Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος (27 Απριλίου 1935- 24 Ιανουαρίου 2012) υπήρξε ο σημαντικότερος, ίσως, κινηματογραφιστής που ανέδειξε η χώρα μας και ένας από τους σπουδαιότερους του παγκόσμιου κινηματογράφου. Στον κινηματογράφο Studio new star θα προβληθούν στις 26 Μαρτίου τα τρία εμβληματικά έργα του «Ο θίασος«, «Μέρες του ‘36» και «Κυνηγοί». Σε όσους θεατές δουν  και τις τρεις ταινίες μαζί, θα δοθούν και δώρα.

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος κατάφερε να ξεχωρίσει από τους άλλους Έλληνες σκηνοθέτες γιατί ήταν κινηματογραφικός ποιητής, που με τη φοβερή εικαστική του ματιά έστηνε υπέροχες εικόνες.

Ο Αγγελόπουλος ήταν ένας διεθνώς αναγνωρισμένος δημιουργός με ξεχωριστό προσωπικό ύφος. Αντλώντας έμπνευση από τον Μπρεχτ, στις πρώτες του ταινίες ήθελε να δικαιώσει τους ηττημένους στον ελληνικό εμφύλιο και στις μεταγενέστερες ταινίες του γενικότερα να φέρει στο προσκήνιο τους μετανάστες όχι μόνο από τα Βαλκάνια αλλά και από τις άλλες δοκιμαζόμενες περιοχές του κόσμου.

Ποιητικός, λιτός και αφαιρετικός, ο Αγγελόπουλος καταφέρνει να πει με τη σιωπή όσα δεν μπορούν να πουν άλλοι κινηματογραφιστές με τεράστιους διαλόγους. Το βλέμμα του από την αρχή της σταδιοδρομίας του ήταν στραμμένο στην αναζήτηση της αλήθειας, πολιτικής, ιστορικής και φιλοσοφικής.

Κυρίαρχα θέματα στο φιλμικό του σύμπαν ήταν η θνητή φύση του ανθρώπου, η μετανάστευση, η επιστροφή στην πατρίδα κι η ελληνική ιστορία του 20ου αιώνα. Διακρίνεται για την αισθητική ολοκλήρωση των ταινιών του, την εικαστικότητα των πλάνων του, την αρμονία εικόνας και περιεχομένου και το υπαρξιακό βάθος των ταινιών του.

Το 1970, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, Αναπαράσταση, κέρδισε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, καθώς και άλλες διακρίσεις στο εξωτερικό, και σηματοδότησε την αυγή του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου.

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος μέσα στην καρδιά της δικτατορίας, σκηνοθέτησε το πρώτο μέρος της Τριλογίας της Ιστορίας, τις «Μέρες του `36» (1972). Το 1974 ήρθε η εμβληματική ταινία «Ο Θίασος», η οποία κατέκτησε δεκατρία βραβεία. Γυρίστηκε κάτω από αντίξοες συνθήκες, καθώς προκειμένου να εξασφαλίσει άδεια για τα γυρίσματα, υποβάλλει ψεύτικο σενάριο στον Ζουρνατζή, τον αρμόδιο υπουργό της κυβέρνησης Μαρκεζίνη το φθινόπωρο του 1973, λέγοντας ότι η ταινία είχε ως θέμα, τον μύθο των Ατρειδών.

Κινητήρια δύναμη της ακατάπαυστης δημιουργικότητας του, ήταν η πολιτική και το όνειρο μιας άλλης Ελλάδας και ενός διαφορετικού κόσμου. Και δε σταμάτησε ποτέ να ονειρεύεται για αυτά. Απέφευγε τα κοντινά πλάνα και αυτό γιατί πίστευε ότι ο άνθρωπος είναι μικρός μπροστά στα όνειρα και τις χαμένες ελπίδες μιας ολόκληρης γενιάς, αυτής που ο ίδιος εκπροσώπησε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Σε όλη του την καριέρα δε σταμάτησε να είναι αντικείμενο ανάλυσης και διαφωνιών. Όπως πολλοί ήταν οι θαυμαστές του πολλοί ήταν και οι επικριτές του. Ήταν απογοητευμένος από τη μιζέρια της κριτικής, αφού μια ζωή δεχόταν πολύ αμφιλεγόμενες κριτικές στην Ελλάδα, εξαιρουμένης της Αναπαράστασης. Πρώτη αμφιλεγόμενη ταινία του ήταν ο Θίασος, που αφότου συμπεριλήφθηκε ανάμεσα στις σημαντικότερες ταινίες όλων των εποχών, την αποδέχτηκαν εκ των υστέρων.

