Στην πρόβα | «Perplex» του Μάγιενμπουργκ από τον Γιώργο Παύλου: περιπλοκή στο θέατρο. Γιατί, μέσα από τα συμπλέγματα, τις μεταμφιέσεις, τις εναλλαγές και τα γκαγκς, εκείνο που έχει κανείς να παρατηρήσει ότι τελικά δεν υπάρχουν πραγματικοί χαρακτήρες παρά μόνο ηθοποιοί που χρησιμοποιούν τα δικά τους ονόματα, παίζουν διαφορετικά σενάρια που είναι μόνο στιγμιαία συνεκτικά, πριν οι ανεπαίσθητες μετατοπίσεις στον χρόνο και τον χώρο αποπροσανατολίσουν τα πάντα και αναδυθεί ένα νέο σενάριο. Κάπως έτσι καταργούνται οι προσωπικές ταυτότητες και η «ανθρωπολογία» παράστασης και ζωής γίνεται μια και ενιαία, βρίσκοντας συνοχή στο ασύνδετο.

Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα να δω τίποτα από αυτά που είδα. Μπαίνοντας στην πρόβα του «Perplex», έργο που έγραψε ο, Μάριους Φον Μάγιενμπουργκ, δραματουργός της Σαουμπίνε και που παίζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα χάρη στον δυναμικά ανερχόμενο σκηνοθέτη Γιώργο Παύλου, τίποτα δεν προμήνυε όλη αυτή τη χιονοστιβάδα που θα ακολουθούσε στη σκηνή του θεάτρου Κάμιρος.

Η ζωή είναι ό,τι την κάνεις και εδώ, στο «Perplex», η ζωή είναι τόσο ρευστή, ακριβώς επειδή έχεις πολλά, μα παρα πολλά να κάνεις σε αυτήν και γι’ αυτήν.

Ένας και μόνο καναπές, μερικά φυτά διάσπαρτα και αυτό είναι όλο και όλο το σκηνικό. Αλλά σε αυτήν την παράσταση, το θέμα δεν είναι τι βλέπεις, αλλά πως το βλέπεις!

Η πρόβα ειναι εν εξελίξει όταν κάθομαι, και ήδη ο Γιώργος Φασουλάς κάνει παθιασμένο σεξ με τον καλύτερό του φίλο τον Άγγελο-Προκόπιο Νεράντζη, ο οποίος τυχαίνει να φοράει μια ολόσωμη στολή άλκης. Και τώρα ο Γιώργος είναι ερωτευμένος παράφορα, δεν θέλει τίποτα περισσότερο από το να κάνει σεξ με άλκες και να μετακομίσει στη Λαπωνία με τον Άγγελο, αλλά φεύγει έξαλλος επειδή η άλκη είναι πεισματάρα και προτιμά να μείνει με τη σύζυγό του, η οποία, παρεμπιπτόντως, είναι ντυμένη ηφαίστειο. Στο ρόλο των συζύγων οι Κατερίνα Νταλιάνη και η Ανδρομάχη Φουντουλίδου. Έτσι, στο τέλος, δύο ζευγάρια κάνουν ένα πάρτι μεταμφιεσμένων – ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν…

Και αυτή είναι μόνο μια «τρελή» στιγμή της παράστασης, μιας παράστασης που είναι γεμάτη από τέτοια σπαρταριστά επεισόδια, που το ένα διαδέχεται το άλλο, μέσα από ένα γαϊτανάκι συνεχών μεταμφιέσεων. Μεταμφιέσεις που δεν έχουν να κάνουν μόνο με την εξωτερική εμφάνιση και το κοστούμι, αλλά κυρίως με τις μεταμφιέσεις που όλοι μας ντυνόμαστε, παίζοντας ρόλους κάθε στιγμή της ζωής μας.

