
γράφει η Κλέα Χρήστου
Ακούγοντας κάποιος τα μουσικά άλμπουμ του Μανώλη Γαλιάτσου, το πρώτο πράγμα που αποκομίζει είναι η αίσθηση της πληρότητας. Ο τίτλος κάθε δουλειάς του ορίζει, θα ‘λεγε κανείς, την εισαγωγή ενός θέματος και τη σταδιακή του κορύφωση, μέχρι την ολοκλήρωση και τη βαθμιαία λύση του. Λύση που μοιάζει διαρκώς ανοιχτή, όμως, και η οποία φαίνεται να ξαναπιάνει το νήμα στην επόμενη κάθε φορά δουλειά του.
Στο «Αν Ξυπνήσω Πριν Πεθάνω» αυτή η αίσθηση πληρότητας φτάνει στα φυσικά της όρια αφού, όπως σημειώνει ο συνθέτης στην εφημερίδα Αυγή: “Το “Αν Ξυπνήσω Πριν Πεθάνω” είναι το τελευταίο κεφάλαιο ενός, μακράς διαρκείας, μουσικού κειμένου.” Διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι δεν πρόκειται για την τελευταία μουσική δουλειά που κάνει, αλλά για την πρωθύστερη σύνθεση του τελευταίου κεφαλαίου της συνολικής δουλειάς του, αυτού του ενιαίου “μυθιστορήματος”, όπως το χαρακτηρίζει. Το «Αν Ξυπνήσω Πριν Πεθάνω», λοιπόν, είναι το τέλος της δικής του αφήγησης, δεν υπάρχει μετά. Ό,τι γραφτεί από τον ίδιο στο μέλλον, αφηγηματικά θα προηγείται… Η πληρότητα εδώ, κατά συνέπεια, γίνεται σχεδόν συνώνυμη με την εκπλήρωση. Μια εκπλήρωση κάπως ιδιόρρυθμη, βέβαια, αφού μένουν σε εκκρεμότητα όλα τα προηγούμενα κεφάλαια, που θα αποτελέσουν τις μελλοντικές του δουλειές. Αλλά και μια παρουσίαση του θέματός του διττή, με την παράλληλη -μουσική και κειμενική- ανάπτυξη που επιχειρεί.
Η βασική διαπίστωση, καθ’ όλη την ακρόαση του δίσκου, είναι ότι ο Μανώλης Γαλιάτσος εξακολουθεί να συνθέτει. Λειτουργεί σαν συνθέτης, δηλαδή, ανεξαρτήτως αν, μέσα στην ίδια δουλειά, χειρίζεται άλλες φορές διάφορες φόρμες του τραγουδιού και άλλοτε αυτόνομες μουσικές φόρμες. Ο μουσικός λόγος είναι εξίσου δομημένος και αρθρωμένος και στις δύο περιπτώσεις. Μουσική φρασεολογία που αναπτύσσεται, φόρμες που εξελίσσονται, χωρίς την καταφυγή στα τυποποιημένα μελωδικά σχήματα, ενός γνώριμου απαγγελτικού χαρακτήρα, τον οποίο συχνά ακούμε. Μια μουσική συμπεριφορά διόλου συνηθισμένη και πολύ περισσότερο διόλου αυτονόητη, ιδιαίτερα στις μέρες μας. Καθώς η δουλειά εξελίσσεται, με την εναλλαγή μουσικής και τραγουδιών, αποκαλύπτονται αργά οι απρόσμενες πτυχές του αινιγματικού τίτλου. Τα κείμενα, σε παράλληλη παρουσία, δεν επεξηγούν με λόγια τη μουσική, έχουν τον δικό τους αυτόνομο ρόλο και λόγο και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του έργου, καθώς συνδιαλέγονται δυναμικά με τον λόγο της μουσικής. Ο συνθέτης επιλέγει να μελοποιήσει ποιήματα του Τζουζέπε Ουνγκαρέτι, τον οποίο μας συστήνει από μουσική άποψη, να μας θυμίσει τον Ζακ Πρεβέρ και να μας προσφέρει ένα ποίημα του Ε. Α. Πόε. Η επιλογή του τελευταίου ξαφνιάζει, αν και η μελοποίηση του ποιήματος «Όνειρο Μέσα Σ’ Όνειρο» μοιάζει αναπόφευκτη, σε απολύτως στενή συνάφεια με το θέμα, ώστε να παρέμενε αναξιοποίητο. Το ουσιαστικό όμως είναι ότι η μουσική γεφυρώνει την ευαισθησία δύο εντελώς ανόμοιων αιώνων, για να συνδέσει στο ενδιάμεσο πολύ διαφορετικές μεταξύ τους ιδιοσυγκρασίες, καταφέρνοντας έτσι να συγκινήσει βαθιά. Πιο απρόσμενη, όμως, είναι