
Όταν σέρβιρε την πάρτη του ως βαρύ αρσενικό – ακροθιγώς και παλιάς κοπής – στα σκυλάδικα, όλα κυλούσαν ρολόι. Ένα λαϊκό είδωλο γεννιόταν. Και επειδή στην Ελλάδα με τη showbiz ποτέ δεν το είχαμε – ούτε το έχουμε – και επειδή, επίσης, ως λαός έχουμε τάσεις ειδωλολατρίας, τότε – σύσσωμα – τα πρωινάδικα ένιωσαν πως στη θέα του Βασίλη Μπισμπίκη συνάντησαν τον μοντέρνο Κούρκουλο.
Κάθε media περασιά του ηθοποιού ήταν είδηση. Ο Βασίλης κερνούσε μπόμπα σοκ, και οι ντόπιοι λίντερς της prime time μέθαγαν.
Οι τηλεοπτικοί δημοσιογράφοι έκαναν αναλύσεις της συμπεριφοράς του, ενώ οι «ιδεολογικά σκεπτόμενες» πένες ένιωθαν πως ο πρωτοσέλιδος έρωτας Δέσποινας – Βασίλη ήταν άλμα εξευρωπαϊσμού της ντόπιας celebrity σκηνής. Χα!
Όλα αυτά, κάθε λέξη από τα παραπάνω, ήταν μια μακροσκελής σεκάνς διαρκούς και σταθερής πορείας προς την καθολική καταξίωση. Το πόστο του underground καλλιτέχνη το είχε ήδη πιάσει και, από ένα σημείο και μετά, ήταν σαν ο Βασίλης να μας έλεγε: «Δεν είμαι μόνο για τα αλώνια και για τα σαλόνια. Είμαι επίσης για τα κομμωτήρια, τα νυχάδικα, τα σουβλατζίδικα, τις πιτσαρίες, τα οδοντιατρεία, τα νοσοκομεία, τον ΕΦΚΑ, τα γήπεδα.»
Πόσο παρηγορητικό, σε μια εποχή που το αφήγημα του λαϊκού άνδρα εκφυλίζεται, να έρθει εκείνος – σαν έτοιμος από καιρό – να δηλώσει νοητά: «Παιδιά, η παλιά κοπή δεν πέθανε. Εγώ είμαι εδώ· δείτε με, φάτε με.»
Λίγα βράδια πριν, ο Βασίλης τράκαρε μια αρμαθιά αυτοκίνητα με το δικό του όχημα· ένα μοντέρνο αγροτικό που, αν το δεις στον δρόμο, λες πως θα μπορούσε να ανήκει σε ιδιοκτήτη ράντσου στο Γκραν Κάνιον.
Κι έπειτα ήρθε η δεύτερη σκέψη… Ο Βασίλης πάντα – ακόμη και σήμερα – κυκλοφορεί σαν ένα ζωντανό απωθημένο που ζητά να πάρει περισσότερα απ’ όσα η ζωή μπορεί να δώσει.
Παραμονές της κυκλοφορίας της νέας ταινίας στην οποία πρωταγωνιστεί, αυτό που διάβασα στα social media: «Πάντως, όλο αυτό με τον Μπισμπίκη θα μπορούσε να είναι περφόρμανς της Στέγης…»
Ο Βασίλης είναι πια προϊόν κατηγορίας: «οικογενειακή συσκευασία». Δηλαδή, κυριολεκτικά έτοιμος για ξεκοκάλιασμα από τα πάντα πρόθυμα και πάντα πεινασμένα σαγόνια του κοινού που ο ίδιος θέλησε να κατακτήσει – με κάθε τρόπο.










