Ακολουθεί ένα απλό αριθμητικό ερώτημα: Ένα ρόπαλο και μια μπάλα κοστίζουν ένα δολάριο και δέκα λεπτά. Το ρόπαλο κοστίζει ένα δολάριο περισσότερο από την μπάλα. Πόσο κοστίζει η μπάλα; Η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων ανταποκρίνεται γρήγορα και με αυτοπεποίθηση, επιμένοντας ότι η μπάλα κοστίζει δέκα λεπτά. Αυτή η απάντηση είναι προφανής, ωστόσο λανθασμένη. (Η σωστή απάντηση είναι ότι η μπάλα κοστίζει πέντε λεπτά και το ρόπαλο ένα δολάριο και πέντε λεπτά.) Για περισσότερες από πέντε δεκαετίες, ο Daniel Kahneman, βραβευμένος με Νόμπελ και καθηγητής ψυχολογίας στο Princeton, κάνει τέτοιες ερωτήσεις και αναλύει τις απαντήσεις μας. Τα αφοπλιστικά απλά πειράματά του άλλαξαν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε τη σκέψη. Ενώ οι φιλόσοφοι, οι οικονομολόγοι και οι κοινωνικοί επιστήμονες είχαν υποθέσει για αιώνες ότι τα ανθρώπινα όντα είναι λογικά υποκείμενα (ο Λόγος ήταν το δώρο του Προμηθέα στους ανθρώπους) ο Kahneman, και άλλοι, συμπεριλαμβανομένου του Shane Frederick (ο οποίος ανέπτυξε την ερώτηση για το ρόπαλο και την μπάλα) απέδειξαν ότι δεν είμαστε τόσο λογικοί όσο θέλουμε να πιστεύουμε.

Όταν οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν μια αβέβαιη κατάσταση, δεν αξιολογούν πάντα προσεκτικά τις πληροφορίες ούτε αναζητούν σχετικά στατιστικά στοιχεία. Αντ’ αυτού, οι αποφάσεις τους εξαρτώνται από έναν μακρύ κατάλογο νοητικών συντομεύσεων, οι οποίες συχνά οδηγούν στη λήψη ανόητων αποφάσεων. Αυτές οι συντομεύσεις δεν είναι πιο γρήγορος τρόπος για να κάνετε τα μαθηματικά, είναι ένας τρόπος παράλειψης των μαθηματικών εντελώς. Ερωτηθέντες για το ρόπαλο και την μπάλα, ξεχνάμε τα μαθηματικά μας και τείνουμε να παραλείπουμε την απάντηση που απαιτεί πνευματική προσπάθεια.

Αν και ο Kahneman είναι πλέον ευρέως αναγνωρισμένος ως ένας σημαντικός ψυχολόγος του εικοστού αιώνα, το έργο του απορρίφθηκε για χρόνια. Ο ίδιος αφηγείται πώς ένας επιφανής Αμερικανός φιλόσοφος, αφού άκουσε για την έρευνά του, έσπευσε να τονίσει: «Δεν με ενδιαφέρει η ψυχολογία της ηλιθιότητας».

Μια νέα μελέτη στο περιοδικό Personality and Social Psychology με επικεφαλής τον Richard West από το Πανεπιστήμιο James Madison και τον Keith Stanovich από το Πανεπιστήμιο του Τορόντο αποδεικνύει ότι, σε πολλές περιπτώσεις, οι πιο έξυπνοι άνθρωποι είναι πιο ευάλωτοι σε συγκεκριμένα λάθη σκέψης. Παρόλο που υποθέτουμε ότι η ευφυΐα λειτουργεί κατά της προκατάληψης – γι’ αυτό όσοι σκοράρουν υψηλά ποσοστά σε IQ τεστ πιστεύουν ότι είναι λιγότερο επιρρεπείς σε αυτά τα κοινά λάθη της σκέψης – στην πραγματικότητα δεν είναι ακριβώς έτσι. Ο West και οι συνάδελφοί του δεν ενδιαφέρθηκαν απλώς να επιβεβαιώσουν τις γνωστικές μεροληψίες  του ανθρώπινου νου. Αντίθετα, ήθελαν να καταλάβουν πώς αυτές  συσχετίζονται με την ανθρώπινη νοημοσύνη. Ως αποτέλεσμα, διάνθισαν τα τεστ για τα γνωστικά σφάλματα με διάφορες γνωστικές μετρήσεις. Η Κλίμακα Εσωτερικής Ανάγκης για Σκέψη, η οποία μετρά «την τάση ενός ατόμου να εμπλέκεται και να απολαμβάνει τη διαδικασία της σκέψης» είναι μια από αυτές.  Τα αποτελέσματα ήταν ανατρεπτικά. Πρώτον, η αυτογνωσία δεν ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη: όπως σημειώνουν οι επιστήμονες, «τα άτομα που αναγνώριζαν τις δικές τους προκαταλήψεις δεν μπορούσαν ευκολότερα να τις ξεπεράσουν». «Η διαισθητική σκέψη μου είναι εξίσου επιρρεπής σε υπερβολική αυτοπεποίθηση, ακραίες προβλέψεις και αστοχίες.». «Η τάση μου να υποτιμώ το πόσος καιρός θα χρειαστεί για να ολοκληρώσω μια έρευνα παρέμεινε ίδια και απαράλλακτη, όπως πριν κάνω μελέτες για αυτά τα θέματα», γράφει.

