
Οι επιπτώσεις του βιασμού σε ραντεβού είναι εξαιρετικά τραυματικές. Τα θύματα βιασμού αντιδρούν διαφορετικά μετά από σεξουαλική επίθεση για διάφορους λόγους, ανάλογα με την προσωπικότητα, τα βιώματά τους, το κοινωνικό και οικογενειακό πλαίσιο μέσα στο οποίο ζουν και κινούνται.
επιμέλεια: Αναστασία Νικολάου – Ψυχολόγος
Μερικές γυναίκες εξωτερικεύουν περισσότερο τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, ενώ άλλες είναι περισσότερο εσωστρεφείς και συγκρατημένες ως προς την εκδήλωση της ψυχικής και συναισθηματικής τους κατάστασης. Σε κάθε περίπτωση όμως ο κοινός παρονομαστής των γυναικών που έχουν πέσει θύματα βιασμού σε ραντεβού είναι ο φόβος.
Η πιο συχνή εγκληματική πρακτική των βιαστών των ραντεβού περιλαμβάνει τη χορήγηση ναρκωτικών ουσιών στα θύματα χωρίς τη συναίνεσή τους. Οι ουσίες αυτές, τα λεγόμενα χάπια του βιασμού, περιλαμβάνουν ισχυρά παράνομα ναρκωτικά, όπως η κεταμίνη και το GHB, αλλά και ισχυρά υπνωτικά ή ηρεμιστικά και κατασταλτικά φάρμακα που συνήθως οι δράστες αναμειγνύουν με κάποιο ποτό και το προσφέρουν στο θύμα.
Οι ουσίες αυτές αποσκοπούν στο να κάμψουν τις αντιστάσεις του θύματος, να δημιουργήσουν άρση των αναστολών, να προκαλέσουν μια συγχυτική κατάσταση της συνείδησης, αλλά και της μνήμης του θύματος.
Το θύμα ουσιαστικά χάνει τον έλεγχο πάνω στις αποφάσεις του και δεν είναι σε θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να εκτιμήσει τις συνθήκες μέσα στις οποίες βρίσκεται. Πολύ χαρακτηριστική είναι και η απώλεια μνήμης, ιδιαιτέρως όσο το θύμα βρίσκεται υπό την επήρεια της ουσίας και επανέρχεται σταδιακά μετά την αποδρομή αυτής.
•Βιασμός. Τα θύματα αρχικά νιώθουν σοκ, σύγχυση και ντροπή μόλις συνειδητοποιήσουν τι έχει συμβεί. Αν και είναι φυσιολογικό να βιώνουν αυτά τα συναισθήματα, δε φέρουν καμία ευθύνη για αυτό που συνέβη. Η ντροπή συχνά παραλύει τα θύματα από το να αναζητήσουν άμεσα βοήθεια και απονομή δικαιοσύνης απέναντι σε αυτό το έγκλημα εξουσίας και ελέγχου.
Πολλές γυναίκες αμέσως μετά την επίθεση προσπαθούν να διατηρήσουν τον έλεγχο του εαυτού τους μπροστά σε αυτό το απίστευτα τραυματικό και απάνθρωπο γεγονός.
Τα θύματα που βρίσκουν το κουράγιο να απευθυνθούν στις αρχές και να καταγγείλουν το εις βάρος τους έγκλημα, υποβάλλονται σε διάφορες διαδικασίες που μπορεί να αποδειχτούν εξαιρετικά οδυνηρές και ψυχοφθόρες: καταθέσεις σε αρμόδια αστυνομικά όργανα, ιατροδικαστική εξέταση, ταυτοποίηση του δράστη, καθώς και νομικές ενέργειες που σχετίζονται με την ορθή και αποτελεσματική δίωξη της υπόθεσης.
Όταν τα θύματα βιασμού ενεργούν ήρεμα και παραμένουν συγκεντρωμένα κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου, οι άλλοι μπορεί να θεωρήσουν ότι δεν έχουν τραυματιστεί και επηρεαστεί βαθιά από το γεγονός του βιασμού. Αυτό ωστόσο είναι τεράστιο λάθος. Το σώμα και το μυαλό τους έχουν θέσει σε εφαρμογή μηχανισμούς άμυνας για να αντιμετωπίσουν το τεράστιο άγχος του βιασμού. Οι ειδικοί συχνά αναφέρονται σε αυτό ως σύνδρομο τραύματος βιασμού.
Τα θύματα βιασμού, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, βιώνουν μια θύελλα συναισθημάτων και άγχους, που μπορεί ακόμα και να σωματοποιείται. Πολλές γυναίκες αυτοτραυματίζονται, εμφανίζουν διαταραχές πρόσληψης τροφής και όρεξης, μυοσκελετικούς πόνους, διαταραχές ύπνου, γενική αδιαθεσία, κόπωση.
Οι συναισθηματικές αντιδράσεις που εκδηλώνονται, περιλαμβάνουν: αίσθημα ταπείνωσης και ντροπή, θυμός και οργή, καθώς και κατάθλιψη. Το θύμα αισθάνεται ανίσχυρο και υποτιμημένο. Έχει την ανάγκη για απονομή δικαιοσύνης στο ειδεχθές του εγκλήματος. Βιώνει απότομες εναλλαγές διάθεσης. Όλα αυτά καταδεικνύουν τη βαθιά και τραυματική επίδραση του βιασμού σε ραντεβού και ότι σεξουαλική επίθεση με τη συνδρομή ναρκωτικών ουσιών και ο βιασμός από γνωστά πρόσωπα στο θύμα, είναι ένα σοβαρό έγκλημα και κακουργηματική πράξη.
•Πολλά θύματα βιασμού αναζητούν ψυχολογική υποστήριξη από ειδικούς. Εκεί ενθαρρύνονται να εκφράσουν τα συναισθήματά τους και τις σκέψεις τους, αλλά και τον θυμό και την οργή τους απέναντι στους θύτες τους, ειδικά αν εκείνοι παραμένουν ελεύθεροι και ατιμώρητοι για το έγκλημά τους.
Δυστυχώς πολύ συχνά τα θύματα βιασμού σε ραντεβού κατηγορούν τον εαυτό τους για τη σεξουαλική επίθεση, λέγοντας ότι έπρεπε να γνωρίζουν καλύτερα ή προσπαθώντας να αποδώσουν στον εαυτό τους ευθύνες για το αποτρόπαιο γεγονός εις βάρος τους.
Για μερικά θύματα, ο φόβος μπορεί να εγκατασταθεί μέσα τους για πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα αναγκάζοντάς τα να αναπτύσσουν αποφευκτικές συμπεριφορές ή να αποσύρονται κοινωνικά και να απομονώνονται με τεράστιες επιπτώσεις στις σχέσεις τους τόσο σε προσωπικό, όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο. Ουσιαστικά, τα θύματα βλέπουν τις επιπτώσεις του βιασμού να συμπαρασύρουν ολόκληρη τη ζωή τους συνθλίβοντας τον ψυχισμό τους.
Είναι σημαντικό τα θύματα βιασμού σε ραντεβού να αναζητούν συμβουλευτική και να συνεχίζουν την θεραπεία για όσο διάστημα χρειάζεται ώστε να μπορέσουν να αναρρώσουν. Ένας έμπειρος σύμβουλος ή θεραπευτής μπορεί να συμβάλει στη διαδικασία επούλωσης των τραυμάτων και στη διαχείριση των συναισθημάτων, των καταστροφικών μοτίβων σκέψης, καθώς και των πολλαπλών συνεπειών που ακολουθούν μετά από μία σεξουαλική επίθεση.









