
Ο ζωγράφος Πολ Γκογκέν πέθανε στις 8 Μαΐου 1903, στα νησιά Μαρκέζας της Γαλλικής Πολυνησίας, φτωχός, άρρωστος, απομονωμένος.
Μετά τον θάνατό του, η φήμη του μεγάλωσε θεαματικά. Επηρέασε τους φωβιστές, τους εξπρεσιονιστές και γενικότερα τη μοντέρνα τέχνη, όχι μόνο με τα χρώματά του, αλλά με την ιδέα ότι ένας πίνακας δεν χρειάζεται να αντιγράφει τον κόσμο· μπορεί να τον ξαναεφευρίσκει.
Ο Γκογκέν παραμένει γοητευτικός και προβληματικός μαζί: ένας καλλιτέχνης τεράστιας δύναμης, αλλά και ένας άνθρωπος που σήμερα δεν μπορεί να διαβαστεί χωρίς ερωτήματα.

Ο Πολ Γκογκέν γεννήθηκε στο Παρίσι στις 7 Ιουνίου 1848, σε μια Ευρώπη που έβραζε πολιτικά και κοινωνικά. Δεν ξεκίνησε τη ζωή του ως ο καταραμένος ζωγράφος που θα γινόταν αργότερα μύθος. Υπήρξε ναυτικός, χρηματιστής, σύζυγος και πατέρας πέντε παιδιών. Για χρόνια έζησε μια σχετικά αστική ζωή, μαζεύοντας έργα ιμπρεσιονιστών και ζωγραφίζοντας στον ελεύθερο χρόνο του. Ύστερα, σαν να τον τράβηξε κάτι πιο βαθύ από τη φιλοδοξία, εγκατέλειψε την ασφάλεια και αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην τέχνη.

Η πορεία Γκογκέν του δεν ήταν ήρεμη. Στη δεκαετία του 1880 ήρθε κοντά στους ιμπρεσιονιστές, αλλά γρήγορα απομακρύνθηκε από την απλή καταγραφή του φωτός. Ο Γκογκέν ήθελε κάτι πιο συμβολικό, πιο βίαιο, πιο προσωπικό. Στην Ποντ-Αβέν της Βρετάνης ανέπτυξε ένα ύφος με έντονα περιγράμματα, επίπεδα χρώματα και μορφές που έμοιαζαν σχεδόν τελετουργικές. Από αυτή την περίοδο προέρχεται ένα από τα σημαντικότερα έργα του, «Το Όραμα μετά το Κήρυγμα» ή «Ο Ιακώβ παλεύει με τον άγγελο» του 1888. Εκεί, οι Βρετόνες γυναίκες, με τα λευκά τους καλύμματα, δεν παρακολουθούν απλώς μια θρησκευτική σκηνή· μοιάζουν να ζουν μέσα σε μια εσωτερική αποκάλυψη.

Την ίδια χρονιά, ο Γκογκέν έζησε για λίγο στην Αρλ με τον Βίνσεντ βαν Γκογκ. Η σχέση τους ήταν εκρηκτική. Δύο μεγάλες ιδιοσυγκρασίες, δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την τέχνη, ένα σπίτι γεμάτο ένταση. Η συμβίωσή τους τελείωσε δραματικά, λίγο πριν από το γνωστό επεισόδιο με το αυτί του Βαν Γκογκ. Ο Γκογκέν έφυγε, αλλά η συνάντηση αυτή έμεινε σαν μία από τις πιο μυθικές συγκρούσεις της μοντέρνας τέχνης.
Το 1891 ο Γκογκέν ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Ταϊτή, αναζητώντας, όπως πίστευε, έναν πιο «πρωτόγονο» και αυθεντικό κόσμο. Σήμερα αυτή η αναζήτηση διαβάζεται πολύ πιο κριτικά, καθώς ήταν βαθιά επηρεασμένη από αποικιακές φαντασιώσεις και από την εξιδανίκευση των γυναικών και των πολιτισμών του Ειρηνικού. Παρ’ όλα αυτά, εκεί δημιούργησε μερικά από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα του: «Ia Orana Maria» του 1891, «Manao Tupapau» ή «Το Πνεύμα των Νεκρών Παρακολουθεί» του 1892, «Γυναίκες της Ταϊτής» του 1891 και αργότερα το μνημειακό «Από πού ερχόμαστε; Τι είμαστε; Πού πηγαίνουμε;» του 1897–1898, έναν σχεδόν φιλοσοφικό απολογισμό της ανθρώπινης ύπαρξης.







