συνέντευξη: Γιάννης Παναγόπουλος

φωτογραφίες: Γκέλυ Καλαμπάκα 

Να γράψουμε κάτι ηρωικό να τονωθεί η φαντασία του αναγνώστη; Ή να το πάμε όπως έχει; Το πατρόν του δεύτερου μας ταιριάζει περισσότερο, μιλά από μόνο του. Είναι σαν η μακρόσυρτη προσγείωση του Δημήτρη Καραντζά στο θέατρο να συνδυάζεται με την ανατροπή που, οπωσδήποτε και παντού, πρέπει να έρθει από νέους ανθρώπους που παθιάζονται με αυτό που αγαπούν.

Ο σκηνοθέτης τη θεατρική σεζόν που τρέχει ανεβάζει τον “Θέιο Βάνια” του Τσέχωφ στο Θέατρο Προσκήνιο και το “Ταξίδι μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα” του Ευγένιου Ο’ Νηλ στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας. Με την γεύση των “Περσών” του Αισχύλου που ανέβασε το περασμένο καλοκαίρι να παραμένει ενεργή για την ταυτοποίηση της με το παρόν, την καλλιτεχνική του έξοδο στη Γαλλία, τις απόψεις του για το θέατρο, τη σχέση θεάτρου – πραγματικότητας  ο τριανταπεντάρης, που μοιάζει λες και στο βλέμμα του σχηματίζεται ένα διαρκές ερωτηματικό, είναι έτοιμος ν’ απλώσει απόψεις  και θέσεις με την ανοιχτότητα του ανθρώπου που θέλει να τολμά.

-Κράτησα το τυπικό. Πριν φύγω από το σπίτι για να δω την παράσταση έβαλα τα καλά μου. Ανέβηκα στη μηχανή, έφτασα στο Προσκήνιο. Λίγα μέτρα πριν την πόρτα του θεάτρου, ένας τύπος καθισμένος στο παγκάκι “έκοβε” πρέζα. Μερικά, ελάχιστα μέτρα πιο κάτω, περιμένοντας ν΄ ανοίξει το θέατρο, οι υποψήφιοι θεατές, άγνωστοι μεταξύ μας, κοιταζόμασταν σε ένα διπλό στιλ. Αυτοθαυμασμός και περιέργεια. Η πόρτα του θεάτρου άνοιξε. Οι θεατές αρχίσαμε να παίρνουμε θέσεις. Στη σκηνή, ο θείος Βάνιας – Χρήστος Λούλης μάς περίμενε με γερμένο το σώμα, σαν να κοιμόταν πάνω στο τεράστιο τραπέζι που στήσατε στη σκηνή. Αυτό το έργο ξεκινά πριν το τρίτο κουδούνι. Αυτή την αίσθηση είχα και ακόμα έχω. Κάθε τι απ’ όλα τα παραπάνω σαν παράσταση μού φαίνονται.

Αρχικά να πω ότι τελευταία περπατάω στον δρόμο χωρίς να παρατηρώ τι συμβαίνει γύρω μου. Δεν είμαι λειτουργικός, θα περάσει όμως. Αν πηγαίνεις στο θέατρο ή κάπου αλλού “ανοιχτός” απορροφάς όλους αυτούς τους κραδασμούς που συμβαίνουν γύρω σου. Μου μίλησες για τον τύπο που έκοβε την κόκα του δημόσια και για όλους τους καλοντυμένους που σταθήκατε πολύ κοντά του. Δηλαδή, θα φάνταζε πιο δίκαιο αν όλα συνέβαιναν στον πεζόδρομο της Βουκουρεστίου και τα πράγματα είχαν μια αίγλη; Και εμάς, τους προσεγμένους, τίποτα και κανένας δεν θα μας διέκοπτε; Είμαστε ένα θέατρο που βρίσκεται κυριολεκτικά στην καρδιά της Αθήνας, ακριβώς κάτω από το Πολυτεχνείο. Για μένα είναι ενδιαφέρον πως εκεί ζουν τόσες πολλές παράλληλες πραγματικότητες. Το Προσκήνιο βρίσκεται σε ένα σημείο που μπορείς να δεις την Αθήνα σε σμίκρυνση.

