
Στην πρόβα | «Η μαύρη μαγεία ή Άσε τους νεκρούς να πεθάνουν» στο Θέατρο Μπέλλος: για τη «σπορά του Πρετεντέρη»…Πρόκειται για μια δραματική φάρσα, με pop αισθητική, που καταδεικνύει το βάλτωμα μιας ολόκληρης γενιάς, μέσα στην εποχή της διαμορφωμένης «είδησης», της «ψεύτικής αλήθειας» και του «αληθινού ψέματος», της παντοδυναμίας της κατασκευασμένης εικόνας ,των «φασαίων», της ελληνικής οικογένειας, των κοινωνικών στερεοτύπων, αλλά και την ματαίωση και απελπισία μιας ολόκληρης γενιάς.
Ένας καναπές, πολύ μπροστά, σχεδόν ακουμπά τα καθίσματα της πρώτης σειράς του Θεάτρου Μπέλλος φιγουράρει στη σκηνή. Η παρέα της «Μαύρης Μαγείας» προβάρει την τελευταία αμφίσημη σκηνή της παράστασης , με προτάσεις, αντιπροτάσεις, αλλαγές, συμφωνίες. Η θεατρική πράξη σε πλήρη εξέλιξη και με πυρετώδεις διεργασίες.
Είναι αυτή η στιγμή που «τρύπωσα» στην πρόβα του δεύτερου έργου του Γιάννη Αποσκίτη (είχαν προηγηθεί τη σεζόν 2022-2023, με επιτυχία «Οι Προβοκάτορeς» του στην Πειραματική Σκηνή Νέων Δημιουργών στο Εθνικό Θέατρο»).
«Η μαύρη μαγεία ή Άσε τους νεκρούς να πεθάνουν» επανέρχεται στο θέατρο Μπέλλος με ανατρεπτική διάθεση για να ξορκίσει τους δαίμονες που ταλανίζουν τη σύγχρονη κοινωνία μας, που τραυματίζουν σιγά και αδιόρατα τις ζωές μας. Σε λίγα λεπτά θα ξεκινήσει νέο «πέρασμα» της παράστασης, επιτρέποντας μου να εισχωρήσω και εγώ σε αυτόν το σκοτεινό κόσμο που υποχρεώνεται να εντρυφήσει και ο κεντρικός ήρωας, ο Κωνσταντίνος Χελιδόνης. Ο ίδιος, κάποτε παιδί-θαύμα με εμφανίσεις σε δημοφιλή τηλεοπτικά σήριαλς, εγκλωβισμένος πια στη μητρική επικουρία (με ό,τι συνεπάγεται αυτό), με αφορμή τον αναπάντεχο θάνατο της μητέρας του θα μπλέξει στα γρανάζια μιας δημοσιογραφίας χειριστικής , κατασκευασμένων ειδήσεων, αποπροσανατολιστικής και μεθοδευμένης.
Ο Νικος Γιαλελής, υποδύεται τον πολύπαθο ήρωα, οι Γιώργος Κατσής και Κωνσταντίνος Πλεμμένος γίνονται οι αδηφάγοι δημοσιογράφοι, ενώ η Ελένη Κουλογιάννη μεταμορφώνεται στη μάνα του ήρωα και στην «πρωτόβγαλτη» δημοσιογράφο που ενώ δεν «έχει ιδέα» πως λειτουργούν τα πράγματα, θα αναγκαστεί εκ των πραγμάτων να υποκύψει και να αφομοιωθεί σε αυτά.
Ο Γιάννης Αποσκίτης, κάθεται στις θέσεις των θεατών και παρακολουθεί την παράσταση που πλέον έχει διαμορφώσει και «ήθος» και «χαρακτήρα», κρατώντας τις απαραιτητες σημειώσεις και επεμβαίνοντας με διορθωτικές πινελιές στο σκηνικό αποτύπωμα των ηθοποιών. Η παράσταση έχει καταιγιστικούς ρυθμούς, δυναμικές ατάκες, ιδανική, ομαδική επικοινωνία και αλληλοσυμπλήρωση των ηθοποιών.
Πρόκειται για μια δραματική φάρσα, με pop αισθητική, που καταδεικνύει το βάλτωμα μιας ολόκληρης γενιάς, μέσα στην εποχή της διαμορφωμένης «είδησης», της «ψεύτικής αλήθειας» και του «αληθινού ψέματος», της παντοδυναμίας της κατασκευασμένης εικόνας ,των «φασαίων», της ελληνικής οικογένειας, των κοινωνικών στερεοτύπων, αλλά και τη ματαίωση και απελπισία μιας ολόκληρης γενιάς.
