επιμέλεια: Ελένη Σωτάκη //

Απέχουμε μόλις μερικές μέρες από την ομολογία του 33χρονου πιλότου για τη δολοφονία της 20χρονης Καρολάιν, συζύγου του και μητέρας του παιδιού τους.

Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες η 20χρονη γυναίκα φέρεται να είχε πάρει μια πολύ συγκεκριμένη απόφαση. Να απομακρυνθεί από τον, δολοφόνο, σύζυγό της. Διάθεσή μας δεν είναι να χορέψουμε τον χορό των ενδείξεων. Διάθεσή μας είναι να καταδείξουμε πραγματικότητες γύρω από τον τρόπο που ο εγκλεισμός, η καταχρηστική χρήση του όρου “ατομική ευθύνη”, το περιβάλλον ασφυξίας και η κατασκευή ενόχων έπαιξαν ρόλο στην πανδημική εποχή στήνοντας ένα νέο σκηνικό αυταρχισμού και βίας κατά της γυναίκας.

Καθώς η Covid-19 έχει σαρώσει τον κόσμο, υπήρξε μια έκρηξη βίας κατά των γυναικών και μια πλήρης επίθεση στα δικαιώματά τους. Η Ναόμι Κλάιν ήταν η πρώτη που αναγνώρισε τον «καπιταλισμό των καταστροφών», όταν οι καπιταλιστές χρησιμοποιούν μια καταστροφή για να επιβάλουν μέτρα – που δεν θα μπορούσαν να επιβάλουν σε συνθήκες ομαλότητας – δημιουργώντας περισσότερα κέρδη για τον εαυτό τους. Η πατριαρχία σε συνθήκες κρίσεων επιδιώκει τον έλεγχο και την κυριαρχία καταπατώντας τα δικαιώματα των γυναικών. (Ο όρος «ρατσιστική πατριαρχία καταστροφών» χρησιμοποιήθηκε από τη Rachel E Luft περιγράφοντας ένα διαθεματικό μοντέλο για την κατανόηση της καταστροφής 10 χρόνια μετά τον τυφώνα Κατρίνα.) Σε όλο τον κόσμο, η πατριαρχία έχει εκμεταλλευτεί πλήρως τον ιό για να ανακτήσει την εξουσία – από τη μία κλιμακώνοντας τον κίνδυνο και τη βία για τις γυναίκες και από την άλλη μπαίνοντας ως υποτιθέμενος ελεγκτής και προστάτης τους.

Ακτιβιστές και ηγέτες σε όλο τον κόσμο, από την Κένυα έως τη Γαλλία και την Ινδία, προβληματίζονται, οργανώνονται και αντιδρούν. Σε πολύ διαφορετικά περιβάλλοντα, πέντε βασικοί παράγοντες εμφανίζονται ξανά και ξανά. Οι γυναίκες χάνουν την ασφάλειά τους, την οικονομική τους δύναμη, την αυτονομία τους, την εκπαίδευσή τους και ωθούνται στις πρώτες γραμμές, χωρίς προστασία, να θυσιαστούν.

Η χρήση του όρου «πατριαρχία» διχάζει, κάποιους τους μπερδεύει. Άλλοι θεωρούν ότι είναι όρος αναχρονιστικός. Πολλοί όροι στο μεταξύ χρησιμοποιούνται όπως βιαιοπραγία, ενδοοικογενειακή βία, βία των στενών διαπροσωπικών σχέσεων, γυναικοκτονία.

Σε αυτήν την καταστροφική περίοδο της Covid-19 και των μακροχρόνιων εγκλεισμών, η άσκηση βίας στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις έχει μετατρέψει το σπίτι σε ένα είδος θαλάμου βασανιστηρίων για εκατομμύρια γυναίκες. Έχουμε δει την εξάπλωση του φαινομένου των πορνό βίντεο από ιδιωτικές στιγμές ως μέσο εκδίκησης, ενόσω το λοκντάουν έχει στρέψει τον κόσμο στο διαδίκτυο. Αυτή η ψηφιακή σεξουαλική κακοποίηση είναι σε έξαρση, καθώς ερωτικοί σύντροφοι απειλούν να κοινοποιήσουν εικόνες σεξουαλικών προσωπικών στιγμών χωρίς τη συγκατάθεση των θυμάτων.
Οι συνθήκες εγκλεισμού – περιορισμός, οικονομική ανασφάλεια, φόβος για ασθένεια, υπερβολική χρήση αλκοόλ – ήταν μια τέλεια καταιγίδα για άσκηση βίας.

Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί τι είναι πιο ενοχλητικό: το γεγονός ότι το 2021 πολλοί άνδρες εξακολουθούν να αισθάνονται πρόθυμοι να ελέγχουν, να βασανίζουν και να χτυπούν τις γυναίκες, τις ερωμένες και τα παιδιά τους, ή το ότι καμία κυβέρνηση δεν φαίνεται να το έχει σκεφτεί ως επίπτωση της απαγόρευσης κυκλοφορίας.

Στο Περού, εκατοντάδες γυναίκες και κορίτσια έχουν εξαφανιστεί από τότε που επιβλήθηκαν τα λοκντάουν με φόβο πως δε ζουν. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία 606 κορίτσια και 309 γυναίκες εξαφανίστηκαν μεταξύ 16 Μαρτίου και 30 Ιουνίου πέρυσι στο Περού. Σε όλο τον κόσμο, το κλείσιμο των σχολείων αύξησε την πιθανότητα διαφόρων μορφών βίας. Στις ΗΠΑ η γραμμή βοήθειας για επιζώντες σεξουαλικής επίθεσης δεν συνάντησε ποτέ πιο τραγικές καταστάσεις στην ιστορία των 26 ετών λειτουργίας της, καθώς τα παιδιά είναι κλειδωμένα με κακοποιητές χωρίς δυνατότητα ειδοποίησης των δασκάλων ή των φίλων τους. Στην Ιταλία, οι κλήσεις προς τον εθνικό αριθμό χωρίς χρέωση κατά της βίας αυξήθηκαν κατά 73% μεταξύ της 1ης Μαρτίου και της 16ης Απριλίου 2020. Στο Μεξικό σημειώθηκε ο υψηλότερος αριθμός κλήσεων στην ιστορία της χώρας και ο αριθμός των γυναικών που αναζήτησαν προστασία εξαιτίας ενδοοικογενειακής βίας τετραπλασιάστηκε.
Προκαλώντας στα θύματα μεγαλύτερη απελπισία και αδιέξοδα, πολλές κυβερνήσεις μείωσαν τη χρηματοδότηση στα κέντρα αυτά τη στιγμή ακριβώς που ήταν περισσότερο απαραίτητα. Αυτό φαίνεται να ισχύει σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στο Ηνωμένο Βασίλειο η κρίση της Covid-19 επιδείνωσε την έλλειψη πρόσβασης σε υπηρεσίες για μετανάστριες και γυναίκες που ανήκουν σε μειονότητες. Η ανισότητα οδηγεί σε πρόσθετες δυσκολίες πρόσβασης σε υπηρεσίες όπως η εκπαίδευση και η υγειονομική περίθαλψη.

Στις ΗΠΑ, περισσότερες από 5 εκατομμύρια γυναίκες έχασαν τις εργασίες τους από την έναρξη της πανδημίας μέχρι τον Νοέμβριο του 2020. Όσες κατόρθωσαν να διατηρήσουν τη δουλειά τους ήταν συχνά εργαζόμενες σε νοσοκομεία και ιδρύματα. Ακόμα και τότε όμως, πολλές γυναίκες δεν μπόρεσαν να εργαστούν, καθώς δεν είχαν βοήθεια για τα παιδιά τους που παρέμεναν στο σπίτι. Το να έχει κανείς παιδιά δεν έχει τον ίδιο αντίκτυπο στους άνδρες.