ίσως η μελοποίηση ενός αποσπάσματος με τον τίτλο «Πάνω στη Λεωφόρο», από τη νουβέλα Υβέτ, του Γκι ντε Μωπασάν. Ακούγοντας, ανακαλύπτουμε τη μουσική των λέξεων του συγγραφέα και γινόμαστε μέρος του ιμπρεσιονιστικού πίνακα τον οποίο ο συνθέτης μας παρουσιάζει, μέσα από την περιγραφή του Μωπασάν. Μιαν ανάλογα απρόσμενη επιλογή είχε κάνει στην προηγούμενη δουλειά του, όταν μας ξάφνιασε μελοποιώντας μοναδικά μια κινηματογραφική κριτική του Χρήστου Βακαλόπουλου. Ως μότο στο «Αν Ξυπνήσω Πριν Πεθάνω», τοποθετείται μια φράση που προτείνεται ως θεμελιώδης για τη βασική θεματική ανάγνωση της δουλειάς: «Να ονειρεύεσαι με ανοιχτά μάτια έχει τόση σχέση με το να κοιμάσαι όρθιος, όση σχέση έχει ο Ηλίθιος του Ντοστογιέφσκι μ’ έναν ηλίθιο». Σημαίνει, μάλλον, ότι το όνειρο δεν είναι κάτι παθητικό, αλλά μια δυναμική κατάσταση, η οποία συμβαίνει καθώς ζούμε, πολύ περισσότερο απ’ όταν κοιμόμαστε. Εκεί βρίσκεται και η σημασία του, αρκεί αυτή να είναι η σημασία που έχουμε επιλέξει.
Αυτό που ξεχωρίζει τον Μανώλη Γαλιάτσο είναι το ταλέντο του και η γνώση. Γνώση της θεωρίας της μουσικής και μιας παιδείας που επεκτείνεται και σε άλλους τομείς, εκτός της μουσικής. Τον αναφέρουν συχνά για τις εξαιρετικές ενορχηστρώσεις του. Νομίζω, ωστόσο, ότι οι ενορχηστρώσεις του αποτελούν κυρίως μέρος της ολοκληρωμένης σκέψης του για κάθε μια σύνθεση και λιγότερο το αποδεικτικό της μουσικής παιδείας του και της τεχνικής του επάρκειας. Ακούγοντας ένα από τα ορχηστρικά στο «Αν Ξυπνήσω Πριν Πεθάνω», και κάνω μια τυχαία επιλογή, αυτό με τον τίτλο «ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΕΣ ΜΕΓΑΛΟΥΠΟΛΕΩΝ», η βαθιά, απρόσμενα εναλλασσόμενη και εξελισσόμενη σύνθεση, μέσα από την καίρια χρήση των οργάνων και τις επί μέρους αφηγηματικές τροπές που οι είσοδοι και οι παύσεις τους δημιουργούν, εντοπίζουμε μονάχα ένα παράδειγμα για το πώς η ενορχηστρωτική ματιά δεν αποτελεί μέρος ενός ηχητικού διάκοσμου, αλλά συμπληρώνει την αρχική έμπνευση και ολοκληρώνει το μουσικό περιεχόμενο μιας σύνθεσης· γίνεται, κατά κάποιον τρόπο, το βαθύτερό της νόημα.
Η δουλειά του Μανώλη Γαλιάτσου έχει απαιτήσεις από τους ακροατές της και θέλει, επίσης, ακροατές με απαιτήσεις. Με ανοιχτά μάτια και αυτιά, εσωτερικά και εξωτερικά. Όχι ειδικούς, κατ’ ανάγκη, ακροατές, αλλά αυτούς που μπορούν να αφήνονται, να μην υπακούν σε δήθεν πρότυπα και να είναι ικανοί να απολαμβάνουν τη μουσική, όπως σε κάθε πολύτιμη εμπειρία όπου ό,τι συμβαίνει είναι σαν να αποκαλύπτεται για πρώτη μόλις φορά.
Ο συνθέτης μας βάζει σ’ έναν κόσμο, αυτόν που κρύβεται κάτω από τον τίτλο της δουλειάς του, και μας οδηγεί ώστε να τον ανακαλύψουμε. Οι επιμέρους τίτλοι είναι ο μίτος που μας οδηγεί σε αυτόν τον κόσμο. Δίνουμε μία από τις φράσεις του συνθέτη, που μπορεί να είναι και το κλειδί όταν ακούτε αυτή τη δουλειά:
«Όχι τα περιστατικά αλλά αυτό που αφήνουν πίσω τους. Όχι τα γεγονότα αλλά η αίσθηση που έμεινε από αυτά. Αίσθηση είναι η συμπυκνωμένη μνήμη, χωρίς λόγια».
Το «Αν ξυπνήσω πριν Πεθάνω» είναι μια δουλειά αφύπνισης, όπως μόνον η τέχνη μπορεί να κάνει.








