Στην Πρόβα |«Χήνες» από την Στέλλα Ζαφειροπούλου: άνθρωποι χωρίς φωλιά. Στην παράσταση παρελαύνουν όλες οι προκαταλήψεις, όλα τα στερεότυπα, όλες οι πατριαρχικές αντιλήψεις που καθορίζουν τις ίδιες της ζωές μας. Η γονεϊκότητα γίνεται εμμονή και αυτοσκοπός, το παιδί αντιμετωπίζεται ως κτήμα και κοινωνική καταξίωση, αναπαράγεται ως συνέχεια και στόχος ατομικών και οικογενειακών παραδόσεων, την ίδια ώρα που στηλιτεύεται η αδυναμία διαχείρισης και ισότιμης αντιμετώπισης του ξένου και το διαφορετικού.

Στο βιομηχανικό ΠΛ.ΥΦΑ., η αθηναϊκή βροχή έχει αφήσει τα σημάδια της σε κατά τόπους λιμνούλες που δημιούργησε το ανισόπεδο, χωμάτινο σε σημεία έδαφος. Όπως πρέπει σε «Χήνες», σκέφτομαι εύθυμα καθώς περνάω την είσοδο για να παρακολουθήσω ένα από τα «περάσματα» της παράστασης της Στέλλας Ζαφειροπούλου που αυτή την εβδομάδα θα κάνει την πρεμιέρα της.

Οι «Χήνες», είναι ένα έργο της ίδιας, που μεταφέρει δυναμικά στη σκηνή με τέσσερις ηθοποιούς, την Ντίνα Αβαγιανού, την Μάρθα Ακάσογλου, την Ηλέκτρα Τζιβάκη και τον Δημήτρη Τσιγκριμάνη. Το έργο έχει αποσπάσει το 2017 το Βραβείο της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδος .

Η πρόβα έχει ήδη ξεκινήσει όταν τράβηξα τη βαριά κουρτίνα της εισόδου και μπήκα στην αίθουσα. Η πρώτη επαφή με την παράσταση ήταν το εντυπωσιακό σκηνικό του Ντέιβιντ Νεγρίν. Εντυπωσιακό για την πιστότητα του στην αναπαράσταση ενός σπιτιού της ελληνικής επαρχίας κάπου στο νομό Θεσπρωτίας στην Ήπειρο. Η Ντίνα Αβαγιανού αγκαλιά μ’ ένα μαξιλάρι (ένα ακόμα σύμβολο της παράστασης) στην κοιλιά της. Η Ηλέκτρα Τζιβάκη σε ένα συνεχές, νευρικό πηγαινέλα στη σκηνή. Και στον φθαρμένο τοίχο του ΠΛ.ΥΦΑ., προβάλλονται χήνες, αυτά τα ταξιδιάρικα πουλιά που έχουν γίνει ο τίτλος και το σύμβολο της παράστασης. Και η Στέλλα Ζαφειροπούλου σε μια γωνιά να παρακολουθεί, να επεμβαίνει, να διορθώνει, να προτείνει. Όλα και όλοι σε μια φυσική ροή, σε μια διαρκή επικοινωνία, σε μια ανθρώπινη θαρρείς ταύτιση.

«Σε θέλω πιο χαμένη, παρά αναστατωμένη», θα δώσει την οδηγία της στην Ντίνα Αβαγιανού όταν έχει επέλθει η αναπάντεχη ανατροπή στην πλοκή της παράστασης. Είναι η ίδια στιγμή που η Στέβη Κουτσοθανάση στέλνει τον «προβολέα« να χρωματίσει την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα.