Η Shabnam Hashmi, ακτιβίστρια από την Ινδία, αναφέρει ότι μέχρι τον Απρίλιο του 2020 ένα εντυπωσιακό ποσοστό 39,5% των γυναικών εκεί είχε χάσει τις δουλειές του. «Η εργασία από το σπίτι επιβαρύνει πολύ τις γυναίκες καθώς ο προσωπικός τους χώρος έχει εξαφανιστεί και ο φόρτος εργασίας τριπλασιάστηκε», λέει η Hashmi. Στην Ιταλία, οι υπάρχουσες ανισότητες έχουν οξυνθεί από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης για την υγεία. Οι γυναίκες αντιμετωπίζουν τη μερική απασχόληση, φτωχότερους μισθούς, πιο επισφαλείς συμβάσεις και σπάνια απασχολούνται σε «ασφαλείς» εταιρικούς ρόλους. Οι προϋπάρχουσες οικονομικές, κοινωνικές, φυλετικές ανισότητες έχουν τονιστεί και όλοι αυτοί οι κίνδυνοι έχουν σοβαρότερες μακροπρόθεσμες συνέπειες από τον ίδιο τον ιό. Όταν οι γυναίκες δέχονται μεγαλύτερη οικονομική πίεση, τα δικαιώματά τους διαβρώνονται γρήγορα. Με την οικονομική κρίση που δημιούργησε η Covid-19, η πορνεία και η μαύρη εργασία αυξάνονται. Οι νεαρές γυναίκες που αγωνίζονται να πληρώσουν το ενοίκιό τους γίνονται θύματα σεξουαλικών εκβιασμών από τους ιδιοκτήτες των σπιτιών, φαινόμενο γνωστό και ως «sextortion».

Δεν νομίζω ότι μπορούμε να εκτιμήσουμε επακριβώς το επίπεδο της εξάντλησης, του άγχους και του φόβου των γυναικών που υποφέρουν κάτω από το βάρος της φροντίδας των οικογενειών τους, χωρίς διάλειμμα ή χρόνο για τις ίδιες. Η Unesco εκτιμά ότι πάνω από 11 εκατομμύρια κορίτσια μπορεί να μην επιστρέψουν στο σχολείο μόλις υποχωρήσει η πανδημία. Η μη ολοκλήρωση των σπουδών είναι καταστροφική. Όταν τα κορίτσια εκπαιδεύονται, ξέρουν τα δικαιώματά τους και τι να απαιτήσουν. Έχουν τη δυνατότητα να βρουν δουλειές και να φροντίσουν τις οικογένειές τους. Όταν δεν έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση, συχνά αναγκάζονται σε πρόωρους γάμους. Αυτό έχει ιδιαίτερες επιπτώσεις με κυριότερη τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων σε χώρες που έχουν τέτοιες πρακτικές. Συχνά, οι πατέρες θα δεχτούν να μην υποβάλουν τις κόρες τους σε αυτή τη διαδικασία, αν εκείνες μπορούν μέσω της εκπαίδευσης να φέρουν χρήματα στο σπίτι. Εάν δεν υπάρχει εκπαίδευση, τότε οι κόρες μπορεί να πουληθούν για προίκα.

Η Agnes Pareyio, πρόεδρος του Anti-Female Genital Mutilation Board στην Κένυα λέει: «Η Covid-19 έκλεισε τα σχολεία μας και έφερε τα κορίτσια πίσω στο σπίτι. Κανείς δεν ήξερε τι συνέβαινε στα σπίτια. Γνωρίζουμε ότι αν εκπαιδεύσετε ένα κορίτσι, η κλειτοριδεκτομή δεν θα συμβεί. Δυστυχώς ισχύει το αντίστροφο.»

Στις ΗΠΑ, το μεγαλύτερο μέρος του νοσηλευτικού προσωπικού είναι γυναίκες. Στην αρχή της πανδημίας για μήνες δούλευαν εξαντλητικές βάρδιες 12 ωρών. Στα σύντομα διαλείμματα για μεσημεριανό γεύμα, έπρεπε να διαμαρτυρηθούν για την έλλειψη προσωπικού προστατευτικού εξοπλισμού που τις έβαζε σε ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο. Με τον ίδιο τρόπο που κανείς δεν σκέφτηκε τι θα σήμαινε ο περιορισμός γυναικών και παιδιών σε σπίτια με κακοποιητές, κανείς δεν σκέφτηκε πώς θα ήταν να στείλει νοσηλευτές σε μια εξαιρετικά μεταδοτική πανδημία χωρίς κατάλληλο εξοπλισμό. Σε ορισμένα νοσοκομεία των ΗΠΑ, οι νοσοκόμες φορούσαν σακούλες σκουπιδιών αντί για φορέματα και χρησιμοποιούσαν μάσκες μίας χρήσης πολλές φορές. Αναγκάστηκαν να παραμείνουν στη δουλειά ακόμα και όταν είχαν πυρετό.

Η μεταχείριση των νοσοκόμων που διακινδύνευαν τη ζωή τους για να σώσουν τη δική μας ήταν ένα συγκλονιστικό είδος βίας και ασέβειας. Αλλά υπάρχουν πολλοί άλλοι τομείς εργασίας, όπου οι γυναίκες έχουν μείνει απροστάτευτες.