-Στη σκηνή του Θείου Βάνια υπάρχει το, περίφημο, τραπέζι που ορίζει τον χώρο που κινούνται οι ηθοποιοί. Είναι μεγάλο. Δυσκολεύει στις κινήσεις τους. Ορίζει τις αποστάσεις ανάμεσά τους. Μεταφορικά μου έδωσε αυτή την εντελώς ψυχρή αίσθηση που πλέον νιώθω όλο και πιο έντονα. Πως το πλαίσιο που κινούμαστε είναι πάντα πολύ μεγαλύτερο από εμάς.

Έχουμε ένα τραπέζι που θα μπορούσε να φιλοξενεί ακόμα και πενήντα ανθρώπους αλλά στον Θείο Βάνια έχουμε μόλις οκτώ. Φαντάζει σαν ένα όμορφο, ιδανικό, καλοστρωμένο τοπίο αλλά στην ουσία είναι απόλυτα δυσλειτουργικό και επιβάλλει διαρκώς την παρουσία του. Για μένα είναι σαν εκεί να κατοικεί όλο το σύμπτωμα του Βάνια, όλο το σύμπτωμα αυτής της κατάθλιψης που αναφέρεται το έργο. Είναι σαν να συναντιόμαστε με οκτώ φωνές που συνθέτουν μια κραυγή. Είναι σαν να συναντάμε οκτώ διαφορετικούς χαρακτήρες πριν την τελική τους πτώση. Στο σημείο του χρόνου που αντιλαμβάνονται ότι οι επιλογές τους στη ζωή είναι απόλυτα μετρημένες. Από την άλλη, το τραπέζι παρουσιάζει και το δέσιμό τους. Στο τέλος το μόνο που μένει είναι να αποδεχτούν την ιδέα πως τους επιτρέπεται να σταθούν όλοι μαζί σε μια γωνία του. Και αυτό, η τελική αποδοχή, έστω και την ύστατη στιγμή περιέχει μια γενναιότητα.

Πιστεύω πως στη ζωή αν από κάπου διαψευστείς, αν από κάπου απογοητευτείς, δεν είναι καθόλου αμελητέο να κρατιέσαι και να αποδέχεσαι την κατάστασή σου. Είναι η εποχή που οι άνθρωποι με ό,τι και αν καταπιαστούν συναντιούνται με την αρνητικότατα και το μίζερο. Είμαστε γεμάτοι θλίψη, γεμάτοι ματαίωση αλλά νομίζω πως αφού το αποδεχτούμε αυτό και προσπαθήσουμε να συνεχίσουμε, κάπως έτσι θα πλησιάσουμε τις πραγματικές πλευρές της ζωής. Γιατί το άλλο, το να κολλάμε σε πράγματα που δεν ήρθαν όπως θέλαμε, είναι σαν να ξύνουμε τη θλίψη μας.

 

•Η τέχνη έχει έναν χρόνο αφομοίωσης, έναν χρόνο παρατήρησης, έναν χρόνο που πρέπει να της αφιερωθεί. Δεν ξέρω αν έτσι όπως έχουμε διαμορφωθεί μπορεί να αντέξει για πολλά χρόνια ακόμη

-Στην παράστασή σας υπάρχει η ένταση του ερωτικού στοιχείου. Σ’ αυτό το πλαίσιο το ζευγάρι του γιατρού Άστροφ και της αφοσιωμένης ανιψιάς του Βάνια εκπροσωπεί τον ανεκπλήρωτο έρωτα που υποκύπτει σε ταξικά στερεότυπα, ναρκισσιστικές εντολές. Αν αυτοί οι δύο χαρακτήρες δεν σπάσουν το γυαλί για να αφεθούν στο πάθος τους, θα μπορούν να έχουν μια ευτυχισμένη ζωή; Το ρωτώ αυτό σε σχέση με την ευλυγισία της τελικής αποδοχής στην οποία αναφέρθηκες παραπάνω. Η αποδοχή της μοίρας φαντάζει συχνά ως η υπέρτατη μορφή συμβιβασμού.  

