Από τον Νίκο Μπελογιάννη //

Όταν ζεις σε μια πόλη των 300 χιλιάδων κατοίκων στην κεντρική Αγγλία, η μόνη λύση για να σκοτώσεις τη βαρεμάρα σου είναι να σκοτωθείς ο ίδιος. Κάθε μέρα οι ίδιοι άνθρωποι, οι ίδιοι δρόμοι, η ίδια παμπ μετά τη δουλειά…

Ετσι κύλαγε επί δεκαετίες, ή μάλλον επί αιώνες, η ζωή στο Λέστερ μέχρι πριν τρία χρόνια. Ήταν σαν ξαφνικά η πόλη να βρήκε τον προστάτη της ή το γούρι της στο πρόσωπο ενός από τους χειρότερους βασιλιάδες στην Ιστορία, ο οποίος μάλιστα είχε ως μοναδική σχέση με το Λέστερ το γεγονός ότι σκοτώθηκε στα περίχωρά του.

Όταν το 2013, στη διάρκεια των εργασιών για την επέκταση ενός υπόγειου πάρκινγκ, οι εκσκαφές αποκάλυψαν έναν σκελετό, οι αρχαιολόγοι του τοπικού πανεπιστημίου δεν πίστευαν στην τύχη τους: Δεν ήταν μόνο η θέση που ταίριαζε, τα ερείπια ενός μεσαιωνικού μοναστηριού, αλλά και ο φρικτά παραμορφωμένος από τη σκολίωση σκελετός και το σπασμένο από τη βεβήλωση του πτώματος κρανίο, όλα ταίριαζαν απόλυτα με την περιγραφή του Σαίξπηρ.

LeicesterΞαφνικά λοιπόν ο Ριχάρδος ο Γ του Οίκου του Γιορκ, σκοτωμένος το 1485 στη μάχη του Μπόσγουερθ ενάντια στον Ερρίκο (τον μετέπειτα Έβδομο) του Οίκου του Λάνκαστερ, εισέβαλε στην πληκτικότατη ζωή του Λέστερ. Πρώτα αγωνία για την ταύτιση του DNA μεσω ενός Καναδού πολίτη με γνωστή καταγωγή, 16ο απόγονο της αδελφής του Ριχάρδου. Στη συνέχεια, μάχη με τους απογόνους προκειμένου να γίνει ο τάφος στον καθεδρικό του Λέστερ και όχι της Υόρκης και προπαντός όχι στο Λονδίνο.

Ξαφνικά λοιπόν το Λέστερ (για κάθε μη Άγγλο είναι ερώτημα ακόμη κι αν ξέρει να προφέρει σωστά το Leicester) έγινε πόλος έλξης τόσο για εσωτερικό τουρισμό όσο και για διεθνείς κουλτουριάρηδες, που θέλουν να δουν από κοντά έναν από τους πιο διάσημους κακούς του διεθνούς θεάτρου, που ως τώρα θεωρούνταν ότι είχε υπάρξει μεν, αλλά ως χαρακτήρας ήταν μια υπερβολή του Σαίξπηρ. Τα σπασμένα οστά ήταν απόδειξη ότι ο Ριχάρδος ήταν όντως μισητός στον κόσμο.

Άρχισε λοιπόν να εισρέει κόσμος και χρήμα στο Λέστερ. Υπήρχε και η ομώνυμη τοπική ομάδα, η οποία παρέπαιε ανάμεσα στη μεγάλη και στη δεύτερη κατηγορία. Κάποια στιγμή την αγόρασε ένας Ταϊλανδέζος ολιγάρχης, χωρίς πολλές προφανείς αξιώσεις πλην του αγγλιστί ονομαζομένου laundering.

Τον περασμένο Ιούλιο βρισκόταν ελεύθερος, καθώς πριν κάτι μήνες είχε απολυθεί από την Εθνική Ελλάδος ο Κλάουντιο Ρανιέρι, μετά τον εντός έδρας εξευτελισμό από τους ερασιτέχνες των Νήσων Φερόε. Η Λέστερ είχε μόλις αποφύγει τον υποβιβασμό και είχε απολύσει τον προπονητή Νάιτζελ Πίρσον. Και στις δυο πλευρές επικράτησε το “τι είχαμε, τι χάσαμε” και από κει και πέρα ήρθε ο κόσμος ανάποδα. Τον Σεπτέμβριο οι Άγγλοι μπούκμεϊκερς έδιναν πιθανότητα 1:5000 να πάρει το πρωτάθλημα η Λέστερ, ενώ λιγότερη απόδοση είχαν το να γίνει Πάπας ο Μπόνο ή να ζει ο Έλβις Πρίσλεϋ. Χτες το βράδυ όμως, οι τέσσερις-πέντε σε όλη τη χώρα που είχαν στοιχηματίσει από ένα πενηντάρικο, πήγαν να εισπράξουν έκαστος 250 χιλιάρικα. Η έκπληξη θεωρείται μεγαλύτερη ακόμη και από τη δική μας κατάκτηση του Τιμημένου το 2004.

Πριν τα ρίξουμε λοιπόν στον Ριχάρδο, ότι στάθηκε στο πλευρό του Ρανιέρι στο Λέστερ, ενώ ήταν απών στην Αθήνα, ας σκεφτούμε μήπως τα αποτελέσματα είναι ανεξάρτητα του Ρανιέρι: Με μια ΕΠΟ άντρο της διαφθοράς, σε μια χώρα όπου παίρνει επί είκοσι χρόνια η ίδια ομάδα το πρωτάθλημα, όπου είναι από τον Αύγουστο φτιαγμένο ακόμη και ποιες ομάδες θα πέσουν και ποιες θα ανέβουν, ακόμη με μια ΟΥΕΦΑ υπερ-υπερ-διεφθαρμένη, που απαγορεύει οποιαδήποτε ανάμειξη ακόμη και στον χουλιγκανισμό εν ονόματι της ανεξαρτησίας του αθλητισμού, εμείς πάντα θα θεωρούμε ότι για κάθε ρεζιλίκι από τα Φερόε (ή αύριο-μεθαύριο από το Κιργιζιστάν ή τη Δυτική Σαμόα), για όλα τα χάλια φταίει ο κάθε Ρανιέρι, ο κάθε Ριχάρδος Α’, Β’ ή Γ’, όπως επίσης και ο κάθε Σαίξπηρ.

thumbnail_anoigma