Γιατί πρόκειται για μια δυνατή ιστορία που ξετυλίγεται επί σκηνής. Η δυσλειτουργική σχέση της Κυριακής, της μητέρας, με την κόρη της τη Σοφία, έχει παρελθόν, και προπάντων έχει σκοτεινό παρόν, με ένα μέλλον αμφίβολο. Η Σοφία είναι θετή κόρη της Κυριακής, υιοθετημένη από ένα ίδρυμα στη Βουλγαρία και δεν αποτέλεσε ποτέ επιλογή της. Είναι η μικρή πεντάχρονη Σοφία, που άπλωσε το χέρι στον πεθαμένο πλέον σύζυγο της Κυριακής όταν πήγαν στο ίδρυμα να επιλέξουν παιδί, μιας και η Κυριακή δεν μπορούσε να τεκνοποιήσει. Από τότε, η σχέση μάνας και κόρης κινείται πάντα πάνω σ΄ένα τεντωμένο νήμα, μιας και καμιά δεν άντεξε να κρύψει τα κενά της ζωής της. Πάντα ξένη η Σοφία, ξένη κόρη από ξένη χώρα, πάντα άγονη η Κυριακή, τα δικά τους τα σαράκια είναι που αλληλεπιτίθενται. Από κοντά και ο κοινωνικός περίγυρος που έρχεται να οξύνει αυτές τις αντιθέσεις με το πρόσχημα της εξομάλυνσής τους. Και μια διαθήκη, που αναδεικνύεται στο σπίρτο που πυροδοτεί τις εξελίξεις. Μια διαθήκη που υπογράφεται από την Κυριακή στον συμβολαιογράφο Θωμά, που είναι ο δεσμός της κόρης της, της Σοφίας χωρίς αυτή να το γνωρίζει. Ακόμα…

Αν η ιστορία ακούγεται γνωστή και οικεία, είναι αυτό το βασικό συστατικό της με το οποίο η παράσταση κερδίζει. Είναι η αίσθηση ότι η κατάσταση σε αυτό το σπιτικό της επαρχιώτικης οικογένειας δεν είναι ξένη, δεν είναι άγνωστη αλλά σχεδόν ορίζεται ως κανονικότητα μέσα στην συμβατική ελληνική ραστώνη της υπαίθρου (και όχι μόνο)

Η Κυριακή χτενίζει και χαϊδεύει τα μαλλιά της κόρης της Σοφίας. «Δεν μου πες μια φορά σ΄αγαπώ» θα την ακούσει να της λέει. Μα, κι όμως, πόσο κρυφή αγάπη, πόση επιθυμία για αγάπη κρύβει αυτό το χάδι. Ή λίγο αργότερα «μια φορά ρε γαμώτο , μόνο μια φορά να μου πεις την αλήθεια», μια έμμεση ομολογία ότι αυτή η αλήθεια είναι που τσακίζει και τις δύο, και που καμιά τους δεν μπορεί να διαχειριστεί.

«Μάνα και κόρη δεν είχαν ποτέ η μία την άλλη. Δεν υπήρξαν στην ουσία ποτέ μάνα και κόρη. Η μάνα θεωρεί τον εαυτό της ελαττωματικό γιατί δεν μπόρεσε να χαρίσει στον άντρα της ένα δικό τους παιδί (και μάλιστα γιο). Νοιώθει ότι έχει απολέσει τη βιολογική συνέχεια της. Από την άλλη, η κόρη έχει αντιληφθεί αυτό το γεγονός και ξέρει καλά, ότι ακόμα και στη διαδικασία της υιοθεσίας, η ίδια δεν ήταν επιλογή της μάνας της αλλά του πεθαμένου πια πατέρα της. Ανταλλάσσουν λόγια σκληρά, και συμπεριφορές εξίσου σκληρές, σε έναν ατέρμονο συναγωνισμό ποια θα πληγώσει την άλλη περισσότερο» θα μου πει η Στέλλα Ζαφειροπούλου σε μια γρήγορη και ουσιαστική εμβάθυνση στους δύο χαρακτήρες»

Στην παράσταση παρελαύνουν όλες οι προκαταλήψεις, όλα τα στερεότυπα, όλες οι πατριαρχικές αντιλήψεις που καθορίζουν τις ίδιες της ζωές μας. Η γονεϊκότητα γίνεται εμμονή και αυτοσκοπός, το παιδί αντιμετωπίζεται ως κτήμα και κοινωνική καταξίωση, αναπαράγεται ως συνέχεια και στόχος ατομικών και οικογενειακών παραδόσεων, την ίδια ώρα που στηλιτεύεται η αδυναμία διαχείρισης και ισότιμης αντιμετώπισης του ξένου και το διαφορετικού.