Η Covid-19 αποκάλυψε το γεγονός ότι ζούμε με δύο ασύμβατες ιδέες, όταν πρόκειται για τις γυναίκες. Η πρώτη είναι ότι οι γυναίκες είναι απαραίτητες για κάθε πτυχή της ζωής και για την επιβίωσή μας ως είδος. Η δεύτερη είναι ότι οι γυναίκες μπορούν εύκολα να θυσιάζονται και να διαγράφονται. Αυτή είναι η δυαδικότητα που η πατριαρχία επέβαλε και η πανδημία αποκάλυψε εκ νέου. Αν θέλουμε να συνεχίσουμε ως είδος, αυτή η αντίφαση πρέπει να εκλείψει.

Η Covid-19 αποκάλυψε ότι η πατριαρχία είναι ζωντανή και καλά κρατεί. Ποτέ δεν αποδομήθηκε πραγματικά, και σαν ένας ιός που δεν έχει καταπολεμηθεί, θα επιστρέψει σαρωτικά, όταν οι συνθήκες είναι ώριμες. Μετά το τέλος της πανδημίας πρέπει να είμαστε τολμηροί και να φανταστούμε έναν πιο ριζοσπαστικό τρόπο ύπαρξης στη Γη. Να δημιουργήσουμε και να διαδώσουμε ακτιβιστικά κινήματα. Χρειαζόμαστε γυναίκες σε θέσεις εξουσίας. Χρειαζόμαστε μια παγκόσμια πρωτοβουλία για τον εξοβελισμό της πατριαρχίας – η οποία είναι η ρίζα τόσων πολλών άλλων μορφών καταπίεσης, από τον ιμπεριαλισμό έως τον ρατσισμό, από την τρανσφοβία έως την οικολογική καταστροφή. Χρειάζεται μια αναγνώριση και εκπαίδευση σχετικά με τη φύση της πατριαρχίας και την κατανόηση ότι μας οδηγεί σε αδιέξοδο, καταστροφή και διάφορες μορφές καταπίεσης.

Η τέχνη θα βοηθούσε στην εξάλειψη του τραύματος, της θλίψης, της επιθετικότητας και του θυμού στον πολιτισμό και θα βοηθούσε να θεραπεύσει και να κάνει τους ανθρώπους να αισθανθούν ολοκληρωμένοι.
Μια κουλτούρα που πάσχει από αμνησία και αρνείται να αντιμετωπίσει το παρελθόν της, μπορεί να επαναλάβει μόνο τις ατυχίες και τις κακοποιήσεις της. Η φεμινίστρια συγγραφέας Γκέρντα Λέρνερ έγραψε το 1986: «Το σύστημα της πατριαρχίας σε μια ιστορική κατασκευή έχει μια αρχή και θα έχει ένα τέλος. Ο χρόνος του φαίνεται να έχει σχεδόν τελειώνει. Δεν εξυπηρετεί πλέον τις ανάγκες των ανδρών και των γυναικών και η άρρηκτη σχέση του με τον μιλιταρισμό, την ιεραρχία και τον ρατσισμό απειλεί την ίδια την ύπαρξη ζωής στη Γη».

Θα μπορούσαμε να φανταστούμε ένα άλλο σύστημα που δεν βασίζεται στην ιεραρχία, τη βία, την κυριαρχία, τον αποικισμό και την κατοχή; Βλέπουμε τη σχέση μεταξύ της υποτίμησης, της βλάβης και της καταπίεσης όλων των γυναικών και της καταστροφής της ίδιας της Γης; Θα μπορούσαμε να ζούμε σαν να είμαστε συγγενείς; Τι γίνεται, αν αντιμετωπίζαμε κάθε άτομο ως ιερό και απαραίτητο για την ιστορία της ανθρωπότητας; Τι γίνεται αν, αντί να εκμεταλλευτούμε, να κυριαρχήσουμε και να βλάψουμε γυναίκες και κορίτσια κατά τη διάρκεια μιας κρίσης, σχεδιάσουμε έναν κόσμο που τις εκτιμά, τις εκπαιδεύει, τις αμείβει, τις ακούει, τις φροντίζει και τις θέτει στο επίκεντρο;

πηγή: theguardian