Του Γιάννη Παναγόπουλου //
Ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης, γνωστός στους περισσότερους ως Χάρρυ Κλυνν, δεν είναι πια εδώ. Ο άνθρωπος που «όρισε» το εθνικό χιούμορ στις δεκαετίες του 1970, και κυρίως το 1980, έφυγε από τη ζωή. Η υγεία του ήταν κλονισμένη. Το τελευταίο διάστημα κυκλοφορούσε με αναπηρικό καρότσι. Πληροφορίες λένε πως το βράδυ της περασμένης Κυριακής, στο σπίτι του στην Καλαμαριά, υπέστη κρίση του αναπνευστικού μη αναστρέψιμη. Δεκατέσσερις ημέρες μετά τα γενέθλιά του. Δύο χρόνια μετά τον θάνατο του γιου του, Νίκου, ο Χάρρυ Κλυνν έφυγε για το τελευταίο ταξίδι της ζωής του. Ηταν 78 ετών. Η κηδεία του θα γίνει την ερχόμενη Πέμπτη.

Θα θυμόμαστε τον Χάρρυ Κλυνν ως τον άνθρωπο που έφερε στην Ελλάδα -στον χώρο της θεατρικής ερμηνείας- τον όρο stand up κωμωδία πριν εκείνος γίνει τάση, αποκτήσει τις διαστάσεις που έχει σήμερα. Θα θυμόμαστε τον Χάρρυ Κλυνν ως τον ικανότερο σατιρικό «τροβαδούρο» της νεοελληνικής πραγματικότητας, όπως μας συστήθηκε μετά τη Μεταπολίτευση και αντέχει έως σήμερα. Οι χαρακτήρες που ερμήνευσε σε πίστες, κινηματογράφο, θέατρα και κυρίως στη δισκογραφία -με τα άλμπουμ όπως «Πατάτες» (1981), «Μαλακά, πιο μαλακά» (1984)- περιγράφουν τις αγωνίες του Νεοέλληνα για περισσότερη κατανάλωση, περισσότερη επίδειξη, μεγαλύτερη κοινωνική αποδοχή, ανεξαρτήτως κόστους ή διαδρομών.

Οι εμφανίσεις του Χάρρυ Κλυνν στο Ζυγό της Πλάκας άφησαν εποχή. Συνέπεσαν με την εποχή που το ΠΑΣΟΚ ήταν κραταιό και κυβέρνηση. Βαδίζοντας στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο σεμνό και το άσεμνο της εποχής, ο Κλυνν έβλεπε τις πίστες και τα θέατρα όπου εμφανιζόταν να πλημμυρίζουν κόσμο. Ηταν η εποχή που την πολιτική σκηνή της χώρας μονοπωλούσαν οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα στον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τον Ανδρέα Παπανδρέου και εκείνος ήταν ο άνθρωπος που, σατιρίζοντάς τους, ένωσε το χιούμορ μιας ολόκληρης χώρας.