«Ξεκίνησα να το γράφω πριν από 2 χρόνια, στη λογική, ότι ήθελα να μιλήσω για μια ιστορία ενηλικίωσης. Αυτό ήταν το όλο πλαίσιο στο οποίο εγώ το ξεκίνησα. Εγώ είχα περάσει από ένα παρόμοιο στάδιο ας πούμε. Έχοντας σπουδάσει και νομική και δουλεύοντας στα δικηγόρος προηγουμένως για πολύ λίγα χρόνια, καθώς αισθάνθηκα ότι κάποια στιγμή πρέπει να κάνω και εγώ την επανάσταση μου, αργότερα κατάλαβα στην πραγματικότητα ότι δεν επρόκειτο περί επανάστασης αλλά περί ενηλικίωσης» θα πει ο Γιάννης Αποσκίτης και θα συνεχίσει « Ήθελα να μιλήσω σε ένα πιο προσωπικό επίπεδο για το θέμα της γενιάς μου, δηλαδή μιας γενιάς που κάπως μεγάλωσε με την με το όνειρο και την ελπίδα ότι κάνοντας τα πράγματα που μας είπαν οι γονείς μας, θα βρεθούμε στην ίδια θέση με αυτούς όπως ας πούμε, η προηγούμενη μεταπολιτευτική γενιά, ενώ στην πραγματικότητα ξεμείναμε. Όπως καλή ώρα ο Κωνσταντίνος Χελιδόνης, Γίναμε παιδιά σταρ που έχουν χάσει πια τη λάμψη τους και προσπαθούν με κάποιο τρόπο να βρούνε την αλήθεια μέσα σε έναν κόσμο που φαντάζει όλο και πιο τρελός και πιο παρανοϊκός και πιο εφιαλτικός.»
Είναι μια ιστορία που αφορά παιδιά που ενηλικιώθηκαν χωρίς να το πάρουν είδηση. Με χαμένη παιδικότητα, μουχλιασμένη εφηβεία, βαλτωμένη ωριμότητα. Ταγμένα, θεωρητικά, στο επιδερμικό και στη χαλαρότητα, βιώνουν τα πιο σκληρά διλήμματα προσαρμογής τους για την επιβίωσή τους. Ακόμα και μέσα στην αδράνεια και την παραίτησή τους.
«Για μένα είναι μια γενιά που γέρασε λίγο πριν την ώρα της» θα μου πει ο συγγραφέας και σκηνοθέτης καταιγιστικά «Δηλαδή τα άτομα που είναι 30 και 40 χρονών, ας πούμε το πώς βρίσκονται κάπως να παρακολουθούν αμήχανα τελικά τα ιστορικά γεγονότα και δεν έχουμε μια αντίστοιχη γενιά του Πολυτεχνείου, δεν έχουμε μια αντίστοιχη κοινή κινητικότητα και μαχητικότητα όπως προηγούμενες γενιές. Και μας καταλογίζεται αυτό, ενώ στην πραγματικότητα δεν εξοπλιστήκαμε και με κάτι τέτοιο δηλαδή δεν υπήρξε ποτέ για εμάς αυτή η αίσθηση. Μεγαλώσαμε με τη λογική βολέματος σε ένα δημόσιο πχ, να βολευτούμε σε μια καρέκλα, να βολευτούμε με τα πράγματα που έχουμε. Να λέμε και ευχαριστώ για τα πράγματα που έχουμε και «να μην είμαστε αχάριστοι». Και ότι έτσι θα οδηγηθούμε με ακρίβεια στην ευτυχία, ενώ ουσιαστικά δεν συνέβη ποτέ κάτι τέτοιο» και θα αναφερθεί σε μια σκληρή αλήθεια «Οι γονείς μας στα 30 τους μπορούσαν οριακά να βιοποριστούν, να αγοράσουν ένα σπίτι, να ζήσουν σχετικά αξιοπρεπώς να κάνουν οικογένεια. Το είχαν κατακτήσει αυτό. Εμείς δεν έχουμε, πλέον, αυτή τη δυνατότητα. Είναι αμφίβολο αν θα πάρουμε καν σύνταξη από την εργασία μας. Οπότε κάπως ναι, θεωρώ ότι μέσα από τη διή μου προσωπική αντίληψη, προσπαθώ να μιλήσω και σε ένα πιο καθολικό επίπεδο σχετικά με την περίφημη γενιά των μιλένιαλς.»