Η Στέλλα Ζαφειροπούλου, καθισμένη η ίδια σε ειδική τροχήλατη καρέκλα, έχει βιώσει αυτή τη διαφορετικότητα στη ζωή της, όχι γενικά σαν θεωρία, αλλά σαν μόνιμη σχεδόν αντιμετώπιση από την κοινωνία. Με ορμή και ειλικρίνεια θα μου πει «Θέλω να μιλήσω για τη βιολογική συνέχεια και για το πως μια κοινωνία σε κάνει να ακολουθήσεις πράγματα που στην πραγματικότητα δεν τα επιθυμείς. Θα ήθελα επίσης πάρα πολύ να μιλήσω για τους διαφορετικούς ανθρώπους, για τους ανθρώπους που ζουν στο περιθώριο της ζωής. Με κάθε σημασία που μπορεί να δίνουμε στη λέξη περιθώριο. Μπορεί να έχει να κάνει με τις επιλογές σου, μπορεί να είναι τυχαίο, μπορεί να έχει να κάνει με το περιβάλλον σου ή τις προτιμήσεις σου, ή με κάποιο είδος αναπηρίας… Και ακόμα περισσότερο με αυτό που αισθάνεσαι»

Κάπως έτσι ανακαλύπτει το δραματουργικό εύρημα της υιοθεσίας ενός παιδιού από ίδρυμα. Και δεν το κάνει τυχαία, αλλά κατόπιν σπουδής «Έρευνες έχουν δείξει ότι τα παιδιά που ζουν σε ιδρύματα, μέσα σε έξι μήνες μπορούν να αλλάξουν συμπεριφορές, να αναπτύξουν απότομα βίαιη συμπεριφορά, να έχουν απότομες αυξομειώσεις στον χαρακτήρα τους, και επειδή κάθε εβδομάδα ή μήνα αλλάζουν φροντιστή, δεν μπορούν να δεθούν συναισθηματικά ή και το αντίθετο. Μπορούμε να διακρίνουμε σε αυτά τα παιδιά τη μεγάλη ανάγκη να συνδεθούν με κάποιον ακόμα και αν είναι άγνωστος» θα μου πει αναλύοντας το πως εξέλιξε βάση αυτής της επιστημονικής αρχής τους χαρακτήρες και θα συνεχίσει «Όταν το ζευγάρι πηγαίνει στο ίδρυμα να πάρει την Σοφία, στην ουσία είναι εκείνη που επιλέγει τους γονείς της απλώνοντας το χέρι στον μελλοντικό πατέρα, παρόλο που η επιλογή του ζευγαριού ήταν άλλο παιδί. Και αυτό συμβαίνει από φόβο μήπως παραμείνει στο ίδρυμα. Και κάπως έτσι, η κόρη όλα αυτά τα χρόνια αποζητά την αποδοχή κυρίως και πρώτα από την ίδια τη μάνα της. Και αργότερα, ο αρραβώνας της με τον Θωμά για τους ίδιους λόγους γίνεται. Με όλες τις τραγικές συνέπειες του. Στην ουσία και η μάνα και η κόρη αισθάνονται ότι ζουν, η καθεμιά για τους δικούς της λόγους, στο περιθώριο της ζωής. Και ουσιαστικά είναι και οι δύο χήνες».

Ποιες είναι λοιπόν οι Χήνες του τίτλου και πως συνδέονται με τις δύο ηρωίδες; «Μάνα και κόρη όντως έχουν κοινά σημεία με αυτά τα πτηνά. Υπάρχει μια εισαγωγή στο έργο που λέει ότι η χήνα είναι γένος αποδημητικών πτηνών, και να , η Σοφία! Πράγματι είναι ένα αποδημητικό πτηνό, έχει έρθει από αλλού και θέλει να φύγει για αλλού. Συνεχώς το επαναλαμβάνει ότι θέλει να φύγει. Η Σοφία, που την έλεγαν Άλμα και που στη μητρική της γλώσσα σημαίνει ελευθερία. Και από την άλλη η μάνα. Υπάρχει μεγάλος αριθμός από αυτά τα πουλιά που δεν μπορούν να κάνουν απογόνους. Και μέσα από αυτό το συμβολισμό, μέσα από τη διαφορετικότητά τους βρίσκουν και οι δύο το κοινό σημείο ταύτισής τους».

