
Η δύναμη της παραπληροφόρησης — γιατί την αποδεχόμαστε;
επιμέλεια – Μάρκος Ψυχάρης //
Η παραπληροφόρηση δεν είναι απλώς «λάθος πληροφορία». Είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο με πραγματικές συνέπειες όπως: πανικός, πόλωση, στοχοποίηση ομάδων και υπονόμευση της εμπιστοσύνης σε θεσμούς.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας μιλά για infodemic (πληροφοριο-επιδημία): υπεραφθονία πληροφορίας, όπου αναμειγνύονται ακριβή και ανακριβή δεδομένα, δημιουργώντας σύγχυση και οδηγώντας σε επιβλαβείς συμπεριφορές.
Παραπληροφόρηση vs. παραπλάνηση: τι ακριβώς εννοούμε;
Misinformation και Disinformation – Το καθημερινό μας μενού
Misinformation: ψευδές/ανακριβές περιεχόμενο που διαδίδεται χωρίς πρόθεση εξαπάτησης (π.χ. κάποιος το πιστεύει και το μοιράζεται).
Disinformation: ψευδές/παραπλανητικό περιεχόμενο που διαδίδεται με πρόθεση να παραπλανήσει.
Αυτό το «δίδυμο» είναι κρίσιμο, γιατί εξηγεί κάτι που συχνά παραβλέπουμε: μεγάλο κομμάτι της διάδοσης δεν οφείλεται σε «κακούς δράστες», αλλά σε καθημερινούς ανθρώπους που απλώς κάνουν share κάτι που τους φάνηκε χρήσιμο, σοκαριστικό ή “ταιριαστό” με όσα ήδη πιστεύουν.
Γιατί η παραπληροφόρηση εξαπλώνεται τόσο γρήγορα;
Κλασική μελέτη στο Twitter έδειξε ότι οι ψευδείς ειδήσεις διαδίδονται πιο γρήγορα και φτάνουν σε περισσότερους ανθρώπους από τις αληθινές — κυρίως λόγω ανθρώπινης συμπεριφοράς, όχι bots.
Ο λόγος δεν είναι «χαζοί οι άνθρωποι». Είναι ότι το ψευδές περιεχόμενο συχνά είναι:
Πιο νέο/αναπάντεχο (άρα τραβά προσοχή)
Πιο φορτισμένο συναισθηματικά (θυμός, φόβος, αγανάκτηση)
Πιο «απλό» αφηγηματικά (εύκολες εξηγήσεις, ξεκάθαροι «κακοί»)
Οι πλατφόρμες, επιπλέον, επιβραβεύουν ό,τι προκαλεί αλληλεπίδραση. Έτσι, το περιεχόμενο που «ανάβει» συζήτηση παίρνει έξτρα ώθηση.
Όταν ένα πρόβλημα δεν τελειώνει με τη διόρθωσή του
Ακόμη κι όταν μια πληροφορία διορθωθεί, οι άνθρωποι συχνά συνεχίζουν να την χρησιμοποιούν στη σκέψη τους. Αυτό είναι γνωστό ως continued influence effect (συνεχιζόμενη επίδραση της παραπληροφόρησης).
Υπάρχει και το illusory truth effect: όσο πιο συχνά ακούμε κάτι, τόσο πιο «αληθοφανές» μάς φαίνεται, απλώς και μόνο λόγω επανάληψης.
Με άλλα λόγια: δεν αρκεί να πεις «είναι ψέμα». Χρειάζεται να αντικαταστήσεις το ψέμα με μια συνεκτική εναλλακτική εξήγηση, αλλιώς ο εγκέφαλος κρατά το αρχικό αφήγημα ως “placeholder”.
Και τώρα το ωραίο: τι σχέση έχει αυτό με το «κουτσομπολιό»;
Εδώ μπαίνει η ανθρώπινη φύση. Ο κοινωνικός μας εγκέφαλος είναι «φτιαγμένος» για ιστορίες γύρω από ανθρώπους: ποιος είναι αξιόπιστος, ποιος παραβιάζει κανόνες, ποιος συνεργάζεται, ποιος εξαπατά. Η έρευνα του Robin Dunbar υποστηρίζει ότι το κουτσομπολιό (ως ανταλλαγή κοινωνικών πληροφοριών) λειτούργησε εξελικτικά σαν κοινωνική κόλλα, αντίστοιχη με το grooming στα πρωτεύοντα: βοηθά να δένουν μεγάλες ομάδες χωρίς να χρειάζεται φυσική επαφή με όλους.
Αυτό απαντά στο «βρώμικο» ερώτημά σου: όλοι τελικά κουτσομπολεύουμε επειδή είναι εργαλείο επιβίωσης και ένταξης στην ομάδα.
Όταν μιλάμε για τρίτους:
χτίζουμε εμπιστοσύνη (“σου λέω κάτι που ξέρω”),
μαθαίνουμε άτυπους κανόνες (“αυτό εδώ δεν γίνεται”),
αξιολογούμε φήμη και ρίσκο (“τον εμπιστεύεσαι;”),
νιώθουμε ότι ανήκουμε (“είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος”).
Το πρόβλημα είναι ότι ο ίδιος μηχανισμός που κάνει το κουτσομπολιό κοινωνικά «ελκυστικό», κάνει και την παραπληροφόρηση κολλητική: η πληροφορία που αφορά πρόσωπα/ομάδες, έχει ηθικό φορτίο και υπόσχεται αποκάλυψη («η αλήθεια που δεν σου λένε»), ταξιδεύει σαν κοινωνικό κουτσομπολιό σε μαζική κλίμακα.
Πώς «σπάει» ο κύκλος;
Οι οδηγίες της ερευνητικής βιβλιογραφίας για αποδόμηση μύθων (debunking) συγκλίνουν σε πρακτικές όπως: προειδοποίηση ότι έρχεται παραπλανητικός ισχυρισμός, καθαρή διόρθωση, σύντομη εξήγηση γιατί είναι λάθος, και μια εναλλακτική αφήγηση που στέκεται.
Σε ατομικό επίπεδο, μια απλή συνήθεια κάνει θαύματα: παύση 10 δευτερολέπτων πριν το share και ερώτηση “ποιος ωφελείται αν το πιστέψω;”.
Η παραπληροφόρηση είναι ισχυρή όχι επειδή είναι «καλύτερη» από την αλήθεια, αλλά επειδή πατάει πάνω σε κάτι βαθιά ανθρώπινο: την ανάγκη μας να ανήκουμε, να καταλαβαίνουμε τον κόσμο γρήγορα και να μοιραζόμαστε ιστορίες για τους άλλους. Κι αυτός είναι ο λόγος που, ναι — στο τέλος της ημέρας — όλοι κουτσομπολεύουμε.










