Του Γιάννη Παναγόπουλου //

Πάει καιρός από την τελευταία μέρα που αγόρασα δίσκο βινυλίου μουσικής. Εδώ και χρόνια το πικ –απ είναι στην αποθήκη. Στην αποθήκη είναι επίσης και η Telecaster Fender μου. Όλο σκέφτομαι πως αυτά τα δύο αντικείμενα που νοηματοδοτούν τη ζωή μου πρέπει να επιστρέψουν σπίτι. Από την άλλη σκέφτομαι πως οι μετακομίσεις που έχω κάνει τα τελευταία χρόνια είναι, ίσως, περισσότερες από τις φορές που πήγα σινεμά. Το σινεμά δεν μου πολυαρέσει, πάω από υποχρέωση. Ούτε οι μετακομίσεις μού αρέσουν. Δεν το πολυψάχνω. Μετακομίζεις για πολλούς λόγους. Γιατί θέλεις να μείνεις κάπου φθηνότερα. Ή γιατί τα χάλασες με τη γυναίκα που νόμιζες πως δεν θα τα χαλούσες ποτέ. Τι λέμε τώρα;  Όλα αυτά είναι ιστορίες, μιας άλλης ιστορίας.

Για όλα υπάρχει μια πρώτη φορά. Έτσι δεν είναι; «Έτσι είναι» και «έτσι θα είναι» απαντώ, γιατί έτσι νομίζω πως σκέφτεστε και εσείς. Και έτσι γλιτώνουμε χρόνο από την κουβέντα γύρω από ένα θέμα που «έτσι είναι» άσχετα αν κάποιος θα έλεγε «έτσι δεν είναι» για να προβοκάρει την κουβέντα.

Το «Underflow», Καλλιρρόης 39,  θα στο προτείνουν ως δισκάδικο. Είναι και δισκάδικο. Όταν μπεις για πρώτη φορά, για δισκάδικο θα το περάσεις. Μόνο που θα σου έλεγα να μην μείνεις στους τίτλους. Ναι, το Underflow είναι χώρος αφιερωμένος στη μουσική. Δεν είναι ταγμένος, όμως, μόνο στην πώλησή της. Περιμετρικά του χώρου υπάρχουν χιλιάδες άλμπουμ βινυλίου που μπορείς να αγοράσεις. Στο κέντρο του υπάρχουν τραπέζια με καρέκλες που αν κάτσεις  θα πιάσεις κουβέντα (γιατί άλλο;) για μουσική. Στο υπόγειο υπάρχει χώρος που γίνονται συναυλίες. Το πράγμα, όμως, δεν τελειώνει εδώ. Και ο Βασίλης Φιλιππακόπουλος, ο άνθρωπος που επινόησε, δημιούργησε και τρέχει τον χώρο, έχει πολλά να πει γι’ αυτό.

ea1f1c48-5da3-4615-88a6-157b09b93335

-«Ξεκίνησα με το ροκ. Το ταξίδι μου στην μουσκή ξεκίνησε μ’ εκείνη τη μουσική και αν θυμάμαι καλά τα πρώτα άλμπουμ που αγόρασα ήταν το «Slow Train Coming» του Bob Dylan και το «Present Arms» των UB 40. Το δεύτερο το αγόρασα μόλις είχε βγει το 1981. Κάποια στιγμή πέρασα στην τζαζ. Που ήταν μια μεγάλη αγάπη και παραμένει. Μετά, μετά και μετά… μετά πέρασα σε πιο experimental πράγματα. Άρχισα να ψάχνω μανιωδώς δίσκους μουσικής. Το καινούργιο, του καινούργιου… το πράγμα δεν σταμάταγε με τίποτα. Και η όρεξή μου να μαθαίνω για νέους δίσκους παρέμενε αλύτρωτη. Σήμερα και λόγω του χώρου που έχω ανοίξει επιστρέφω σε πράγματα που είχα «αφήσει». Αυτό έγινε υποχρεωτικά και όχι μόνο.»

