γράφει ο Γιώργος Κατραντσιώτης* //

Τις προηγούμενες ημέρες, η αντιδήμαρχος Αθηνών, Αλεξία Έβερτ, επιδόθηκε σε μια δημόσια δήλωση του χειρίστου είδους. Σε αυτήν, χαρακτήρισε τα μέλη του ΚΚΕ που συμμετείχαν στην εκδήλωση για την επέτειο της εξέγερσης στο Πολυτεχνείο «κατσαρίδες» και «τρωκτικά». Αφορμή αποτέλεσαν υποτιθέμενες ευαισθησίες της σχετικά με την μη τήρηση των υγειονομικών μέτρων. Αφού αναγκάστηκε να “παραιτήσει” την αντιδήμαρχο του, ο Μπακογιάννης δήλωσε το εξής: «[Την] Αλεξία Έβερτ την σέβομαι και την αγαπώ. Είναι ένας σπουδαίος άνθρωπος, αξιοπρεπής και ηθικός.»

Η δήλωση αυτή ουσιαστικά ακυρώνει το νόημα της “παραίτησης” καθώς δεν απορρίπτει την βαθιά ναζιστική ρητορική της Έβερτ. Επίσης, είναι ενδεικτική πως το πρόβλημα εν προκειμένω δεν είναι το ηθικό περιεχόμενο της δήλωσης, αλλά το γεγονός ότι προκάλεσε επικοινωνιακό ζήτημα που ενδεχομένως θα οδηγούσε σε απώλεια πολιτικού κεφαλαίου. Το πρόβλημα δηλαδή, είναι αισθητικό και ωφελιμιστικό, όχι κατεξοχήν ηθικό. Άλλωστε, όπως αποδείχθηκε και από τις γνωστές δηλώσεις της μητρός του Δημάρχου, Ντόρας Μπακογιάννη, ο ναζισμός και ο φασισμός δεν αποτελούν τον οντολογικό εχθρό του φιλελεύθερου Καπιταλισμού, αλλά μία υπερβολή του, που αν αφεθεί ανεξέλεγκτη ενδέχεται να προκαλέσει λειτουργικές αναταραχές. Ο ανεξέλεγκτος και αντιαισθητικός χαρακτήρας της ΧΑ ήταν που οδήγησε τη ΝΔ να πάρει θέση ενάντια στη μέχρι πρότινος συνεργαζόμενη εγκληματική οργάνωση και να στρέψει την προσοχή της στην ενσωμάτωση μιας “σοβαρής ΧΑ”, όχι οι δημοκρατικές της “ανησυχίες”. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως, πλέον, ο κυρίαρχος ακροδεξιός και φασιστικός πολιτικός λόγος αρθρώνεται από άτομα που δεν φορούν αρβύλες και παραλλαγής, αλλά κοστούμια και γραβάτες· άτομα πλήρως ενσωματωμένα στον κομματικό κορμό της ΝΔ.

Γιατί, όμως, είναι βαθιά ναζιστική η ρητορική της Έβερτ; Ο λόγος αποτελεί ταυτόχρονα και πράξη, μια επιτελεστική διαδικασία. Η ταύτιση ανθρώπων με «κατσαρίδες» και «τρωκτικά» είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό γλωσσικό σχήμα. Είναι κάλεσμα προς ευήκοα ώτα (θεσμικά ή μη) σε ανάληψη δράσης. Τέτοιες εκφράσεις εμφυσούν με νόημα τους αποδέκτες τους και τους αποδίδουν συγκεκριμένες ιδιότητες και χαρακτηριστικά. Αποτελούν την πεμπτουσία της κατασκευής του Εχθρού και έχουν χρησιμοποιηθεί ιστορικά από τους Ναζί μέχρι και τους Αμερικάνους στον «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας». Τα τρωκτικά, και δη οι αρουραίοι, γίνονταν ανέκαθεν αντιληπτά ως όντα ακάθαρτα, φορείς ασθενειών και πανούκλας. Ομοίως, οι κατσαρίδες λογίζονται ως το κατώτερο όλων των έμβιων όντων. Αυτές οι λέξεις οδηγούν συνειρμικά σε ενδεδειγμένες δράσεις όπως το «λιώσιμο», η «απεντόμωση» και η «εξολόθρευση».