Ίσως η πιο επικίνδυνη μεροληψία μας είναι ότι υποθέτουμε φυσικά ότι όλοι οι άλλοι είναι πιο επιρρεπείς σε λογικά σφάλματα, μια τάση γνωστή ως «τυφλό σημείο μεροληψίας». Η «μετα-μεροληψία» βασίζεται στην ικανότητά μας να εντοπίζουμε συστηματικά λάθη στις αποφάσεις άλλων και την αδυναμία εντοπισμού των ίδιων λαθών στον εαυτό μας. Σε κάθε περίπτωση, συγχωρούμε εύκολα το μυαλό μας αλλά κοιτάζουμε αυστηρά τα μυαλά άλλων ανθρώπων.

H ευφυΐα, τουλάχιστον η μετρήσιμη, δεν φαίνεται να εξαλείφει την πιθανότητα των κοινών διανοητικών λαθών. Η εκπαίδευση επίσης δεν είναι σωτήρας, όπως σημείωσαν οι Kahneman και Shane Frederick πριν από πολλά χρόνια, πάνω από το πενήντα τοις εκατό των μαθητών στα πανεπιστήμια Harvard, Princeton και M.I.T. έδωσε λανθασμένη απάντηση στον γρίφο της μπάλας και του ρόπαλου.

Τι εξηγεί αυτό το αποτέλεσμα; Μια προκλητική υπόθεση είναι ότι το τυφλό σημείο μεροληψίας προκύπτει λόγω αναντιστοιχίας μεταξύ του πώς αξιολογούμε τους άλλους και του πώς αξιολογούμε τον εαυτό μας. Όταν εξετάζουμε τις παράλογες επιλογές ενός άγνωστου, για παράδειγμα, είμαστε υποχρεωμένοι να βασιστούμε σε πληροφορίες της συμπεριφοράς. Βλέπουμε τις γνωστικές μεροληψίες του από απόσταση, κάτι που μας επιτρέπει να ρίξουμε μια ματιά στα λάθη του συστηματικού τρόπου σκέψης του. Ωστόσο, κατά την αξιολόγηση των δικών μας κακών επιλογών, έχουμε την τάση να ασχολούμαστε με την περίπλοκη διαδικασία της ενδοσκόπησης. Εξετάζουμε τα κίνητρά μας και αναζητούμε σχετικούς λόγους. Θρηνούμε τα λάθη μας στους θεραπευτές μας και συλλογιζόμαστε τις πεποιθήσεις που μας οδήγησαν σε αδιέξοδο.
Στην ενδοσκόπηση ένα μεγάλο μέρος των κινητήριων δυνάμεων πίσω από τις προκαταλήψεις και προκατανοήσεις είναι σε μεγάλο βαθμό ασυνείδητο, πράγμα που σημαίνει ότι αυτές παραμένουν αόρατες και αδιαπέραστες από την σκέψη.

Δημιουργούμε εύγλωττες ιστορίες, αλλά αυτές οι ιστορίες μπορεί να χάσουν το νόημά τους. Στην περίπλοκη πορεία της αυτογνωσίας δυσκολευόμαστε να δούμε τη συνολική εικόνα του εαυτού μας και του τρόπου σκέψης μας. Ίσως ένα μέρος της σοφίας να είναι η αναγνώριση αυτής της δυσκολίας, αυτού που μένει αφανές, ανείπωτο, σκοτεινό.

πηγή: nw