Ο Χάρρυ Κλυνν γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και εκδήλωσε το συγγραφικό και υποκριτικό ταλέντο του από μικρή ηλικία. Το 1958, ξεκινώντας από μια βραδιά ταλέντων του Γ. Οικονομίδη, μετακόμισε στην Αθήνα, απ’ όπου ξεκίνησε την καλλιτεχνική σταδιοδρομία του. Μέσα σε οχτώ χρόνια κατόρθωσε να διακριθεί και να έχει σημαντική πορεία στον χώρο των νυχτερινών κέντρων, κυρίως, και των καμπαρέ. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 γύρισε τις πρώτες του κινηματογραφικές ταινίες και έκανε τις πρώτες θεατρικές εμφανίσεις του στα θέατρα «Ακροπόλ» και «Χατζηχρήστου». Από το 1964 έως το 1974 έζησε και εργάστηκε στη Βόρεια Αμερική. Ο ίδιος, περιγράφοντας τη σχέση του με τις χώρες που τον φιλοξένησαν, έχει γράψει: «Εζησα και δούλεψα δέκα ολόκληρα χρόνια στις HΠA και τον Kαναδά. Kαι να το ’θελα να γυρίσω, δεν το μπορούσα. Σ’ όλη μου τη ζωή κυνηγούσα την Aριστερά κι εκείνη εμένα. Kαι τώρα που είμαστε χώρια, πάλι μαζί είμαστε… Στην Aμερική μπορώ να πω ότι διαμόρφωσα και τον προσωπικό καλλιτεχνικό μου χαρακτήρα. Δούλευα όπου έβρισκα δουλειά. Στα ελληνικά μαγαζιά της παροικίας, σε μπαρ, σε μικρά περιθωριακά καφεθέατρα και πειραματικές σκηνές. Παράλληλα έγραφα, έγραφα ακατάπαυστα… Στη Nέα Yόρκη ήμουν πολύ πιο γνωστός ως συγγραφέας παρά ως ηθοποιός ή διασκεδαστής. Στην Aμερική γνώρισα και τη Xαρίκλεια. Παντρευτήκαμε τον χειμώνα του 1965 στο Σικάγο. Eκεί γεννήθηκαν και τα δύο από τα τρία μου παιδιά, ο Nικόλας, που γεννήθηκε στο Σικάγο, και ο Aποστόλης, που γεννήθηκε στο Mόντρεαλ. H Kορίνα γεννήθηκε στην Aθήνα. To εγγονάκι μου το Χαρικλάκι γεννήθηκε κι αυτό την Αθήνα… Tα πιο πολλά όμως χρόνια τα έζησα στο Mόντρεαλ, στο Σικάγο και στη Nέα Yόρκη. Δούλεψα δίπλα σε μεγάλους κωμικούς την εποχή που δειλά δειλά έκανε στην Aμερική την εμφάνισή της η σκληρή κοινωνική και πολιτική σάτιρα, αυτό που αργότερα ονομάσανε stand-up comedy… Εμείς το λέγαμε το θέατρο των φτωχών… Πολύ γρήγορα δημιούργησα και επέβαλα το δικό μου προσωπικό στυλ και ύφος, που το έφερα μαζί μου επιστρέφοντας στην Eλλάδα έπειτα από δέκα χρόνια περιπλάνησης…».
Κατά τη διάρκεια της δεκαετούς παραμονής του στην Aμερική, ο Κλυνν συνεργάστηκε με πληθώρα εφημερίδων και περιοδικών. Κάποια από αυτά ήταν το «Playboy», η εφημερίδα «Daily Worker», το «Village» και το «On the Duble». 

Ο Κλυνν επέστρεψε στην Ελλάδα το 1974. Αλλαξε τη μορφή της νυχτερινής διασκέδασης, παρουσιάζοντας για πρώτη φορά ευρηματικά και πρωτότυπα σόου στον χώρο των νυχτερινών κέντρων και των μπουάτ. Οι δίσκοι του που κυκλοφορούν την ίδια εποχή κρατάνε για χρόνια τις πρώτες θέσεις στα δισκογραφικά charts και οι ταινίες του σπάνε όλα τα ρεκόρ των εισιτηρίων. Οι επιλεκτικές εμφανίσεις του στην τηλεόραση του χαρίζουν τον τίτλο του εμπορικότερου καλλιτέχνη της χιλιετίας (AGB) και οι παραστάσεις του στα θέατρα «Ορφέας», «Αλσος», «Δελφινάριο» και «Μινώα» καταρρίπτουν κάθε προηγούμενο εισπρακτικό ρεκόρ. Από επιλογή, και από το 2006 ώς σήμερα, ο σατιρικός, καυστικός καλλιτέχνης ζούσε μόνιμα στη γενέτειρά του Καλαμαριά, γράφοντας βιβλία, συμμετέχοντας σε θεατρικές παραστάσεις, ζωγραφίζοντας (έξι ατομικές εκθέσεις) και ηγούμενος της μείζονος αντιπολίτευσης στον Δήμο Καλαμαριάς.

Τσακισμένος από τη μοίρα μετά την απώλεια του γιου του Νίκου -για πολλούς, ο δικός του θάνατος ήταν μια αυτοκτονία σε αργή κίνηση- ο Χάρρυ Κλυνν τα τελευταία χρόνια της ζωής του αρθρογραφούσε, σχεδόν σε καθημερινή βάση, στο προσωπικό του ιστολόγιο. Απομακρυσμένος από αυτό που λέμε ελληνική «σόου μπιζ» και εγχώρια επικαιρότητα, ο Κλυνν έκανε το δικό του πολιτικό αντάρτικο μέσα από τη δική του σκοπιά. Ο θάνατός του σηματοδοτεί το φινάλε μιας σατιρικής εποχής που ο ίδιος επινόησε, σκηνοθέτησε και ερμήνευσε με μοναδική επιτυχία.

πηγή: εφημερίδα Φιλελέυθερος