«Αρουραίοι. Εξολοθρεύστε τους.» Αφίσα από την κατεχόμενη Δανία της δεκαετίας του 1940

Οι εκφράσεις αυτές είναι απείρως πιο προβληματικές από αυτές που χρησιμοποίησε ο γνωστός Νεοδημοκράτης βουλευτής, αλιεύς στην θάλασσα της ακροδεξιάς, Κ. Μπογδάνος. Σε νυχτερινό δελτίο ειδήσεων χαρακτήρισε τα μέλη του ΚΚΕ ως «(δυνάμει) δολοφόνους». Η έκφραση αυτή ήταν χυδαία, αλλά και ναζιστικής εμπνεύσεως. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι όταν ερωτήθηκε για το αν θεωρεί και τους πακτωμένους στα ΜΜΜ ανθρώπους «δολοφόνους» δήλωσε πως όχι, καθώς αυτοί πάνε στις δουλειές τους. Κοινώς, είναι “χρήσιμοι” για το κεφάλαιο, σε αντίθεση με αυτούς που αντιμάχονται τόσο αυτό αλλά και την παρούσα ολίσθηση στον αυταρχισμό, οι οποίοι είναι “υγειονομική βόμβα”. Η απόδοση ηθικού περιεχομένου σε ανθρώπους βάσει χρησιμότητας, είναι εξόχως ναζιστική θεώρηση. Παρόλα αυτά, η έκφραση του Μπογδάνου τουλάχιστον αναγνωρίζει τους αποδέκτες ως δρώντα υποκείμενα, ως πολίτες, που εξακολουθούν να υπόκεινται στους νόμους της οργανωμένης πολιτείας και να είναι κάτοχοι δικαιωμάτων. Οι «χαρακτηρισμοί» της Έβερτ αφαιρούν πλήρως την ανθρώπινη ιδιότητα, που η Αριστοτελική σκέψη ορίζει ως «βίο πολιτικό», από τους προαναφερθέντες. Ανάγει την υπόσταση τους σε μία ενοχλητική για το κοινωνικό σύνολο βιολογική ύπαρξη, μια μορφή «γυμνής ζωής» κατά τον Τζώρτζιο Αγκάμπεν, η οποία δεν αποτελεί υποκείμενο δικαίου.

Προσπαθώντας να «σώσει» την κατάσταση, ο Μπακογιάννης δήλωσε το εξής: «Ασφαλώς οι αντιθέσεις, ακόμα και οι πολιτικές συγκρούσεις, δεν είναι μόνο αναγκαίες αλλά και θεμιτές. Διεξάγονται όμως, όσο σκληρά κι αν χρειαστεί, επί προγραμμάτων, θέσεων και ιδεών. Στο πλαίσιο αυτό, υπάρχουν χαρακτηρισμοί που δεν χωρούν στην πολιτική αντίληψη αυτής της δημοτικής αρχής.» Αλίμονο μας, αν πέσουμε στην παγίδα να νομίσουμε πως το πρόβλημα είναι μόνο οι λέξεις, ακόμα και αν αυτές επιτελούν τη λειτουργία που περιέγραψα παραπάνω. Ιστορικά, ο Δυτικός Πολιτισμός έβρισκε πάντα τρόπους ώστε να αποτινάξει το «βάρβαρο» παρελθόν του, σπρώχνοντας το βίαιο και το αποκρουστικό στο παρασκήνιο. Ακόμα και όταν η βία των μεθόδων της Φιλελεύθερης Δημοκρατίας ξεπροβάλλει μέσα από τις ρωγμές, τότε αυτή φροντίζει να την αποκρύψει με γλωσσικές ωραιοποιήσεις και μετασχηματισμούς, με αποστειρωμένες λέξεις. Έτσι, τα βασανιστήρια γίνονται «ενισχυμένη ανάκριση», η φτώχεια και η εξαθλίωση γίνονται «λιτότητα», ο αρπαγμός της πρώτης κατοικίας γίνεται «δεύτερη ευκαιρία» και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης γίνονται «δομές φιλοξενίας». Διότι, η διατήρηση του «πολιτισμένου προσωπείου» της Φιλελεύθερης Δημοκρατίας και της νομιμοποίησης που αυτό προσφέρει, είναι πιο σημαντική από τις επιπτώσεις της βίας που αυτή ασκεί. Αυτό φυσικά δεν αποκλείει το ενδεχόμενο της άρσης αυτού του πολιτισμένου «πέπλου», εν μέσω μιας κατάστασης εξαίρεσης όπως η παρούσα, όπου μια πανικόβλητη άρχουσα τάξη και η αστυνομία ως τοποτηρητής της «νομιμότητας» δείχνουν τα δόντια τους.

