Γιατί διαβάζουμε όλο και λιγότερο

Η ιδέα ότι «ο κόσμος δεν διαβάζει πια» ακούγεται συχνά ως γενικόλογη γκρίνια. Όμως τα δεδομένα δείχνουν ότι δεν πρόκειται για υποκειμενική αίσθηση, αλλά για μετρήσιμη κοινωνική μεταβολή.

Τα τελευταία χρόνια, διεθνείς οργανισμοί που ασχολούνται με τη στατιστική καταγραφή, την εκπαίδευση και την κοινωνική έρευνα καταγράφουν με συνέπεια μια σταδιακή υποχώρηση της αναγνωστικής πρακτικής, τόσο σε συχνότητα όσο και σε βάθος.

Σύμφωνα με τη Eurostat, τον επίσημο στατιστικό φορέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το 2022 μόλις το 52,8 % των Ευρωπαίων ηλικίας άνω των 16 ετών δήλωσε ότι διάβασε έστω και ένα βιβλίο μέσα στον τελευταίο χρόνο. Με άλλα λόγια, σχεδόν ένας στους δύο Ευρωπαίους δεν είχε καμία επαφή με το βιβλίο σε διάστημα δώδεκα μηνών. Η Ελλάδα βρίσκεται κάτω από αυτόν τον μέσο όρο: περίπου το 43 % δηλώνει κάποια αναγνωστική δραστηριότητα, ενώ μόλις ένα πολύ μικρό ποσοστό, γύρω στο 4–5 %, διαβάζει περισσότερα από δέκα βιβλία τον χρόνο. Τα στοιχεία αυτά δεν δείχνουν απλώς χαμηλή φιλαναγνωσία, αλλά μια βαθιά άνιση κατανομή: λίγοι διαβάζουν πολύ και πολλοί δεν διαβάζουν καθόλου.

Η πτώση δεν αφορά μόνο τον αριθμό των αναγνωστών, αλλά και τη σχέση τους με τον χρόνο. Το Pew Research Center, αμερικανικό ερευνητικό κέντρο που ειδικεύεται στη μελέτη κοινωνικών συνηθειών και πολιτισμικών τάσεων, καταγράφει ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες μόλις το 16 % των ενηλίκων διαβάζει καθημερινά για ευχαρίστηση. Το ποσοστό αυτό ήταν περίπου 28 % στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Η ανάγνωση, δηλαδή, δεν εξαφανίζεται πλήρως, αλλά μετατρέπεται από καθημερινή πρακτική σε σποραδική δραστηριότητα.

Η αλλαγή αυτή συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που καταναλώνεται σήμερα η πληροφορία. Ο OECD, διεθνής οργανισμός που μεταξύ άλλων αξιολογεί εκπαιδευτικά συστήματα, επισημαίνει μέσα από τα αποτελέσματα του προγράμματος PISA ότι περίπου το 25 % των δεκαπεντάχρονων μαθητών στις ανεπτυγμένες χώρες δεν φτάνει το βασικό επίπεδο αναγνωστικής κατανόησης. Πρόκειται για νέους που μπορούν να διαβάσουν λέξεις, αλλά δυσκολεύονται να κατανοήσουν σύνθετα νοήματα, να συνδέσουν πληροφορίες και να παρακολουθήσουν εκτενή κείμενα. Όταν η ανάγνωση γίνεται γνωστικά απαιτητική, παύει να είναι ελκυστική.

Άνθρωπος που διαβάζει

Την ίδια στιγμή, ιστορικές συγκρίσεις δείχνουν ότι η ανάγνωση για προσωπική ευχαρίστηση βρίσκεται σε διαρκή υποχώρηση εδώ και τρεις δεκαετίες. Μελέτες που βασίζονται σε διαχρονικά δεδομένα καταγράφουν πτώση από περίπου 60 % στις αρχές της δεκαετίας του 1990 σε λιγότερο από 50 % μετά το 2020 στο ποσοστό των ενηλίκων που δηλώνουν ότι διαβάζουν βιβλία στον ελεύθερο χρόνο τους. Η χρονική σύμπτωση με την έκρηξη των ψηφιακών πλατφορμών δεν είναι τυχαία. Το ψηφιακό περιβάλλον επιβραβεύει την ταχύτητα, την εικόνα και την άμεση ανταμοιβή, ενώ το βιβλίο απαιτεί χρόνο, σιωπή και συγκέντρωση — δεξιότητες που σπανίζουν όλο και περισσότερο.

Το συμπέρασμα που προκύπτει από τα στοιχεία δεν είναι ότι οι άνθρωποι έγιναν λιγότερο «καλλιεργημένοι», αλλά ότι η ανάγνωση έχασε τη θέση της ως καθημερινή πολιτισμική πρακτική. Όσο η πληροφορία γίνεται πιο σύντομη και πιο επιφανειακή, τόσο το βιβλίο μοιάζει αργό και απαιτητικό. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν διαβάζουμε λιγότερο, αλλά αν η κοινωνία εξακολουθεί να αφήνει χώρο για εκείνο το είδος προσοχής που η ανάγνωση προϋποθέτει.