«Πριν δυο χρόνια» θα μου πει ο Γιώργος Παύλου όταν τον ρώτησα πως ήρθε σε επαφή με το έργο και τι τον τράβηξε σε αυτό, «διάβαζα μανιωδώς για να βρω να ανεβάσω μια φάρσα και μαγεύτηκα όταν διάβασα αυτό το έργο. Μαγεύτηκα γιατί ενώ υπάρχει μια βωντβιλική ατμόσφαιρα, το έργο καταπιάνεται περισσότερο με κοινωνικά θέματα. Με έναν μαγικό τρόπο ο Μάγιενμπουργκ έχει καταφέρει να ενσωματώσει πολλά θεατρικά είδη σε ένα έργο, και κάθε σκηνή να έχει μια άλλη αναφορά στην ιστορία του θεάτρου. Με ξετρέλανε επίσης ο τρόπος που ορίζονται και αναιρούνται τα πράγματα. Και που όλα συμβαίνουν με την ταχύτητα της πραγματικής ζωής».

Με το «Perplex», ο Μάριους φον Μάγιενμπουργκ καταθέτει μια μανιωδώς σχεδιασμένη φάρσα αποτελούμενη από ένα κρεσέντο απολαυστικά «άσχημων» στιγμών, κλείνοντας το μάτι σε Μπέκετ και Ιονέσκο. Εξελίσσοντας την Πιραντελική σκηνική ιδιοφυία. παίζει με στοιχεία παραλογισμού, με ημι-πλάγιες αναφορές τουλάχιστον στους «Έξι Χαρακτήρες Αναζητούν έναν Συγγραφέα», ή στο ζευγάρι αγνώστων του Ιονέσκο (Κύριος και Κυρία Μάρτιν στην «Φαλακρή Τραγουδίστρια») που ανακαλύπτουν ότι όχι μόνο γνωρίζονται, αλλά είναι και παντρεμένοι, ή στους «Ρόζενκραντζ και Γκίλντερνστερν» του Στόπαρντ που προσπαθούν να κατανοήσουν τι συμβαίνει στον Άμλετ.

Η παράσταση ξεκινά με το ζευγάρι νούμερο ένα να επιστρέφει σπίτι από διακοπές. Εκεί, συναντούν το ζευγάρι νούμερο δύο, που υποτίθεται ότι θα ποτίζουν τα φυτά και θα αερίζουν το διαμέρισμα, και κατά τη διάρκεια της συζήτησής τους, συνειδητοποιούν ότι οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί, ότι οι ίδιοι είναι ξαφνικά οι απρόσκλητοι επισκέπτες. Λίγο αργότερα, ο πρώην ιδιοκτήτης του διαμερίσματος έχει μεταμορφωθεί σε ένα σκυθρωπό παιδί που παίζει και η γυναίκα του σε…καθαρίστρια! Και αυτή είναι η αρχή της αλυσίδας: Οι μεταμορφώσεις ταυτότητας συμβαίνουν συνεχώς, με σχολαστικά κατασκευασμένους υποκριτικούς μηχανισμούς, δημιουργώντας μια σουρεαλιστική πραγματικότητα, που δεν μπορείς παρά να ξεκαρδιστείς, βλέποντας εκεί, στα δύο ζευγάρια, στιγμές της δικής σου καθημερινότητας.

Αυτή η δομική αρχή προχωρά γρήγορα μέσα από παιχνιδιάρικες αλυσίδες συσχετισμών, προσφέροντας στους τέσσερις ηθοποιούς, άφθονο χώρο για ελιγμούς: Τη μια στιγμή το μικρό αγόρι προσβάλλει τους γονείς του, αποκαλώντας τους Ναζί επειδή δεν τον αφήνουν να κάνει σκι, και την επόμενη βρίσκεται στη σκηνή με στολή των SS, η οποία στη συνέχεια δημιουργεί μια αρκετά απρόσκοπτη μετάβαση στο πάρτι μεταμφιεσμένων με θέμα “Αρκτικές Νύχτες”, όπου η Κατερίνα ζητά επειγόντως από τον μαθητή του δημοτικού, που είναι τώρα ο σύζυγός της, να αλλάξει μεταμφίεση. Άλλωστε, η στολή «δεν έχει απολύτως τίποτα εκθαμβωτικά αμφίσημο σε αυτήν»!