Οι αργοί ρυθμοί, η χειρουργική ακρίβεια των πλάνων, το υπομονετικό ξετύλιγμα των ιστοριών του, είναι κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά στον ιδιαίτερο κινηματογράφο του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Ομιχλώδη τοπία, έντονο στοιχείο του νερού, φύση. Όλα αυτά μπορεί και άλλα πολλά μπορεί να τα απολαύσει κανείς στα στατικά πλάνα που σημάδεψαν τις ταινίες του, στα οποία υποβόσκει μια μοναξιά, μια μελαγχολία και μια αποξένωση.

 Παράλληλα, στο έργο του μπορεί να αντιληφθεί κανείς τον συνδυασμό του κινηματογράφου του με το αρχαίο και μπρεχτικό θέατρο και τις άλλες μορφές τέχνης. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που η μουσική συνοδεύει άριστα την κίνηση της κάμερα, δημιουργώντας μια χορογραφία στις ταινίες του. Αναλλοίωτη παρέμεινε άλλωστε και η χημεία του με τη συνθέτρια Ελένη Καραΐνδρου, ενώ συνεργάστηκε και με τον Λουκιανό Κηλαηδόνη και τον Χριστόδουλο Χαλαρή.

Η ιστορία γίνεται ο καμβάς για την κινηματογραφική ποίηση του Αγγελόπουλου στην πρώτη του τριλογία, την «τριλογία της Ιστορίας», η οποία είναι πιο εναρμονισμένη με έναν υλιστικό ρεαλισμό που δίνει προτεραιότητα στην έννοια της συλλογικότητας.

«Όσοι συνεχίζουμε να κάνουμε κινηματογράφο είναι, επειδή δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Δεν είναι πια επάγγελμα αλλά τρόπος αναπνοής…» Θόδωρος Αγγελόπουλος

«Ήταν καλοκαίρι του 1964. Είχα τελειώσει τις σπουδές μου στη Γαλλία και επέστρεψα στην Ελλάδα για να δω τους δικούς μου. Το λεωφορείο από το αεροδρόμιο με άφησε στο Σύνταγμα. Κατευθύνθηκε με τον σάκο στον ώμο προς το σπίτι μου. Έπεσα πάνω σε μια φοιτητική διαδήλωση. Η αστυνομία είχε πέσει πάνω στα παιδιά και τα έδερνε. Εγώ δεν είχα καμία σχέση με αυτά που συνέβαιναν, έτσι συνέχισα τον δρόμο μου. Ε, έφαγα ξύλο. Μου σπάσανε τα γυαλιά. Γύρισα στο σπίτι μου πολύ αναστατωμένος. Ένιωσα σαν να βρισκόμουν μπροστά σ’ ένα δίλημμα “σ’ ενδιαφέρει αυτός ο τόπος ή όχι;” Είχα πει στη φίλη μου την Τώνια Μαρκετάκη που μου είχε προτείνει να κάνω κριτική κινηματογράφου στην εφημερίδα “Αλλαγή” ότι είχα έρθει στην Ελλάδα για να φύγω. Την άλλη μέρα την τηλεφώνησα και της είπα ότι θα μείνω. Κι έμεινα. Για να καταλάβω. Έκανα τις πρώτες μου ταινίες (“Αναπαράσταση”, “Μέρες του ’36” και “Θίασος”) για να καταλάβω την Ελλάδα…», είχε δηλώσει ο Θόδωρος Αγγελόπουλος.

 «Το ταξίδι, τα σύνορα, η εξορία. Η ανθρώπινη μοίρα. Η αιώνια επιστροφή. Κι όχι μόνο. Όλες μου οι εμμονές μπαίνουν και βγαίνουν στις ταινίες μου, όπως μπαίνουν και βγαίνουν, όπως σωπαίνουν για να ξαναεμφανιστούν αργότερα, τα όργανα μιας ορχήστρας.» Θόδωρος Αγγελόπουλος

Αγγελόπουλος και ποίηση

Είναι σχετικά άγνωστο, ότι ξεκίνησε από την ποίηση και δημοσίευε ποιήματα στη Νέα Εστία, πολύ πριν ασχοληθεί με το σινεμά, αλλά δεν έχει εκδώσει κάποια ποιητική συλλογή.

Ένα ανέκδοτο ποίημα του Θεόδωρου Αγγελόπουλου, γραμμένο το 1982:

Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία, αλλά δε μπορώ να κάνω το ταξίδι σας.

Είμαι επισκέπτης.

Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά..

Κι έπειτα, δε μου ανήκει.

Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει ”δικό μου είναι”.

Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου, είχα πει κάποτε με υπεροψία.

Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε.

Ότι δεν έχω, καν, όνομα.

Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο.

Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάζω. Ξεχάστε με στη θάλασσα.

Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία.

•Για τον Αγγελόπουλο έχουν πει μεγάλοι σκηνοθέτες

«Μέσα από τον φακό του, ο Αγγελόπουλος κοιτάει τα πράγματα σιωπηλά. Είναι το βάρος αυτής της σιωπής και η ένταση του αμετακίνητου βλέμματος της κάμερας του Αγγελόπουλου, που κάνει τον Μεγαλέξανδρο τόσο δυνατό, που ο θεατής δεν μπορεί να αποδράσει από την οθόνη. Αυτού του είδους η κινηματογράφηση, τόσο προσωπική και μοναδική στην ιδιαιτερότητά της, τείνει να επιστρέφει στις ρίζες του σινεμά. Αυτό ακριβώς είναι που δημιουργεί την εντύπωση της φρεσκάδας και της δύναμης. Όσο για μένα, παρακολουθώντας αυτό το φιλμ, ένιωσα βαθιά την απόλαυση του κινηματογράφου, με την πιο απόλυτη έννοια του όρου».

Ακίρα Κουροσάβα

 «Είδα τον ‘Μελισσοκόμο’ που άλλοτε θεωρούσα μια καλή ταινία. Τώρα, αντιλαμβάνομαι πως είναι ένα αριστούργημα. Είναι μια εμπειρία απίστευτα συγκλονιστική».

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

 «Έφυγα από τις Κάννες μαγεμένος από το ‘Βλέμμα του Οδυσσέα’. Στο Τόκιο που βρίσκομαι τώρα με ακολουθεί. Πιστεύω ότι είναι μια ταινία που θα μείνει στην ιστορία του σινεμά».

Βιμ Βέντερς

Μέσα στην δικτατορία, σκηνοθετεί το πρώτο μέρος από την Τριλογία της Ιστορίας, την ταινία “Μέρες του `36” (1972)που παίρνουν αφορμή από ένα πραγματικό περιστατικό ομηρείας σε φυλακή για να κάνουν ένα σχόλιο στην τεταμένη πολιτική κατάσταση. Είναι η ταινία που λένε πως  προετοίμασε την εγκατάσταση της δικτατορίας Μεταξά. Βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός πράκτορα της ασφάλειας που έχει πέσει σε δυσμένεια και κατηγορείται για τον φόνο ενός συνδικαλιστή. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί το επεισόδιο αυτό για να καταδείξει τα αίτια που οδήγησαν στη δικτατορία Μεταξά και να κάνει ένα έμμεσο σχόλιο για τη δικτατορία των συνταγματαρχών, που διαφέντευε τις τύχες της Ελλάδας την εποχή που γυρίστηκε η ταινία. Στις Μέρες του ’36 συναντάμε τα μεγάλης διάρκειας πλάνα-σεκάνς, που αποτελούν το “σήμα-κατατεθέν” της τέχνης του Αγγελόπουλου. Αργότερα έγιναν μανιέρα από τους επιγόνους του και «βύθισαν μια γενιά στα πιο βαθιά χασμουρητά», σύμφωνα με τον Διονύση Σαββόπουλο.

Και στη συνέχεια την εμβληματική ταινία “Ο Θίασος” (1974) η οποία κατέκτησε δεκατρία βραβεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Κλείνει την τριλογία με την ταινία “Κυνηγοί” (1977) που ήταν επίσημη συμμετοχή στο Φεστιβάλ των Καννών.

Μετά από τρία χρόνια, και γυρίσματα στα κρυφά λόγω της απειλής της λογοκρισίας, ο Αγγελόπουλος επιστρέφει με την πιο φιλόδοξη και ίσως την σπουδαιότερη ταινία της καριέρας του: «Ο Θίασος» (1975) της ιστορικής καταγραφής και των μυθικών απόηχων, φωτογραφίζει μια διαφορετική Ελλάδα, μέσα από έναν θίασο που γίνεται μάρτυρας της δραματικής εξέλιξης της Ιστορίας αλλά και της αναβίωσης του μύθου των Ατρειδών. Υπήρξε η τρίτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη και κατατάσσεται στις σημαντικότερες δημιουργίες του. Εντάσσεται στην «τριλογία της Ιστορίας» του Αγγελόπουλου και αποτελεί το δεύτερο μέρος της που έπεται της ταινίας Μέρες του ’36 και προηγείται των Κυνηγών.

Η Τριλογία της Ιστορίας:

Μέρες του ‘36 Θόδωρος Αγγελόπουλος, 50 Χρόνια Μετά Days of ‘36, 1972

Βραβείο σκηνοθεσίας και φωτογραφίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1972

Βραβείο Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Fipresci) στο Φόρουμ του Βερολίνου 1972