επιμέλεια Στέλλα Παπαλάμπρου* //

Ο Γκόρντον Παρκς (1912-2006) ήταν μια μοναδικά ιδιαίτερη προσωπικότητα, ό,τι κι αν σημαίνει αυτή η λέξη, που ξεπέρασε το όριο και την προκατάληψη της έγχρωμής του ρίζας, κατά την εποχή των περίφημων νόμων του Jim Crow, σχετικά με τη θέση των μαύρων στην Αμερικανική κοινωνία. Η νέα έκθεση για τον Γκόρντον Παρκς: Νέα Παλίρροια, Πρώιμο Έργο 1940-1950,  πραγματεύεται την πρωτοποριακή πρώτη δεκαετία της καριέρας του, κατά τη διάρκεια της οποίας έγινε ομολογουμένως ο πρώτος αφρο-αμερικανός φωτογράφος του περιοδικού LIFE.

Ο Παρκς μεγάλωσε στο Φορτ Σκοτ, του Κάνσας. Η πρώτη του  επιθυμία να αφιερωθεί στη φωτογραφία γεννήθηκε ενώ εργαζόταν ως σερβιτόρος στο εστιατόριο ενός τρένου ξεφυλλίζοντας παρατημένα τεύχη περιοδικών, όπως τα Vogue και Look. Στην ηλικία των 25 ετών, ο Παρκς αγόρασε την πρώτη του φωτογραφική μηχανή, μάρκας Voigtländer Brilliant, την οποία αργότερα θα χαρακτήριζε ως “το καλύτερο όπλο που είχε ποτέ στη φαρέτρα του” και ήταν αυτοδίδακτος στην επαγγελματική φωτογραφία πορτραίτων και το φωτορεπορτάζ.

Γκόρντον Παρκς © The Gordon Parks Foundation

© The Gordon Parks Foundation

“Με τη φωτογραφική του μηχανή ανά χείρας άρχισε σιγά σιγά να έχει πρόσβαση σε διαφορετικές θεματικές ιστορίες”, όπως λέει η δρ. Ντέμπορα Γουίλις, η οποία εξέδωσε το δοκίμιο με τίτλο “Γκόρντον Παρκς: Υψηλή Ραπτική και Καθημερινότητα”, που κυκλοφόρησε από την Steidl.

“Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι εκείνη την περίοδο, οι μαύροι δεν είχαν την ίδια ελευθερία κίνησης, ούτε τύγχαναν του σεβασμού που τους άξιζε. Αυτό που με συναρπάζει απεριόριστα στον Γκόρντον είναι ότι δεν λογάριαζε όρια. Είχε πλήρη αντίληψη της φωτογραφικής του ματιάς και εμπιστευόταν το ένστικτό του στο να κατανοεί τα βάθη και τις πολυπλοκότητες της βιοθεωρίας που ήθελε να ακολουθήσει και του έργου που ήθελε να εξελίξει”.

© The Gordon Parks Foundation

•Έχοντας κατασταλαγμένη αυτή την εσωτερική πίστη, ο Παρκς ξεκίνησε την καριέρα του όταν μπήκε σε ένα πολυκατάστημα του Σεντ Πωλ, της Μινεσότα, όπου ζούσε το 1939. Ο Παρκς, τότε, είπε στον ιδιοκτήτη του καταστήματος Φρανκ Μέρφι: “Θα ήθελα να φωτογραφίσω μόδα για την επιχείρησή σας”. Αρχικά η πρότασή του έπεσε στο κενό, καθώς ο Μέρφι αρνήθηκε, μέχρι που η σύζυγος του τελευταίου με δική της πρωτοβουλία και πιο ελεύθερα κρίνοντας, δέχτηκε το αίτημα.

Σε αυτή τη δουλειά ο Παρκς άρχισε να ξεδιπλώνει το ταλέντο του, συνδυάζοντας τις τόσο “ντελικάτες” αρχές των μετρ της φωτογραφίας με μία διεισδυτική ταυτόχρονα σύλληψη του τι είχε στο μυαλό του ο θεατής. “Κοιτάζοντας όλες αυτές τις φωτογραφίες μόδας και υφασμάτων στα περιοδικά LIFE και Look, o Γκόρντον αρχίζει με το μυαλό του να παραπέμπει στον τρόπο που δημιουργείται μια αφήγηση για τα αντίστοιχα νήματα που υφαίνουν τον ιστό της ζωής”, λέει η Δρ.Γουίλις.

© The Gordon Parks Foundation

“Πιστεύω ότι με όλες αυτές τις εικόνες ως ερέθισμα ξεκίνησε να πλάθει φανταστικές ιστορίες με επίκεντρο τη γυναίκα, την κατάσταση και τη θέση της εν γένει”. Είχε αυτή την αίσθηση εσωτερικής/εξωτερικής ευελιξίας και ήταν σε θέση να εντοπίσει με τη ματιά του την ανισότητα, καθώς και τον τρόπο που θα την εξισορροπούσε στην εικόνα κατά μία έννοια. Αυτό συνέβη, με εφαλτήριο τη μόδα”.

© The Gordon Parks Foundation

Η γένεση αυτής της προοπτικής άρχισε με μία παλιά φωτογραφία που χρονολογείται γύρω στο 1890, στην οποία η μητέρα του, Σάρα Ρος Παρκς, στέκεται αγέρωχα μέσα στο επιβλητικό φόρεμά της. Ο Γκόρντον ήταν ο νεότερος από δεκαπέντε αδέλφια και μόλις δεκατεσσάρων ετών όταν πέθανε η μητέρα του. “Υποθέτω ότι ο Γκόρντον κατάλαβε ποια ήταν η μητέρα του μέσα από την ιστορία που ο φακός του απέδωσε για την παραπάνω εικόνα, της μητέρας του ως ατομικότητας, πέρα από κάθε γονεϊκή σχέση”, παρατηρεί εύστοχα η δρ. Γουίλις.

© The Gordon Parks Foundation

*Στέλλα Παπαλάμπρου http://www.mosaictranslations.com

πηγή: http://www.gordonparksfoundation.org/