
Του Παύλου Θ. Κάγιου //
Αναδύοντας ένα γοητευτικό ταμπεραμέντο και μιλώντας επί παντός επιστητού – αποθεώνοντας ανάμεσά τους το ελληνικό ταμπεραμέντο και… θάβοντας τον Τραμπ- εμφανίστηκε ο βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης Λούι Ψυχογιός στο 21ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.
«Καλό είναι ο Έλληνας να μην ξεχνάει ότι έχει φως μέσα του ικανό να τον βοηθήσει να λάμψει παγκοσμίως και να αποφύγει τις παγίδες που του στήνουν» τόνισε στην εξομολογητική του -και πολύωρη- συνέντευξη Τύπου που έδωσε ο βραβευμένος με Όσκαρ ελληνικής καταγωγής Αμερικανός σκηνοθέτης Λούι Ψυχογιός, προσκεκλημένος του 21ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.
Ο δημιουργός βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη με αφορμή την carte blanche που του έχει δώσει φέτος το Φεστιβάλ για να επιλέξει δέκα αγαπημένα του ντοκιμαντέρ και να τα παρουσιάσει στο κοινό της διοργάνωσης. Παράλληλα, το Φεστιβάλ τού απονέμει Χρυσό Αλέξανδρο για την προσφορά του στον κινηματογράφο και πραγματοποίησε ειδική προβολή του ντοκιμαντέρ του Ο όρμος (2009), το οποίο καταγράφει τη μαζική εξόντωση δελφινιών στην Ιαπωνία και τιμήθηκε με Όσκαρ Καλύτερου Ντοκιμαντέρ.
•Ο κ. Ψυχογιός ερωτήθηκε επίσης σχετικά με την πολιτική των ΗΠΑ σε σχέση με την κλιματική αλλαγή, καθώς και τις παρεμβάσεις του Ντόναλντ Τραμπ επάνω στο θέμα. Ο σκηνοθέτης απάντησε: «Έτυχε να γνωρίσω τον Τραμπ πολύ πριν γίνει πρόεδρος. Η αλήθεια είναι πως έχει προκαλέσει τεράστια ζημιά στην Αμερική, αφού πολλοί άνθρωποι αισθάνονται πως δεν μπορούν να στηριχτούν στην κυβέρνηση με αυτές τις πολιτικές. Ωστόσο, είναι σημαντικό πως 7 στους 10 ψηφοφόρους του επίσης δεν πιστεύουν στην κλιματική αλλαγή. Θέλω να πιστεύω πως ο Τραμπ κάποια στιγμή θα εξαφανιστεί από την πολιτική».
Στην εκδήλωση, την οποία συντόνισε ο υπεύθυνος προγράμματος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Γιώργος Κρασσακόπουλος, αρχικά ο Λούι Ψυχογιός μίλησε με ιδιαίτερα θερμά λόγια για την Ελλάδα, σχολιάζοντας πως του θυμίζει όσα έζησε κατά την παιδική του ηλικία σε μια μικρή ελληνική κοινότητα στην Αμερική, η οποία χαρακτηριζόταν από ένα κλίμα αγάπης και ανθρωπιάς.
Ο Λούι Ψυχογιός παραμένει ένας παθιασμένος ντοκιμαντερίστας, ταυτόχρονα όμως υπηρετεί άλλη μια μεγάλη του αγάπη, τη φωτογραφία, την οποία αποθέωσε επί σχεδόν 20 χρόνια ως σταθερός συνεργάτης του περιοδικού National Geographic. Μιλώντας για αυτή την ειδική σχέση του με τον φακό, θυμήθηκε και το πώς έκανε τα πρώτα του βήματα στον χώρο της φωτογραφίας: «Ο πατέρας μου μετοίκησε από την Ελλάδα στην Αμερική το ’50. Δούλεψε σκληρά και έτσι πρόκοψε. Όταν ήμουν παιδί τον βοηθούσα όποτε μπορούσα στη δουλειά του. Όμως ήθελα να κάνω κάτι που εκτός από τα χέρια μου, θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω και το μυαλό μου. Έτσι ξεκίνησα μαθήματα φωτογραφίας και δούλεψα επαγγελματικά για ένα διάστημα σε μια τοπική εφημερίδα».
