κείμενο worldvespa

Βίγια: “Villa Miseria”, “Villa Emergencia” ή απλώς “villa” είναι οι ονομασίες που χρησιμοποιούνται στην Αργεντινή για τις παραγκουπόλεις που εκτείνονται περιφερειακά των μεγάλων αστικών κέντρων της χώρας – και κυρίως του Μπουένος Άιρες.

Σήμερα είδα τον Χριστό. Στον Γολγοθά ανέβαινε ζωσμένος τον σταυρό του, κάθιδρος κι εξαθλιωμένος. Μόνο που στην Αργεντινή γολγοθάδες δεν έχει. Στις παρυφές μιας Βίγιας* ήταν, σ’ έναν σκονισμένο δρόμο που η άσφαλτός του είχε σπάσει από χρόνια. Κι ούτε ο σταυρός είχε σχήμα σταυρού. Ένα κάρο ήταν φορτωμένο μ’ ένα βουνό σκουπίδια. Σκουπίδια ανακυκλώσιμα, που οι φτωχοδιάβολοι μαζεύουν βουτώντας στους κάδους, τα φορτώνουν στα κάρα τους και τα πουλάνε για ένα κομμάτι ψωμί στις αποθήκες. Τούτος εδώ όμως δεν είχε άλογο να σέρνει το κάρο του. Μπορεί να ψόφησε, μπορεί να το πούλησε, μπορεί, μπορεί…

Σημασία δεν έχει. Τούτος εδώ ο Χριστός, λευκός, αδύνατος, γυμνός απ’ τη μέση κι απάνω, βάδιζε παραπατώντας. Τα μπράτσα του ισχνά αλλά μυώδη, τα ‘χε περασμένα απ’ το οριζόντιο κοντάρι του κάρου. Κι έτσι όπως κρέμονταν οι πήχεις μπροστά απ’ τον σκυμμένο του κορμό, έμοιαζε πως έπαιρνε τις τελευταίες του ανάσες. Το βλέμμα του καρφωμένο στο χώμα. Νικημένος, παραιτημένος απ’ ό,τι όμορφο μπορεί να ‘χε ονειρευτεί κάποτε. Ιδρώτας έτρεχε ποτάμι και μούσκευε το λερό του παντελόνι. Ούτε γύρισε να κοιτάξει τ’ αυτοκίνητα πριν διασχίσει τον δρόμο. Σαν να θελε να προκαλέσει την τύχη του. «Τι στο διάολο έχω να χάσω;» ίσως να ψέλλισε και πέρασε απέναντι. Ένα αυτοκίνητο κοκάλωσε. Ο οδηγός κόρναρε, έβρισε και τον προσπέρασε. Κανένας δεν βρέθηκε να σηκώσει τον σταυρό τούτου εδώ του Χριστού. Ο Σίμωνας ο Κυρηναίος δεν ήταν κοντά κι ο οδηγός του αυτοκινήτου θα προτιμούσε να μην τον είχε συναντήσει ποτέ. Μπορεί να είχε ευχηθεί να μην υπήρχαν τέτοιοι Χριστοί στο διάβα του. Αυτοί οι Χριστοί που γίνονται καθρέφτες της ασχήμιας και της αδικίας, οι Χριστοί που μόνο το χώμα πρέπει να κοιτούν και ν’ ασθμαίνουν.

*Βίγια: “Villa Miseria”, “Villa Emergencia” ή απλώς “villa” είναι οι ονομασίες που χρησιμοποιούνται στην Αργεντινή για τις παραγκουπόλεις που εκτείνονται περιφερειακά των μεγάλων αστικών κέντρων της χώρας – και κυρίως του Μπουένος Άιρες. Ξεκίνησαν να δημιουργούνται τη δεκαετία του ’30, όταν πολλοί άνθρωποι άρχισαν να κατευθύνονται προς τις πόλεις προς εύρεση εργασίας. Εκεί έβρισκαν προσωρινά κατάλυμα, ώσπου οι οικονομικές συνθήκες να τους επιτρέψουν να εγκατασταθούν στις εργατικές συνοικίες. Αυτό όμως έχει αλλάξει σήμερα: μόνο το 13% του πληθυσμού τους είναι εσωτερικοί μετανάστες, το 26% είναι μη-Αργεντινοί κάτοικοι, ενώ το 61% έχει γεννηθεί εκεί και ζει μόνιμα σε αυτές τις συνθήκες. Πρόκειται για πυκνοκατοικημένες περιοχές όπου επικρατούν κακές συνθήκες διαβίωσης – πολλές φορές λείπουν βασικές υποδομές, όπως τρεχούμενο νερό, αποχέτευση, ηλεκτρικό. Είναι “κλειστές” γειτονιές που συχνά έχουν στοιχεία ενός γκέτο.

•Οι περισσότεροι κάτοικοι των πόλεων δεν έχουν μπει ποτέ σε κάποια βίγια και συνήθως διστάζουν εξαιτίας του φόβου της εγκληματικότητας, της οποίας η γενίκευση και το υψηλό ποσοστό ωστόσο, αμφισβητείται από κοινωνικές υπηρεσίες που εργάζονται μέσα σ’ αυτές

Η τελευταία κυβέρνηση (2015-2109, Macri) έχει εγκαταστήσει οπλισμένους φρουρούς περιφερικά των συγκεκριμένων γειτονιών (Gendarmería Nacional) ώστε να δίνεται μια εικόνα ασφάλειας. Η επιλογή αυτή προκάλεσε αντιδράσεις στους κατοίκους αλλά και σε πολλούς πολίτες της χώρας, οι οποίοι θεωρούν πως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να δώσει λύση στα προβλήματα, τα οποία ουσιαστικά ξεκινούν απ’ την ακραία περιθωριοποίηση των κατοίκων των “villas”. (Στις villas της πόλης του Μπουένος Άιρες μόνο, το 2017 ήταν καταγεγραμμένοι 250.000 κάτοικοι εκ των οποίων το 43% είναι ηλικίας κάτω των 18 ετών)