Εδώ πέσαμε. Παιδιά του λαού. Γνωρίζετε γιατί.
Γυμνοί, κατάσαρκα φορώντας τις σημαίες ,
-η Ελλάδα τις έρραψε με ουρανό και άσπρο κάμποτο -.
Ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα αττικά χαράματα .
Είδατε τα πουλιά, που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες
αγγίζοντας με τα φτερά τους, τον ανατέλλοντα πυρφόρον .
Είδατε τα παράθυρα της γειτονιάς ν’ ανοίγουνε στο μέλλον .
Εμείς, μερτικό δε ζητήσαμε…. Τίποτα… Μόνον
θυμηθείτε το: αν η ελευθερία
δεν βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας,
εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα. Γεια σας .

(Γιάννης Ρίτσος, «Σκοπευτήριο Καισαριανής»)

Οι φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, την Πρωτομαγιά του 1944, δεν είναι απλώς ιστορικά τεκμήρια. Είναι μια ριπή στον χρόνο. Μια στιγμή που πάγωσε, για να επιστρέψει ογδόντα χρόνια μετά και να μας κοιτάξει κατάματα. Πρόσωπα καθαρά, βλέμματα σταθερά, κεφάλια ψηλά. Κάποιος με τη γροθιά υψωμένη. Κάποιος άλλος προσοχή, σαν να αντικρίζει όχι το εκτελεστικό απόσπασμα αλλά την ίδια την Ιστορία.

Λεβεντιά είναι να στέκεσαι όρθιος απέναντι στον θάνατο. Να μην παζαρεύεις την αξιοπρέπεια. Οι 200 δεν ήταν ανώνυμοι. Πολλοί από αυτούς είχαν ήδη περάσει χρόνια στις φυλακές της δικτατορίας του Μεταξά. Από τους 200, οι 157 ήταν κομμουνιστές πολιτικοί κρατούμενοι που παραδόθηκαν από το ελληνικό κράτος στους ναζί μετά την εισβολή του 1941. Θύματα πρωτίστως ενός αντικομμουνιστικού μηχανισμού (που εξελίχθηκε με μεγαλύτερη σφοδρότητα μετά τον πόλεμο) πριν ακόμη γίνουν θύματα των Γερμανών κατακτητών. Μαζί τους και μέλη του ΕΑΜ, συλληφθέντες από ελληνικά χέρια ταγματασφαλιτών και δωσίλογων και παραδομένοι για εκτέλεση.

Στις φωτογραφίες, όμως, δεν υπάρχει φόβος. Υπάρχει μια παράξενη γαλήνη. Σαν να γνώριζαν ότι «όταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτές». Το «Πατερούλη, πάω για εκτέλεση» του Ναπολέοντα Σουκατζίδη παύει να είναι απλώς λόγια. Γίνεται πρόσωπο. Γίνεται βλέμμα. Γίνεται γροθιά υψωμένη.

Για χρόνια τους συναντούσαμε μέσα στην τέχνη: στους στίχους του Κώστα Βάρναλη, που μίλησε για «το σύνορο του κόσμου», στο «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη  όταν «νωρίς ἐβγήκανε κατάμπροστὰ στον ἥλιο, με πάνου ὡς κάτου ἀπλωμένη την ἀφοβιά σαν σημαία», στο πείσμα του Γιάννη Ρίτσου ότι «σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει», στη μελαγχολία του Νίκου Καββαδία όπου «στον τοίχο της Καισαριανής μάς φέραν από πίσω κ’ ίσα έν’ αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό». Για χρόνια θρηνούσαμε με Μίκη Θεοδωράκη «ποιόνε να κλάψω πρώτονε», για χρόνια αναρωτιόμαστε με Γιάννη Μαρκόπουλο «Και στ’ ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια, θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή, πώς έγινε με τούτο τον αιώνα και γύρισε καπάκι η ζωή»  για χρόνια παρατηρούσαμε τις χαραγμένες φιγούρες, θαρρείς Αγίων, του Τάσσου. Κάποιοι, οι γνωστοί, πίστευαν πως η ποίηση μεγάλωνε τον ηρωισμό. Οι φωτογραφίες διαψεύδουν κάθε καχυποψία. Ο φακός του κατακτητή κατέγραψε αυτό που ούτε η πιο φορτισμένη γλώσσα δεν θα μπορούσε να επινοήσει: ανθρώπους που βαδίζουν προς το απόσπασμα τραγουδώντας. Ανθρώπους που μας κοιτούν κατάματα και μας ρωτάν θαρρείς για τη δική μας στάση σήμερα. Σήμερα που το «Φέρτο» και τα «Πάρτα» ορίζουν τις ζωές μας.

Και ύστερα, η δεύτερη πρόκληση. Τα ντοκουμέντα να εμφανίζονται προς πώληση σε διαδικτυακές δημοπρασίες. Σαν να μπορεί να κοστολογηθεί η θυσία. Σαν να είναι αναμνηστικά ενός «τουρισμού» της Κατοχής. Οι φωτογραφίες αυτές δεν είναι εμπορεύματα. Ανήκουν στη συλλογική μνήμη. Είναι κληρονομιά του ελληνικού λαού. Ανήκουν στα μουσεία της Εθνικής Αντίστασης του λαού μας.

Κοιτάζοντάς τες, αναρωτιέσαι: από ποια πλευρά του τοίχου στεκόμαστε σήμερα; Εκείνοι στάθηκαν ψηλότεροι από τον φόβο τους. «Θάνατος, μαύρος αδερφός – Θάνατος, θα γίνω αθάνατος». Οι στίχοι έχουν πια πρόσωπο. Και η υψωμένη γροθιά τους συνεχίζει να κόβει, σαν λεπίδα μνήμης, το κεφάλι του φασισμού.

υγ Προς την υπουργό Πολιτισμού κ. Μενδώνη και τους συνοικούντες του μεγάρου της Μπουμπουλίνας (ένας ακόμα ιστορικός τόπος μνήμης): Κυρία Μενδώνη, 200 κομμουνιστές πατριώτες ήταν. Δεν ήταν 200 πατριώτες γενικά και αόριστα. 200 κομμουνιστές που παραδόθηκαν από τους προγόνους της παράταξής σας στους ναζί.  Γιατί στην άλλη πλευρά του τοίχου κάποιοι δικοί σας «πατριώτες» πουλούσαν λάδι στη μαύρη αγορά, κάποιοι φορούσαν κουκούλα και κάποιοι ορκίζονταν στον Χίτλερ. Φοβάστε την Ιστορία αυτού του τόπου-είναι γνωστό. Μην φοβάστε και τις λέξεις …