Τι αποδεικνύει η παράσταση; ότι το σύμπαν είναι πραγματικά απολύτως απρόβλεπτο. Όχι μόνο ο Θεός, ο οποιοσδήποτε Θεός, δεν υπάρχει, αλλά – αφού όλα όσα γνωρίζουμε αποτελούνται από μόνο μια δέσμη ηλεκτρικών παλμών στον εγκέφαλό μας – ούτε εμείς οι ίδιοι δεν υπάρχουμε πραγματικά. Και για να κορυφώσει, προβάλλει τη δύναμη της θεατρικής τέχνης, Κατά το «όλος ο κόσμος μια σκηνή» του Σαίξπηρ, τελικά όλα είναι θέατρο και μάλιστα χωρίς σκηνοθέτη. ‘Ετσι, μετά την κατάργηση Θεών δεν υπάρχει ούτε καν το ίδιο το έργο, του οποίου ο σκηνοθέτης δεν έχει εμφανιστεί ποτέ στην πρόβα «από την αρχή». Δεν υπάρχει ούτε καν ο περίφημος «τέταρτος τοίχος» της σκηνικής παράστασης.

Ο Γιώργος Παύλου είναι εκεί και καθοδηγεί το όλο ευφυές εγχείρημα του Μάγιενμπουργκ. Στοιβάζει για να γκρεμίσει, αραδιάζει για να χλευάσει, ψευτοφιλοσοφεί από σκηνής, ψευτοκριτικάρει, αναδεικνύει τις υποκριτικές πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης. Με αρωγό τη θαυμάσια μετάφραση της Έρις Κύργια, η οποία έχει προσαρμόσει μοναδικά το λόγο και το «γράμμα» του έργου στα ελληνικά μέτρα και σταθμά, έχει εισβάλει με ορμή στο σκανδαλιάρικο πνεύμα του Μάγιενμπουργκ, που πολύ αστεία (ή μήπως πολύ σοβαρά;) στοχάζεται πάνω στα έργα και της ημέρες των σύγχρονων μικροαστών αποθεώνοντας την ίδια την υποκριτική τέχνη.

Γιατί, μέσα από τα συμπλέγματα, τις μεταμφιέσεις, τις εναλλαγές και τα γκαγκς, εκείνο που έχει κανείς να παρατηρήσει ότι τελικά δεν υπάρχουν πραγματικοί χαρακτήρες παρά μόνο ηθοποιοί που χρησιμοποιούν τα δικά τους ονόματα, παίζουν διαφορετικά σενάρια που είναι μόνο στιγμιαία συνεκτικά, πριν οι ανεπαίσθητες μετατοπίσεις στον χρόνο και τον χώρο αποπροσανατολίσουν τα πάντα και αναδυθεί ένα νέο σενάριο. Κάπως έτσι καταργούνται οι προσωπικές ταυτότητες και η «ανθρωπολογία» παράστασης και ζωής γίνεται μια και ενιαία, βρίσκοντας συνοχή στο ασύνδετο.

Το εντυπωσιακό με την παράσταση, είναι ότι το παράλογο και ο σουρεαλισμός δεν είναι αλλόκοτα, εξιδανικευμένα, και εξωραϊσμένα. Είναι καταστάσεις οικείες, είναι ο σουρεαλισμός της ίδιας της πραγματικότητας.

Ο Γιώργος Παύλου,θα μου πει εξηγώντας πως «το έργο αποτελεί ένα δίπολο της αβεβαιότητας ή της σταθεράς. Το έργο αρπάζει διάφορες σταθερές είτε προσωπικές είτε κοινωνικές και τις αποδομεί. Σταθερές που είναι και κομμάτια του καπιταλισμού που έχουν εισχωρήσει στην ατομικότητα μας.. Όπως πχ το σπίτι μου – αν το χάσω ποιος είμαι; ή η σχέση μου -άμα τη χάσω ποιος είμαι, αν χάσω τη ρίζα μου – ποιος είμαι; το επάγγελμά μου – αν το χάσω ποιος είμαι; Αυτό είναι το έργο. Τέσσερις άνθρωποι που έχουν όλες τις προϋποθέσεις να ζήσουν μια όμορφη στιγμή, έρχεται ο Μαγιενμπουργκ και τους ρωτάει, αν τα χάσεις όλα αυτά, μπορείς να ζήσεις; Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αποδομείται η μικροαστική ασφάλεια

