Samsara (2023)- Ο Ισπανός σκηνοθέτης Λόϊς Πατίνιο διερευνά τα πνευματικά και κινηματογραφικά όρια, μέσα από ένα υπερβατικό ταξίδι σε έναν βουδιστικό ναό στο Λάος και σε μια φάρμα φυκιών στη Ζανζιβάρη, προτείνοντάς μας να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το σινεμά…Η ταινία θα ξεκινήσει να προβάλλεται από την Πέμπτη 25 Οκτωβρίου.

Πόσες ταινίες τα τελευταία χρόνια είναι σε θέση να ισχυριστούν πως λειτουργούν με επιτυχία ως μυσταγωγίες; Το νέο φιλμ του Λόϊς Πατίνιο είναι από τα λίγα πρόσφατα παραδείγματα στο σινεμά που «πιάνουν» αυτόν τον πολύ δύσκολο στόχο, και όσοι μπορέσουν να συντονιστούν με το απαιτητικό ύφος του θα ανταμειφθούν με μια εμπειρία σπάνια, με την καλύτερη δυνατή έννοια.

Επικρατεί σε όλη τη διάρκεια μια πολύ επιδέξια ισορροπία ανάμεσα σε μια ντοκιμαντερίστικη, ανόθευτη σχεδόν καταγραφή μιας συνθήκης αρκετά ξένης στον θεατή που δεν είναι μυημένος στη βουδιστική παράδοση, και σε μια καλαίσθητα στιλιζαρισμένη απόδοση της πνευματικότητας του μικρόκοσμου που εξερευνά ο φακός του Πατίνιο, ενίοτε παίρνοντας φορμαλιστικά ρίσκα τα οποία ενδέχεται να δοκιμάσουν την εμπιστοσύνη μιας μερίδας του κοινού.

Ως προς αυτήν την τελευταία επισήμανση, καλή θα ήταν μια μίνι προετοιμασία ειδικά για μια σεκάνς στα μισά του χρόνου που ουσιαστικά χωρίζει το σύνολο σε δύο κεφάλαια, και η προτροπή που εμφανίζεται εκ μέρους του σκηνοθέτη επί της οθόνης θα ήταν συνετό να ληφθεί υπόψιν.

Η σύνδεση ανάμεσα στα δύο ξεχωριστά μέρη της πλοκής πέραν του κεντρικού μεταφυσικού ευρήματος σίγουρα έχει και κάποιες έμμεσες πολιτικές προεκτάσεις ως προς τις αναλογίες ανάμεσα σε διαφορετικές γωνίες του κόσμου, που έχουν ως κοινό σημείο την κατηγοριοποίηση στους μη προνομιούχους αυτού του πλανήτη.

Σε οπτικό επίπεδο, αυτό που προκύπτει θα μπορούσε να προσδιοριστεί και ως μια αισθητική αποκάλυψη, με τον Πατίνιο να μαρτυρά από κάποιες απόψεις και τη γονεϊκή επιρροή στη δική του ματιά πάνω στη σύνθεση του κάδρου (ο ίδιος προέρχεται από οικογένεια ζωγράφων).

Οι κατευθυντήριες γραμμές που δίνονται στους (ερασιτέχνες) ηθοποιούς για την τήρηση μιας μεγάλης απόστασης από μια οποιαδήποτε εκδήλωση συναισθηματικής έξαρσης, ενταγμένες στο πλαίσιο μιας προσγειωμένης σκηνοθεσίας ως προς αυτόν τον τομέα, βρίσκονται σε ένα πανέμορφο κοντράστ με την υπερβατικά θερμή χρωματική παλέτα της φωτογραφίας, η οποία αναδεικνύει τόσο την ιδιαιτερότητα του εκάστοτε τοπίου της δράσης όσο και τον εσωτερισμό της θεματολογίας.

Τα εικαστικά μοτίβα που επαναλαμβάνονται από το πρώτο στο δεύτερο μισό της ιστορίας δεν σκοπεύουν να προχωρήσουν σε μια τεμπέλικη εξομοίωση δύο διαφορετικών πολιτισμικών παραδόσεων, αντιθέτως τονίζουν εύστοχα την οικουμενικότητα κάποιων συμβόλων και αφηγήσεων από κουλτούρα σε κουλτούρα και το πώς αυτά μπορούν να αποκτήσουν μια αλλιώτικη σημασία ανάλογα το context, πώς μένοντας ίδια δύνανται να τροποποιηθούν και τούμπαλιν (χαρακτηριστικό παράδειγμα το πώς κινηματογραφείται το νερό σε αμφότερες τις ενότητες).

Έχει την ιστορική σημασία της επίσης η έμφαση στην κρισιμότητα της προφορικής αφήγησης για δύο από τους ήρωες της πλοκής (το στοιχείο αυτό συνδέεται με την πρώιμη διάδοση του βουδισμού από γενιά σε γενιά).

Μπορεί η εστίαση στις διδαχές μιας συγκεκριμένης θρησκευτικής παράδοσης να φαντάζει ως κάτι που περιορίζει τις δυνατότητες του «Samsara» να απευθυνθεί σε πολλούς, η αλήθεια όμως είναι ότι εντός του βρίσκονται υψηλά νοήματα που δεν εγκλωβίζονται απαραίτητα σε αυτό το πεδίο μόνο και τα οποία μπορούν να κινητοποιήσουν τον σινεφίλ που θα προσέλθει σε μια πολύπλευρη αναζήτηση μέσω του προβληματισμού. Η καλλιτεχνίζουσα όψη είναι αυτή που θα «τραβήξει» το μάτι σε ένα πρώτο επίπεδο για να έρθουν άλλου είδους κέρδη αργότερα. Σε κάθε περίπτωση, ωφελημένος θα βγει αυτός που θα εμπιστευτεί την εν λόγω κινηματογραφική πρόταση.

Σκηνοθεσία: Λόις Πατίνιο
Σενάριο: Λόις Πατίνιο, Γκαρμπίνιε Ορτέγκα
Πρωταγωνιστούν: Αμίντ Κιμάνι, Τούμπρ Σιόνγκ, Σιμόνε Μιλάβα