Οι ΝΕΚΡΟΤΣΟΥΛΗΘΡΑ, έχουν γράψει μια μουσική δυνατή, που δίνει στίγμα στην παράσταση, εναρμονισμένη με την σκηνική ένταση των ηθοποιών. Λιτό το σκηνικό, χωρίς να φλυαρεί εγκολπώνει το όλο κλίμα (Νίκος Κατσαμπάνης – Καλύδημη Μούρτζη )«Στην πραγματικότητα είναι στημένη επίτηδες σα μια διεστραμμένη οικογενειακή κωμική σειρά. Υπάρχει αυτή η αίσθηση από την αρχή μέχρι το τέλος. Τα ρούχα (της Όλγας Ευαγγελίδου) για παράδειγμα είναι εμπνευσμένα από τον Σκούμπι-Ντου, δηλαδή υπάρχουν και τέτοια στοιχεία μέσα. Και γι αυτό ήθελα πάρα πολύ να γίνει αυτή η παράσταση στο Μπέλλος γιατί μου δίνει και μια αίσθηση ενός κοινού που παρακολουθεί και με τους προβολείς να φαίνονται από πάνω, δίνοντας τη συνθήκη ενός τηλεοπτικού πλατό. Και ενώ θεωρητικά στο έργο, ο Χελιδώνης είναι 40 ουσιαστικά η παράσταση μιλάει για τη σύγχρονη εποχή. Είναι όλο σε μια ας το πούμε «re-imagine» συνθήκη. Στα ελληνικά θα το λέγαμε «ανακατασκευασμένη», στην οποία υπάρχουν δηλαδή και αναχρονιστικά στοιχεία, όπως για παράδειγμα τα κινητά και η τηλεόραση παλιάς τεχνολογίας κλπ».
Επιθεωρησιακές απολήξεις, ειρωνία και αναφορές σε ένα θέατρο «In-Yer-Face», δυναμικοί αυτοσχεδιασμοί και ένας καταιγισμός από ατάκες , διαμορφώνουν την καυστική, γεμάτη σαρκασμό ατμόσφαιρα. Θα ακουστούν ονόματα-ορόσημα της νεοελληνικής πραγματικότητας, που διαμόρφωσαν την αισθητική μιας ολοκληρης κοινωνίας, θα συναντήσουμε συνθήκες γνώριμες και οικείες, θα αντικρίσουμε προβληματικές άλυτες και στάσιμες. Κι όλα, μέσα σε μια συνθήκη «πειθαρχημένης» ελευθερίας ως αποτέλεσμα σκηνικών ζυμώσεων και ανταλλαγών. Μια –κυριολεκτικά- δυναμική φάρσα του παραλόγου που συνδιαμόρφωσε δραματουργικά ο Πέτρος Καλφαμανώλης
«Το έργο, μετά το πρώτο draft ξεκίνησε να γράφεται πάνω στους ηθοποιούς» θα δηλώσει ο Γιάννης Αποσκίτης. «Το τελικό κείμενο δεν έχει καμία σχέση με το με το έργο που ξεκίνησε, το βιβλίο που θα βγει, δεν έχει καμία σχέση με την παράσταση, παρόλο που έχει βασικό άξονα και τις ιστορίες του, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Έδειξα πολλή εμπιστοσύνη στον Νίκο, τον Γιώργο, τον Κωνσταντίνο και την Ελένη, γιατί και είναι πιο έμπειροι από μένα σε πολλά πράγματα και επειδή θεωρώ ότι ένας συγγραφέας χρειάζεται βοήθεια από το υλικό που διαθέτει κάποιος ηθοποιός. Και εδώ έχουμε να κάνουμε με ηθοποιούς που διαθέτουν πολλά υλικά στη βαλίτσα τους, Δεν είναι υπερβολή να πω ότι συνθέτουν ένα «ζωντανό» μοντάζ στο έργο και στην παράσταση.»