Η διαχείριση του εσωκομματικού ακροδεξιού λόγου γενικότερα, και της δήλωσης της Έβερτ ειδικότερα, κινείται κυρίως στον άξονα των «πολιτισμένων ευαισθησιών». Για τον «πολιτισμένο» Μπακογιάννη, το πρόβλημα είναι μόνο οι «χαρακτηρισμοί». Οι τελευταίοι, όμως, δεν υπάρχουν σε κοινωνικό κενό. Εκφέρονται από συγκεκριμένους ανθρώπους, με συγκεκριμένες απόψεις και ιδέες οι οποίες, κρίνοντας από τις αντιδράσεις, διατηρούν ερείσματα στην κοινωνία. Αμφιβάλλω πως ο Μπακογιάννης δεν γνώριζε τις απόψεις της Έβερτ. Το πρόσφατο σχόλιο της ότι στόχος της δεν ήταν συγκεκριμένα τα μέλη του ΚΚΕ, αλλά όποιος δεν τηρεί τα μέτρα, διανθίζοντας το με το γνωστό κλισέ «έχω και γω φίλους αριστερούς», προκαλεί γέλιο. Ακόμα όμως και να ισχύουν οι δικαιολογίες, ασχέτως αποδέκτη, τέτοιες εκφράσεις δεν παύουν να είναι βγαλμένες από μαύρες σελίδες της ιστορίας. Το ότι χρησιμοποιήθηκαν από εκλεγμένο αξιωματούχο θα έπρεπε να θορυβεί. Η περίπτωση της Έβερτ δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα της ηγεμονικής θέσης που κατέχει ο ακροδεξιός λόγος στην Ελληνική κοινωνία. Μπορεί η «παραίτηση», εμμέσως πλην σαφώς, να υποδεικνύει ότι ούτε η συγκεκριμένη γυναίκα, ούτε οι απόψεις της έχουν θέση στη Δημοτική Αρχή. Αλλά ο Δήμαρχος επέλεξε να ανοίξει τη δήλωση πλέκοντας το εγκώμιο της συγκεκριμένης (όπως αργότερα έκαναν Πλεύρης και Άδωνις) και όχι καταδικάζοντας απερίφραστα τόσο την ίδια, όσο και τη δήλωση της. Αυτό λέει πολύ περισσότερα απ’ ότι ο ίδιος θα ήθελε να αφήσει να εννοηθούν.

Η ΧΑ μπορεί να βρίσκεται (στην πλειοψηφία της) στη φυλακή. Η «σοβαρότερη» όμως εκδοχή της και ο λόγος της, βρίσκεται ακόμα μαζί μας και κατά καιρούς φανερώνεται

Στην παρούσα συγκυρία, η Δημοκρατία βάλλεται από παντού. Με πρόφαση τη διάσωση της δημόσιας υγείας και με επικλήσεις σε μια κατάσταση εξαίρεσης, δικαιώματα περιστέλλονται, η αστυνομία επιδίδεται σε βαρβαρότητες, και το Σύνταγμα καταστρατηγείται χάριν μιας νέας νεοφιλελεύθερης «κανονικότητας». Ας μην κοροϊδευόμαστε· η καταστολή την ημέρα του Πολυτεχνείου από μία αστυνομία που δεν φορούσε μάσκες, που στοίβαζε τους συλληφθέντες σε κλειστούς χώρους και που στοιχιζόταν κατά εκατοντάδες για να αποτρέψει τη δίοδο 7 βουλευτών, δεν είχε στόχευση την προστασία της δημόσιας υγείας. Ήταν μια επίδειξη δύναμης, ή «μυθικής βίας» κατά τον Μπένγιαμιν, ενάντια σε ανθρώπους που τηρούσαν ευλαβικά τα μέτρα, ασχέτως αν συμφωνώ ή όχι με την κίνηση τους να κατέβουν στις εκδηλώσεις. Θεωρώ πως είναι υπερβολικά αισιόδοξο, ίσως και αφελές, κάποιος να θεωρεί πως όταν ο Χρυσοχοΐδης δήλωσε ότι «απλά εφαρμόστηκε ο νόμος», σχετικά με τα παραπάνω, είπε απλά ψέματα. Το ενδεχόμενο τα λεγόμενα του Χρυσοχοΐδη να ταυτίζονται με την πραγματικότητα του είναι ακόμα πιο τρομακτικό, καθώς αποτελεί απόδειξη πως η εξαίρεση έγινε κανόνας. Μια νέα «έννομη τάξη» αναδύεται θεμελιωμένη στον πόνο και την εξαθλίωση, και η αστυνομία είναι ο φορέας και εφαρμοστής της.

Όταν η Πολιτική και η Κριτική παύουν χάριν συντήρησης, τότε η Δημοκρατία είναι καταδικασμένη να παρακμάσει. Η «ασφάλεια» δεν είναι ένα απτό, ούτε καθολικό αγαθό. Οι επικλήσεις σε αυτήν συνήθως αποτελούν έναν Δούρειο Ίππο, ο οποίος εγκυμονεί πολιτικές που παράγουν γενικευμένη ανασφάλεια και γεννούν βία. Για αυτόν ακριβώς το λόγο, η επαγρύπνηση ενάντια στον φασισμό και την κοινοτοπία του, και η πάλη για τη Δημοκρατία είναι επιτακτικές ανάγκες και πολιτικό καθήκον όλων μας, ακόμα και στην παρούσα δυσμενή συγκυρία!

* Ο Γιώργος Κατραντσιώτης, απόφοιτος μεταπτυχιακών σπουδών στις Διεθνείς Σχέσεις στο Βασιλικό Κολλέγιο του Λονδίνου.

πηγή εικόνας: Marios Lolos