Κυριακή «Μια λέξη μωρέ είπα. Άστη να πέσει κάτω…»

«Η Κυριακή μου, είναι μια γυναίκα που δεν άκουσε ποτέ την ψυχή της και άκουγε μόνο αυτά που της έλεγε ο κόσμος έξω». Η Ντίνα Αβαγιανού μιλάει με μια ξεχωριστή τρυφερότητα αλλά και ειλικρίνεια για το ρόλο της. «Είναι μια γυναίκα που ζει στα βάθη της ελληνικής επαρχίας. Είναι μια από αυτές τις γυναίκες που καθορίζουν τις ζωές όλων μας εντέλει, που ασχολούνται με τις φωνές των γύρω της και που δυστυχώς, δεν μπόρεσε ποτέ μέσα από όλο αυτό να αγαπήσει. Μισεί το ξένο, μισεί το παιδί της γιατί δεν είναι παιδί της. Κουβαλάει το σύμπλεγμα ότι δεν επετέλεσε την αποστολή της να μπορέσει να χαρίσει ένα γιό στον άντρα της. Μια βαθιά πατριαρχία δηλαδή. Πήρε ένα παιδί ξένο. Ξένο, γιατί δεν το κυοφόρησε η ίδια αλλά και ξένο γιατί είναι από άλλη χώρα. Δε συγχώρησε ποτέ τον εαυτό της για κανένα από αυτά. Και ζει με αυτή την ενοχή. Ενοχή που κορυφώνεται τραγικά και για την ίδια και για την κόρη της…»

Σοφία «δεν μου είπες ποτέ ότι μ΄αγαπάς… δεν βρήκες έναν τρόπο να μου το δείξεις…»

Πιο λακωνική η Ηλέκτρα Τζιβάκη θα πει για τη Σοφία: «Η Σοφία, η υιοθετημένη κόρη της Κυριακής από την Βουλγαρία, κουβαλάει μέσα της πόνο και στέρηση. Μέχρι τα πέντε της, δεν ήξερε τι θα πει παγωτό . Δεν είχε πάρει αγάπη, Η Σοφία ψάχνει την αποδοχή από τη μητέρα της, την αγάπη από την κοινωνία και σε προσωπικό επίπεδο την ίδια της την ταυτότητα. Και μέσα στην αγωνία της να καλύψει αυτά τα κενά, επιλέγει δυστυχώς τον λάθος τρόπο»

Αθηνά «Ποιος ξέρει από που κρατάει η σκούφια της…»

Δε θα μπορούσε σε μια τέτοια συνθήκη να μην υπάρχει και η παρέμβαση του κοινωνικού περίγυρου, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για ελληνική επαρχία Ο οποίος εκπροσωπείται από τη γειτόνισσα την Αθηνά. Η οποία επιδρά στη σχέση μάνας και κόρης αναμασώντας στερεότυπα, προκαταλήψεις, επικρατούσες αντιλήψεις. Πότε φωναχτά, πότε ψιθυριστά, πότε με υπαινιγμούς, πότε απροκάλυπτα. Και τι κάνει ο περίγυρος; Ο περίγυρος βρίσκει και περικυκλώνει τον άνθρωπο που δεν είναι σίγουρος για τον εαυτό του. Τον άνθρωπο που δεν είναι σίγουρος για το ποιος είναι, για τις επιλογές του και τον διαβρώνει. Γιατί του δίνεται χώρος να το κάνει. «Η Αθηνά δεν είναι απλά η κουτσομπόλα της γειτονιάς, είναι το σκοτεινό κομμάτι της κοινωνίας μας: εκείνο το κομμάτι που μόνο ξέρει να κρίνει και να «ηθικολογεί», θα συμπληρώσει η Μάρθα Ακάσογλου.

