτοκράτορας, έχοντας υπόψη του την Εύα. Εκείνη είχε άποψη και την είπε: «αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείτω» του απάντησε (αλλά και από τη γυναίκα πηγάζουν τα καλά) έχοντας στο νου της την Παναγία.
Ο Θεόφιλος ταράχθηκε, προχώρησε στην επομένη, τη Θεοδώρα, και της έδωσε το μήλο.

Η Κασσιανή το 843 ίδρυσε κοινόβιο μοναστήρι στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με το μύθο μόνασε καθώς δεν μπόρεσε να ξεπεράσει το γεγονός ότι δεν έγινε αυτοκράτειρα. Αλλά ούτε και ο Θεόφιλος μπόρεσε να την ξεπεράσει. Εκτισε το μοναστήρι με δικά της χρήματα και αφιερώθηκε στη λατρεία του Χριστού και στην ποίηση. Συνέθετε εκκλησιαστικούς ύμνους, τροπάρια, ιδιόμελα, αξιοποιώντας το σπουδαίο ταλέντο της. Εγραψε 50 ύμνους, από τους οποίους οι 23 περιλαμβάνονται στα λειτουργικά βιβλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Επίσης, μέχρι σήμερα έχουν διασωθεί 789 μη λειτουργικοί της στίχοι, κυρίως «γνωμικά».

Όμως μια μέρα, ο Θεόφιλος την επισκέφθηκε στο μοναστήρι. Εκείνη δεν επιθυμούσε να τον αντικρίσει και κρύφτηκε, αφήνοντας στο τραπέζι τον ύμνο του τροπαρίου μισοτελειωμένο. Σύμφωνα με το μύθο, ο αυτοκράτορας βούτηξε τι φτερό στο μελάνι και τον συμπλήρωσε προσθέτοντας τον στίχο:  «ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη». (Ενώ ήταν στον παράδεισο, η Εύα, το δειλινό, άκουσε κρότο και από τον φόβο της κρύφτηκε υποτίθεται πως είναι η μετάφραση. Στην πραγματικότητα, η Εύα δεν θα μπορούσε να είναι παρά ως «ούσα» και όχι «ων». Το «ων» ταιριάζει στους «αχράντους πόδας» του Θεού που αναφέρονται στον προηγούμενο στίχο και η μετάφραση γίνεται: των οποίων τον κρότο (των άχραντων ποδών) αφού/ επειδή άκουσε στον παράδεισο η Εύα το δειλινό, κρύφτηκε από φόβο). Εκείνη δεν διέγραψε τη φράση, αντίθετα συνέχισε και ολοκλήρωσε το έργο της.

Η Κασσιανή εμπνεύστηκε το Ιδιόμελο αυτό τροπάριο από τα λόγια των Ευαγγελιστών, που δεν αναφέρονται στη Μαρία τη Μαγδαληνή, αλλά στην ανώνυμη αμαρτωλή γυναίκα, τη μοιχαλίδα, που ο Χριστός έσωσε από βέβαιο λιθοβολισμό του έξαλλου πλήθους των Φαρισαίων για το ηθικό της παράπτωμα, με εκείνα τα λόγια Του: «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω επ’ αυτήν». Και όταν αργότερα ο Ιησούς βρέθηκε στο σπίτι του Σίμωνα του Φαρισαίου του λεπρού, η αμαρτωλή εκείνη γυναίκα αισθάνθηκε την ανάγκη να του εκφράσει τον ευγνωμοσύνη και την αφοσίωσή της. Αγόρασε αρώματα, ντύθηκε σεμνά και με δάκρυα έπλυνε τα πόδια του Χριστού και τα σκούπισε με τα λυτά μαλλιά της.

Κατά τον Βυζαντινολόγο Κρουμβάχερ: «H Κασσιανή ήταν μία εξαίρετη μορφή και ότι το έργο της το διακρίνει ισχυρά πρωτοβουλία, βαθεία μόρφωσις, αυτοπεποίθησις και παρρησία. Πολύ συναίσθημα και βαθεία θεοσέβεια». Και ο Σωφρόνιος Ευστρατιάδης αναφερόμενος στο έργο της είπε: «Το χαρακτηρίζει γλυκύτης μέλους ακορέστου».

Το τροπάριο
«Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα Γυνή, 
την σην αισθομένη Θεότητα, μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, 
οδυρομένη μύρα σοι, προ του ενταφιασμού κομίζει. 
Οίμοι! λέγουσα, ότι νυξ μοι, υπάρχει, οίστρος ακολασίας, 
ζοφώδης τε και ασέληνος, έρως της αμαρτίας. 
Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων, 
ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ• 
κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας, 
ο κλίνας τους Ουρανούς, τη αφάτω σου κενώσει• 
καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, 
αποσμήξω τούτους δε πάλιν, τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις• 
ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν, 
κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη. 
Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους, 
τις εξιχνιάσει ψυχοσώστα Σωτήρ μου; 
Μη με την σην δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων το έλεος». 

Η Κασσιανή

Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή, πολλά, 
πολλά, θολά, βαριά τα κρίματά μου. 
Μα, ω Κύριε, πώς η θεότης Σου μιλά 
μέσ΄ στην καρδιά μου! 

Κύριε, προτού Σε κρύψ΄ η εντάφια γη 
από τη δροσαυγή λουλούδια πήρα 
κι απ΄ της λατρείας την τρίσβαθη πηγή 
Σου φέρνω μύρα. 

Οίστρος με σέρνει ακολασίας… Νυχτιά, 
σκοτάδι αφέγγαρο, άναστρο με ζώνει, 
το σκοτάδι της αμαρτίας φωτιά 
με καίει, με λιώνει. 

Εσύ που από τα πέλαα τα νερά 
τα υψώνεις νέφη, πάρε τα, Έρωτά μου, 
κυλάνε, είναι ποτάμια φλογερά 
τα δάκρυά μου. 

Γείρε σ΄ εμέ. Η ψυχή πώς πονεί! 
Δέξου με Εσύ που δέχτηκες και γείραν 
άφραστα ως εδώ κάτου οι ουρανοί. 
και σάρκα επήραν. 

Στ΄ άχραντά Σου τα πόδια, βασιλιά 
μου Εσύ θα πέσω και θα στα φιλήσω, 
και με της κεφαλής μου τα μαλλιά 
θα στα σφουγγίσω. 

Τ΄ άκουσεν η Εύα μέσ΄ στο αποσπερνό 
της παράδεισος φως ν΄ αντιχτυπάνε, 
κι αλαφιασμένη κρύφτηκε… Πονώ, 
σώσε, έλεος κάνε. 

Ψυχοσώστ΄, οι αμαρτίες μου λαός, 
Τα αξεδιάλυτα ποιος θα ξεδιαλύση; 
Αμέτρητό Σου το έλεος, ο Θεός! 
‘Αβυσσο η κρίση. 

(Απόδοση: Κωστής Παλαμάς)