Processed with VSCO

-Ο Βασίλης επιστρέφει στην ημερομηνία γέννησης του Underflow. Δεν μιλάμε για την ημέρα που άνοιξε το «δισκάδικο». Αλλά για την εποχή που η σκέψη για εκείνο, έκανε πρεμιέρα στο μυαλό του. Μας λέει: «Άλλο ήταν το επάγγελμά μου. Κατασκευαστής ήμουν. Πολυκατοικίες έφτιαχνα. Εκείνο το επάγγελμα λόγω κρίσης κατάντησε ανέκδοτο. Κάποια στιγμή σταμάτησα. Και θεωρώ πως ήμουν από τους τυχερούς που είχαν την πολυτέλεια να περάσουν χρόνο χωρίς να κάνουν τίποτα. Ή όχι ακριβώς τίποτε. Έκανα τον ψαρά στην Σκύρο, όχι τον τόπο που γεννήθηκα, αλλά την πατρίδα που επέλεξα, όταν σκέφτηκα πως ήθελα να φτιάξω έναν χώρο που θα υπηρετούσε την πιο «εξειδικευμένη» μουσική. Χώρο που κάποιος θα μπορούσε να βρει πράγματα, μουσικές, που δεν θα μπορούσε να βρει αλλού. Και που η διαδρομή του πελάτη δεν θα ήταν μονόδρομος, από το ράφι στο ταμείο. Ήθελα έναν χώρο που ο κόσμος θα μιλούσε για μουσική, θα έπινε καφέ ακούγοντάς την, ενώ παράλληλα θα είχε την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με την τέχνη γενικότερα. Το Underflow λειτουργεί και ως γκαλερί. Έχει και τον δικό του χώρο συναυλιών στο υπόγειο.»

-Το Underflow είναι, ίσως, το ευγενέστερο όνειρο που είχε ο Βασίλης γύρω από την μουσική. Το λέω έτσι γιατί όταν λέει: «Μουσική, τέχνη, συναυλίες, ουίσκι, παρέες. Όνειρό μου είναι να γίνω φίλος με τους πελάτες μου και μετά εκείνοι να γίνουν φίλοι μεταξύ τους γιατί έτσι θα πάρει την τελική μορφή του ο χώρος που έφτιαξα», νομίζω πως έχει ιδιαίτερη αξία.

-Αυτός ο χώρος που αξίζει να επισκεφτείς, να δεις και να ζήσεις σου λέει πως η Αθήνα έχει ελπίδα στην ομορφιά. Ο Βασίλης απλώνει τις ιδέες του «Εδώ θα βρεις δίσκους. Από εδώ κάθε μέρα έρχονται μπάντες που θέλουν να παίξουν στον συναυλιακό μας χώρο. Ο κόσμος που περνά από εδώ είναι ένας και ένας. Είναι αδιανόητα ιδιαίτερα άτομα. Έχουν ευγένεια, πολιτισμό, γνώσεις, συμπεριφορά. Σέβονται και ο ένας τον άλλο. Και κάφρος να είσαι δεν θα το βγάλεις εδώ. Αυτό έχει να κάνει με τις προτάσεις αισθητικής που κάνουμε. Όταν βλέπει κάποιος κάτι όμορφο χαλιναγωγούνται τα τραγικά του ένστικτα και πάθη. Μπαίνει σε μια άλλη συνθήκη. Ο χώρος που έφτιαξα είναι σαν ένας μικρός ναός. Και το λέω έτσι γιατί θεωρώ πως φιλοξενεί ιερά πράγματα. Οποιοδήποτε δισκοπωλείο είναι ναός. Οποιαδήποτε γκαλερί είναι ναός. Κάθε καλό μπαρ ναός είναι, το ίδιο και κάθε συναυλιακός χώρος».

Τα 375 τετραγωνικά του δισκάδικου θα μπορούσαν να ανήκουν στο Βερολίνο ή το Λονδίνο ή το Παρίσι. Ανήκουν στην Αθήνα.