Ως δημιουργός ντοκιμαντέρ, ο Λούι Ψυχογιός θεωρεί σημαντικό μέσα από το έργο του να μπορεί να ευαισθητοποιήσει και να κινητοποιήσει ένα 10% του πληθυσμού. Ο ίδιος τόνισε σχετικά: «Στην Αμερική μια ταινία θεωρείται επιτυχημένη με βάση τις εισπράξεις και τα κέρδη που θα αποφέρει. Για μένα αυτό συμβαίνει όταν η ταινία μου θα ευαισθητοποιήσει το 10% του πληθυσμού. Θεωρώ τον κινηματογράφο σημαντικό όπλο μαζικής ευαισθητοποίησης. Αυτό το 10% του πληθυσμού είναι ένας ικανός αριθμός ατόμων για να προκαλέσω με τις ταινίες μου εκείνον τον προβληματισμό που θα κινητοποιήσει τον συγκεκριμένο κόσμο και θα επιφέρει χρήσιμες κοινωνικές αλλαγές».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ως προς αυτό είναι το ντεμπούτο ντοκιμαντέρ του Ο όρμος / The Cove, για το οποίο ο ίδιος είπε: «Χάρη στον Όρμο αποκαλύψαμε μια ιστορία που δεν ήταν ευρύτερα γνωστή -τη μαζική εξόντωση δελφινιών στην Ιαπωνία- και αλλάξαμε την κατάσταση. Ευαισθητοποιήσαμε το κοινό και καταφέραμε να περιορίσουμε τους φόνους των δελφινιών κατά 93%». Όσο για τις διακρίσεις που έλαβε η ταινία –μεταξύ των οποίων και το Όσκαρ καλύτερου ντοκιμαντέρ– ο κ. Ψυχογιός επισήμανε ότι μπορεί να χρειάστηκε αρκετά χρόνια για να αποκτήσει την αυτοπεποίθηση που χρειαζόταν ως κινηματογραφιστής, αλλά η επιτυχία της ταινίας του ήταν τέτοια που κάθε βδομάδα κέρδιζε και από ένα βραβείο: «Ειλικρινά δεν γνώριζα πόσα πολλά βραβεία δίνονται σε ταινίες. Είχα ετοιμάσει μια ωραία ομιλία για την πρώτη μου βράβευση και ξαφνικά είδα ότι κέρδιζα κι άλλες διακρίσεις. Ένιωσα ότι έπρεπε για όλες να σκέφτομαι και να γράφω κάτι ξεχωριστό. Ξαφνικά όμως κατάλαβα ότι έπρεπε να βγω μπροστά, να δίνω ομιλίες, να έρθω σε επαφή με σημαντικούς σκηνοθέτες και ένα εξίσου σημαντικό σύστημα εκπροσώπησης ταινιών. Από όλη αυτή την εμπειρία κράτησα μια ατάκα που είχε κάποτε πει ο σκηνοθέτης Τζον Φορντ, την οποία χρησιμοποίησα κιόλας σε μια ομιλία μου: «Το να κάνεις μια ταινία είναι σαν να ζωγραφίζεις μια εικόνα, αλλά με τη βοήθεια ενός ολόκληρου στρατού».