Μίλησα με τους τέσσερις ηθοποιούς, αυτήν την παρέα που στελεχώνει και υπηρετεί δυναμικά το νεοελληνικό θέατρο, διαμορφώνοντας συνάμα τις σύγχρονες τάσεις και προοπτικές του, και τους ζήτησα να καταθέσουν μια φράση-σύμβολο του ρόλου τους αλλά και να προβληματιστούν σε αυτό το διττό κλίμα της παράστασης ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα:
Νίκος Γιαλέλής, «θέλεις να δούμε λίγο τη σειρά;» : «Ο Κωνσταντίνος Χελιδόνης, τον οποίο υποδύομαι υπήρξε ένα πρώην παιδάκι πρωταγωνιστής σε μια σειρά των νέων των πρώτων χρόνων ιδιωτικής τηλεόρασης που είχε γίνει πάρα πολύ διάσημο. Από τότε έχει καθηλωθεί. Η ζωή τον έχει προσπεράσει και είναι καθηλωμένος στον καναπέ του να βλέπει και να ξαναβλέπει κομμάτια της σειράς. Οι καλές κωμωδίες γίνονται όταν στη σκηνή έχουμε τραγωδία για το πρόσωπο πουπάσχει , οπότε νομίζω πως το έργο είναι και τα δύο μ’ ένα τρόπο. Και θα είναι επιτυχία να καταφέρουμε να γελάσει κανείς με αυτό το πραγματικά πολύ τραγικό που νομίζω ότι διατρέχει και τα τέσσερα πρόσωπα του έργου αυτού».
Γιώργος Κατσής, «Οι δημοσιογράφοι πάνω στον πλανήτη είμαστε η σπορά του Πρετεντέρη»: «Ο ρόλος μου είναι όνομα και πράγμα λέγεται Μάρκος Μπέμπης. Και είναι ένας πολύ ανώριμος δημοσιογράφος, εθισμένος σε μυστήριες ουσίες που αυτός λέει ότι είναι χάπια για τη διάσπαση της προσοχής του και είναι πιστός ακόλουθος του αφεντικού του, του Φίλιππου μέχρι τέλους στο διαβολικό σχέδιο που θα στήσουν για «να τη φέρουν», ας πούμε, στον Κωνσταντίνο Χελιδόνη στην ιστορία. Το έργο, θεωρώ ότι είναι λίγο μετακινημένο από την κωμωδία, δηλαδή από την καθαρή κωμωδία του είναι λίγο φάρσα. Και παρόλο που το δραματικό γενικότερα, συμπεριλαμβάνει μεγαλύτερες έννοιες, εδώ αυτό που συμβαίνει είναι το γεγονός πως η τραγική κατάσταση των ηρώων αποδίδεται με αστεία μεγέθη, Γελάς με το δράμα των χαρακτήρων. Και αυτή είναι μια λυτρωτική διαδικασία για τον θεατή».
Ελένη Κουλογιάννη, «ανάθεμα την ώρα που σ έβγαλε από τα σπλάχνα μου»: «Είμαι αφενός μια κλασική εξουσιαστική μάνα που ζω με το γιό μου, και αφετέρου η Χριστίνα Κυριακού, το Χριστινάκι, αυτή η κακομοίρα, που μπαίνει στο επάγγελμα της δημοσιογραφίας με στόχο και με όραμα να υπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον και το δικαίωμα της πληροφόρησης, αλλά γρήγορα θα ζήσει την σκληρή διάψευση. Ρόλοι, που όσο κι αν στην παράσταση τους βλέπουμε στην γκροτέσκο εκδοχή τους, δεν απέχουν πολύ από την ίδια την πραγματικότητα. Είναι χαρακτήρες αφοπλιστικά ρεαλιστικοί στην ουσία τους, καθημερινοί και οικείοι».
Κωνσταντίνος Πλεμμένος, «Εμείς οι δημοσιογράφοι, ξέρουμε τι θέλει ο κόσμος, και όχι τι λέει ότι θέλει»: Ο ένας βασικός χαρακτήρας που υποδύομαι είναι ο δημοσιογράφος , ο προϊστάμενος των δύο άλλων δημοσιογράφων του Μάρκου και της Χριστίνας. Είναι αυτός που σκέφτεται που φτιάχνει τα σχέδια που προσπαθεί να κάνει τα πλάνα και πάντα ανατρέπεται. Είναι ο πάντα αυτός που σκέφτεται το ένα βήμα παραπάνω και που πάντα είναι λανθασμένο. Η βάση της όλης ιστορίας είναι στην πραγματικότητα τραγική: ο μάταιος αγωνας των ανθρώπων για λεφτά, για δόξα που τους οδηγεί στην εκμετάλλευση του θανάτου μιας γυναίκα και στην χειραγώγηση ενός ανθρώπου πρώην παιδιου-θαύματος, κατασκευάζοντας μια ψευτικη ειδηση. Άλλα η ίδια η πλοκή διαμορφώνεται από τρεις «ατζαμήδες» δημοσιογράφους, προκαλώντας μεν σπαρταριστο γέλιο αλλά με μια πικρή επίγευση.