«Το σκοτεινό σημείο της παράστασης» θα πει ο Γιώργος Φασουλάς «είναι η αβεβαιότητα. Όπως οι ήρωες στο έργο δε γνωρίζουν τι έπεται, έτσι και ο άνθρωπος στον κόσμο. Δε γνωρίζει τι ακολουθεί. Υπάρχει μια αβεβαιότητα για τα ίδια τα οράματά μας για το αύριο. Κάποια στιγμή, βρίσκεται ο ήρωας να κρατάει το κεφάλι του κομμένο και αναρωτιέται αν τελικά όντως είναι αυτός, αν το κεφάλι είναι δικό του, αν ζει ή δε ζει. Ερωτήματα του σύγχρονου ανθρώπου, δηλαδή»

Κι ενώ η Κατερίνα Νταλιάνη θα εντοπίσει ότι «κύριο θέμα του έργου είναι και η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων», δεν μπορεί να μη σταθεί στο γεγονός «πως είναι βασικό το ερώτημα που πάμε ως Ανθρωπότητα. Έχουμε δοκιμάσει τα πάντα. Ζήσαμε ακόμα και τον Ναζισμό, και δεν έχουμε καταφέρει να βρούμε το δρόμο μας. Τι μας μένει πια;»

Για να συμπληρώσει το συλλογισμό της Κατερίνας, ο Άγγελος-Προκόπιος Νεράντζης θα σημειώσει «Κάτι κοινό της παράστασης με τη ζωή μας, είναι ότι στην παράσταση με πιο εμφανή τρόπο απ’ ότι συμβαίνει στη ζωή μας καλούμαστε συνεχώς να επαληθεύουμε τα χαρακτηριστικά μας και τις συνθήκες στις οποίες υπάρχουμε. Στο έργο ξεμένουν ο ένας με μια ναζιστική στολή και η άλλη ντυμένη ως καλόγρια και πρέπει να επαληθεύσουν ένα μασκέ πάρτυ. Έτσι και στη ζωή.»

Ενώ η Ανδρομάχη Φουντουλίδου θα πει για τους ήρωες πως «Ο καθένας μας μέσα από την κωμικότητα, έχει στην παράσταση μια ρωγμή όπου καταθέτει μια μεγάλη αλήθεια για τον κόσμο, τις σχέσεις την ίδια την ύπαρξη, την κοινωνία».

Ο Γιώργος Παύλου, μιλώντας για το σκηνοθετικό του όραμα θα δηλώσει: «Εγώ ήθελα να δημιουργήσω στη σκηνή ένα σύστημα ανθρώπων που όλοι μαζί αντιμετωπίζουν κάθε φορά ένα νέο πρόβλημα. Κι όταν δεν υπάρχει πρόβλημα να το δημιουργούν, ώστε να μπορούν να υπάρξουν. Αυτό άλλωστε δεν είναι χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρξης;»

Τέσσερις ηθοποιοί καταθέτουν ένα δικό τους στίγμα, σε αυτό το γερά ομογενοποιημένο δομικό μείγμα. Ταλαντούχοι, με διάθεση να ρισκάρουν, να εκτεθούν, να βιώσουν, να ρουφήξουν μέχρι τελευταίας σταγόνας τις υποκριτικές προκλήσεις του έργου. Από την Ανδρομάχη Φουντουλίδου που χειρίζεται με λεπτή διακριτικότητα το χιούμορ, την Κατερίνα Νταλιάνη που μέσα από τη ρευστότητα των χαρακτήρων παίζει με το «κανονικό» και το ανορθόδοξο, τον Άγγελο-Προκόπιο Νεράντζη που αναλαμβάνει να γίνει ο εκπρόσωπος του Δαρβίνου, του Νίτσε, του Πλάτωνα, εμφανιζόμενος ανυπεράσπιστα ολόγυμνος, αξιοθαύμαστος ηθοποιός με πλήρη έλεγχο των ερμηνευτικών του μέσων και με βαθιά σπουδή της οικονομίας στην κίνηση, έως τον Γιώργο Φασουλά που αναδεικνύεται σε θεατρική φιγούρα εξαίσιας κωμικής στόφας, ένας ακαταμάχητα κωμίκας τύπος. Ένα ερμηνευτικό σύνολο εντυπωσιακής ενότητας, όπου επιτυγχάνουν μια αξιοθαύμαστη ισορροπία ενσωματώνοντας διαφορετικές προσεγγίσεις στο χιούμορ.