Σε ό,τι αφορά τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν από την προβολή της συγκεκριμένης ταινίας στην Ιαπωνία, όπου εκτυλίσσονται τα γεγονότα, ο κ. Ψυχογιός είπε ότι παρά την προβολή της στο Φεστιβάλ του Τόκιο και τη διανομή της στις αίθουσες της χώρας, υπήρξε τεράστια αντίδραση κυρίως από συντηρητικούς και εξτρεμιστικούς εθνικιστικούς κύκλους. «Ήταν εντυπωσιακό το πώς αυτές οι ομάδες διαδήλωναν έξω από κινηματογράφους στην Ιαπωνία, με αποτέλεσμα να αναβληθούν αρκετές προβολές. Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση μου έκανε το πώς έφτασαν στο σημείο να τρομοκρατήσουν με απειλές για την ασφάλειά τους τον διανομέα και την οικογένειά του. Ωστόσο, το θέμα που πρόβαλε η ταινία απέκτησε διαστάσεις ενός εθνικού διαλόγου και προβλήθηκε παντού. Κάναμε προβολές όχι μόνο στο Ταϊτζί, όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα, αλλά ακόμη και στο διπλωματικό σώμα της Ιαπωνίας, ευαισθητοποιώντας το κοινό γύρω από το θέμα της προστασίας των δελφινιών».
Πώς σχολιάζει ο ίδιος το ότι οι ταινίες του μεταδίδουν μέσα από τις ιστορίες τους ένα δυνατό μήνυμα και παράλληλα κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού που τις παρακολουθεί; Ο κ. Ψυχογιός είπε σχετικά: «Κάποτε ένας παραγωγός ρώτησε τον Ζακ Κουστώ: “Αν σου δώσω τα χρήματα μου, τι θα δω στην ταινία σου;”. Προσωπικά, ξεκινάω πάντα με μια ιδέα του τι θέλω να κάνω, αλλά ποτέ δεν ξέρω τι θα βρεθεί μπροστά μου. Αισθάνομαι ότι κάθε ντοκιμαντερίστας βρίσκεται σε μια διαρκή πρόκληση να ανακαλύπτει συνεχώς νέα πράγματα». Σε σχέση πάντως με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα ντοκιμαντέρ στη διανομή τους, αλλά και σε ό,τι αφορά τη σχέση του ίδιου με το κοινό και τη χρηματοδότηση των ταινιών του, ο δημιουργός δήλωσε ότι δεν κάνει ταινίες με σκοπό το κέρδος, αλλά για να έρθει πιο κοντά στο κοινό. Και πρόσθεσε: «Νομίζω πως χρειαζόμαστε τους διανομείς όπως χρειαζόμαστε και τους σπόνσορες, αλλά όταν αυτοί με ρωτούν για τα λεφτά τους, η απάντησή μου είναι ‘’θέλω τα λεφτά σας, αλλά δεν θα τα πάρετε πίσω’’. Θέλω οι ταινίες μου να προβάλλονται παντού, σε όλο τον κόσμο. Δεν μου αρκεί επομένως να προβληθεί μια ταινία μου στο Netflix. Θέλω να προβληθεί σε όλα τα δίκτυα, είτε πρόκειται για το National Geographic και το Discovery είτε για το Disney».
Επιχειρώντας να απαντήσει και ο ίδιος στο ερώτημα που θέτει το κεντρικό αφιέρωμα του 21ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης «Γιατί να κοιτάζουμε τα ζώα;», ο κ. Ψυχογιός απάντησε πως ο άνθρωπος είναι ένα είδος μεταξύ πολλών άλλων στον πλανήτη Γη, υπογραμμίζοντας: «Το ότι ονομαζόμαστε homo sapiens δεν συνεπάγεται ότι είμαστε και το εξυπνότερο είδος. Δεν ξέρω πόσο σοφή πράξη είναι να καταστρέφουμε τον πλανήτη. Προσωπικά νομίζω πως υπάρχουν άλλα είδη που είναι πιο ευπροσάρμοστα στις αλλαγές που συμβαίνουν. Ωστόσο, είναι σημαντικό να αντιληφθούμε αυτό που λένε οι επιστημονικές έρευνες πως μέχρι το τέλος αυτού του αιώνα είναι πιθανό να εξαφανιστούν τα μισά είδη που κατοικούν στον πλανήτη. Δεν είμαστε το κυρίαρχο είδος, όμως θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να φροντίσουμε για το μέλλον των επόμενων ανθρώπινων γενεών».