Θωμάς «Καλά τα λέγανε όλοι…»

Ο Θωμάς απ’ την άλλη είναι ένα παιδί το οποίο έχει ζήσει στην ίδια στεγνή κοινωνία, έχει μάθει πράγματα από αυτήν και σίγουρα θεωρεί τον εαυτό του πολύ καλύτερο απ’ αυτό που είναι στην πραγματικότητα. Είναι ένα παιδί που απλά θέλει να πετύχει και να ανταποκριθεί στις κοινωνικές επιταγές ενός επιτυχημένου στάτους. Και ενώ στα λόγια, απορρίπτει την κοινωνία έτσι όπως είναι διαμορφωμένη, διαχωρίζοντας τη θέση του (επαναλαμβάνει συνεχώς την επωδό «εγώ δεν είμαι έτσι») στην πράξη αποτελεί κλασικό μέρος της, ανεξαρτήτως προθέσεων.

«Ο Θωμάς έρχεται αντιμέτωπος με μια ευκαιρία που θα μπορούσε να του αλλάξει τη ζωή, η οποία έρχεται και λίγο άθελά του, αλλά παρ’ όλα αυτά έρχεται και αυτός την αρπάζει» θα μου πει ο Δημήτρης Τσιγκριμάνης και θα συνεχίσει: «Και αυτό ακριβώς το γεγονός είναι που αμφισβητεί ουσιαστικά τις ίδιες τις προθέσεις του ήρωα: τα κάνει όλα από συμφέρον, ή επειδή όντως ακολουθεί το συναίσθημά του. Και εδώ, μπαίνει και ένα ερώτημα, αλήθεια πώς θα τη δρούσαμε κι εμείς οι ίδιοι, αν μας συνέβαινε κάτι τέτοιο; Πόσοι από εμάς θα γυρνάγαμε την πλάτη σε μια τέτοια ευκαιρία πλούσιας διαθήκης. Ανεξαρτήτως προθέσεων. Εγώ θέλω να πιστεύω ότι είναι αγνές οι προθέσεις του. Αλλά παρ’ όλα αυτά, η αλήθεια είναι ότι δεν τον βοηθάν οι περιστάσεις»

Στην ολοκλήρωση της παράστασης αναρωτήθηκα αν τελικά οι ήρωές της ζητάν συγχώρεση ή δικαίωση. Συγχώρεση για όσα έκανα ή δεν έκαναν, δικαίωση για όσα επεδίωξαν ή ανέστειλαν. Στο δίλημμα, απάντησε η Στέλλα Ζαφειροπούλου: «Η μάνα, η Κυριακή σε όλο το έργο ψάχνει δικαίωση για να καταλήξει στο τέλος να αποζητά να συγχωρέσει η ίδια τον εαυτό της. Η Σοφία από την άλλη ψάχνει με κάθε τρόπο να επιβεβαιώσει την ύπαρξή της. Και προσπαθούν και οι δύο να υπάρχουν αυτούσιες»…

Η παράσταση έχει πρεμιέρα την Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου στο ΠΛ.ΥΦΑ. και θα παίζεται κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 21.00. Εισιτήρια μπορείτε να προμηθευτείτε εδώ

Κείμενο/σκηνοθεσία: Στέλλα Ζαφειροπούλου
Σκηνικά/κοστούμια: Ντέιβιντ Νεγρίν
Φωτισμοί: Στέβη Κουτσοθανάση
Φωτογραφίες: Νικόλας Γρηγορίου
Graphic Design: Aloha studio
Οργάνωση Παραγωγής: Άννα Παπαδάκου
Βοηθός σκηνοθέτη: Δημήτρης Λύρας
Βοηθός σκηνογράφου: Ξένια Κούβελα
Εκτέλεση Παραγωγής: Break a Leg Athens
Παίζουν:
Ντίνα Αβαγιανού (Κυριακή)
Μάρθα Ακάσογλου (Αθηνά)
Ηλέκτρα Τζιβάκη (Σοφία)
Δημήτρης Τσιγκριμάνης (Θωμάς)
Στην παράσταση ακούγεται η φωνή του Δημήτρη Γεωργαλά.