Ποιες ήταν οι προκλήσεις των ρόλων τους; Ο Άγγελος-Προκόπιος Νεράντζης θα μου πει: «Το έργο έχει μια συνεχή εναλλαγή σκηνών και συνθηκών, μια ρυθμική κατεύθυνση, απαιτείται ταχύτητα και συγκέντρωση σε αυτή τη μεταπήδηση. Ταυτόχρονα απαιτείται ένας φυσικός τρόπος για αυτή τη μετάβαση και να εγκαθίσταται μια νέα συνθήκη σχεδόν αυτόματα, αυτό αποτελεί για εμάς τους ηθοποιούς μια μεγάλη πρόκληση για την ανάδειξη της υποκριτικής μας τέχνης. Είναι ένα μάθημα και για εμάς, πως να εντασσόμαστε ανά πάσα στιγμή σε αυτή τη συνεχώς μεταβαλλόμενη συνθήκη». Ενώ η Ανδρομάχη Φουντουλίδου θα προσθέσει: «Θα προσθέσω σε αυτά και το challenge που έχει αυτό το έργο, ενώ όλα είναι τόσο χαρούμενα και κωμικά, έχει κάτι πολύ σκοτεινό. Αυτό το μπλέξιμο κωμικότητας και σκοτεινιάς είναι το ύπουλο σημείο του. Αυτή είναι και η δυσκολία του για εμάς του ηθοποιούς. Πως να αναδείξουμε το τραγικό μέσα από το αστείο».

Ψυχολογικό θρίλερ, φάρσα, παρωδία, τραγωδία, δράμα σχέσεων και μια κωμωδία λαθών ταυτόχρονα; Τι απ’ όλα; Στο τέλος «κανείς δεν ξέρει πια ποιος είναι ποιος»… Την ώρα που η σκηνή έχει μετατραπεί σε ένα χάος (με έναν αιχμηρό αυτοσαρκασμό για τους σύγχρονους πρωτοποριακούς σκηνοθέτες που παραδοσιακά πρέπει να έχουν ολόκληρο το σκηνικό να καταρρέει) και μετά από τη διαδοχική σειρά από αλλαγές κοστουμιών και ταυτότητας οδηγούμαστε σε μια ενιαία, μεγαλοπρεπή ειρωνική μεταφορά για τη μεταμορφωτική δύναμη του θεάτρου: Ποιο είναι το νόημα του θεάτρου τελικά;

Η παράσταση κάνει πρεμιέρα το Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026 και θα παίζεται στο Θέατρο Κάμιρος κάθε Πέμπτη, Παρασκευή και Κυριακή στις 21:00 και Σάββατο 18:30 και 21:00. Εισιτήρια μπορείτε να προμηθευτείτε ΕΔΩ

Μετάφραση: Έρι Κύργια 
Σκηνοθεσία/ Σκηνογραφία: Γιώργος Παύλου 
Κουστούμια/ Συνεργάτης στην σκηνογραφία: Ζενεβιέβ Αθανασοπούλου 
Μουσική σύνθεση: Παντελής Πρωτοπαπάς  
Ειδικές κατασκευές: Αναστάσιος Σκλης
Φωτογραφίες: Μαρίνα Σατανάκη, Νικήτας Φουστέρης
Επικοινωνία: Χρύσα Ματσαγκάνη 
Βοηθός Σκηνοθέτης: Ιόλη Χαραλαμποπούλου 
Βοηθός Σκηνογράφου: Αγγελική Κυριακοπούλου
Ηθοποιοί: Άγγελος-Προκόπιος Νεράντζης, Κατερίνα Νταλιάνη, Γιώργος Φασουλάς, Ανδρομάχη Φουντουλίδου