Αποχαιρετώντας το Θέατρο Μπέλλος και πριν αφήσω τον Γιάννη Αποσκίτη να δώσει τις τελευταίες παρατηρήσεις που σημείωσε στους ηθοποιούς του, δεν κρατήθηκα να μην τον ρωτήσω για τη διπλή ιδιότητα του συγγραφέα και του σκηνοθέτη, Πως είναι να είσαιο ίδιος άνθρωπος που δημιούργησε μύθο και χαρακτήρες στο χαρτί, να γίνεσαι και ο πλαστουργός τους στο ζωντάνεμά τους στη σκηνή, Και ποιο από τα δύο άραγε προτιμά..
Θα μου απαντήσει χωρίς σκέψη και με μεγάλη σιγουριά: «Μου αρέσει πολύ περισσότερο η σκηνοθεσία, γιατί με παιδεύει πολύ περισσότερο η σκηνοθεσία! Είναι μια μορφωτική διαδικασία η οποία μετατρέπεται, για παράδειγμα μέσα από την πρόβα, σε συνδιαμορφωτική. Δεν προτιμώ να είμαι κλεισμένος σε ένα σπίτι και να γράφω. Παρόλα αυτά, όταν είμαι σπίτι κλεισμένος και γράφω αισθάνομαι και πιο άνετα. Βέβαια, το να αισθάνεται κανείς άνετα δεν σημαίνει ότι αισθάνεται και εκεί που πρέπει. Θέλω να πω, πως πολλές φορές αξίζει να δυσκολευόμαστε και για μένα η σκηνοθεσία είναι πολύ δύσκολη διαδικασία. Είναι δύσκολο και το να κάνω εγώ πίσω και το να κάνουν κι άλλοι πίσω, το να βρίσκουμε τις ισορροπίες μέσα σε αυτήν την διαδικασία. Αυτό το έλεγα και στα παιδιά, ότι η πρώτη μου επαγγελματική σκηνοθεσία ήταν η ιστορία της ενηλικίωσης μου σε αυτό το επάγγελμα με έναν τρόπο. Αισθάνομαι ότι έμαθα πολλά πράγματα μέσα από αυτό και ακόμα και τώρα μαθαίνω. Και εξακολουθώ να ενηλικιώνομαι με έναν τρόπο, ακόμα και στον τρόπο που πρέπει να διαχειρίζομαι τις καταστάσεις».
Η παράσταση έχει πρεμιέρα στο Θέατρο Μπέλλος τη Δευτέρα 7 Οκτωβρίου και θα παίζεται μέχρι τις 5 Νοεμβρίου κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.15. Εισιτήρια μπορείτε να προμηθευτείτε ΕΔΩ
Κείμενο – Σκηνοθεσία: Γιάννης Αποσκίτης
Συν. Δραματουργός – Video: Πέτρος Καλφαμανώλης
Πρωτότυπη Μουσική Σύνθεση: ΝΕΚΡΟΤΣΟΥΛΗΘΡΑ
Σκηνογραφία: Νίκος Κατσαμπάνης – Καλύδημη Μούρτζη
Ενδυματολογία: Όλγα Ευαγγελίδου
Σχεδιασμός Φωτισμού: Σωτήρης Ρουμελιώτης
Επιμέλεια Κίνησης: Μαίρη Γιαννούλα
Φωτογραφίες promotion – παράστασης: Γιώργος Καλφαμανώλης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Θέλμα Χασάπη
Διεύθυνση Παραγωγής: Κωνσταντίνος Αποσκίτης
Παραγωγή: IZVERIBAD Theatre Company
Επικοινωνία: Μαρίκα Αρβανιτοπούλου
Παίζουν: Νίκος Γιαλελής, Γιώργος Κατσής, Ελένη Κουλογιάννη, Κωνσταντίνος Πλεμμένος