Εξαρτάται. Η Σόνια είναι η μόνη από τους χαρακτήρες του Βάνια που βρίσκεται σε εφηβική ηλικία. Μεταβαίνει νωρίς στην πλήρη διάψευση του έρωτα. Αλλά και ακόμα περισσότερο στη διάψευση ολόκληρης της ζωής της μετά την πρόταση που κάνει ο πατέρας της να πουλήσει το κτήμα που εκείνη και ο θείος της Βάνιας κατοικούν. Αυτό συμβολίζει τον ξεριζωμό και την κατάργηση όλου του χώρου που ζούμε οι άνθρωποι. Με τη στάση της, η νεαρή γυναίκα είναι σαν να αποδέχεται πως η ζωή της θα είναι σχεδόν μαρτυρική. Την ελπίδα της ευτυχίας τη μεταθέτει στη μεταθανάτια ζωή. Μπορώ να πιστέψω πολύ στην προσδοκία του ανθρώπου που φτιάχνει μια ελπίδα για κάτι μετά από αυτή τη ζωή. Μου δείχνει ότι έχει σπασμούς ζωής. Μιλώ για τους ανθρώπους που θέλουν να κρατηθούν έστω και από μια φαντασίωση που μπορεί να μην εκπληρωθεί αλλά κάπου την τοποθετούν στο μυαλό τους για να αντέξουν. Νομίζω στον Τσέχωφ οι περισσότεροι ήρωες πάσχουν από αυτό το ασύμπτωτο των προθέσεων. Η Ράνια διεκδικεί με τρομερή επιμονή κάτι που έχει πολλά δείγματα πως δεν θα αποκτήσει ποτέ. Από την άλλη, ο γιατρός Άστροφ έχει αυτό το τεράστιο αίτημα, αυτή την τεράστια ανησυχία για το ότι δεν μπορεί να αγαπήσει κανέναν. Στη σκηνή του με τη Σόνια είναι η πρώτη φορά που γίνεται τόσο εξομολογητικός. Άρα το κομμάτι του που λέει “δεν νιώθω τίποτα, δεν αισθάνομαι τίποτα, δεν αγαπώ κανέναν” έχει τρύπες. Κάνει ένα άνοιγμα το οποίο δεν μπορεί να το δει. Για μένα ο Τσέχωφ, σε έναν βαθμό, νομίζω πως συμπονά πάρα πολύ τους χαρακτήρες του και, σε έναν άλλο, τους ειρωνεύεται με μεγάλη σφοδρότητα. Μου δίνει την εντύπωση ότι τους βάζει να κάνουν πράγματα την ίδια στιγμή που εκείνος κάθεται σε μια γωνία γελώντας σαδιστικά. Ο Βάνιας την ίδια στιγμή που με συγκινεί με κάνει να νιώθω πως είναι σε ένα τέλμα. Ο τρόπος που διατυμπανίζει τη θλίψη και τη ματαίωσή του ανακυκλώνεται, δεν κάνει μια κίνηση προς τα έξω. Πολλοί λένε – και αυτή είναι και εκδοχή που μου αρέσει – ότι ο Βάνιας διατυμπανίζοντας δημόσια τη θλίψη και την κατάθλιψή του κάνει το έργο αυτό, ένα έργο διαμαρτυρίας. Αυτό που μου αρέσει στον Τσέχωφ είναι τα ρίσκα που πρέπει να πάρεις για να ανεβάσεις έργο του. Πρέπει να τονίσεις μέχρι και τις τελίτσες των κειμένων του.

•Συζητάμε όλο και πιο ανοιχτά για θέματα περί ορατότητας, περί δικαιωμάτων των ανθρώπων, περί των σεξουαλικών ταυτοτήτων, για το τι είναι παρενόχληση και τι δεν είναι ξεχνώντας κάτι πολύ βασικό. Είναι θετικό το άνοιγμα αυτής της κουβέντας. Θα μείνουμε όμως μόνο εκεί; Την ίδια στιγμή, παράλληλα, θεριεύει ένας ακραίος, ακρότατος συντηρητισμός.

-Ο Τσέχωφ ανήκει σ’ έναν αιώνα που η τέχνη ερχόταν να συνεπάρει τον κόσμο προτείνοντας μορφές που θεωρήθηκαν αναντικατάστατες. Θεωρώ πως ο κύκλος εκείνης της εποχής έχει κλείσει.

Μιλάς συνολικά για την τέχνη;

-Η τέχνη όπως τη μάθαμε. Προφανώς οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να τραγουδούν, θα συνεχίσουν να ζωγραφίζουν.

Χαίρομαι που το διευκρινίζεις. Γιατί εγώ θεωρώ πως σε λίγα χρόνια η τέχνη θα είναι εκτός ενδιαφέροντος.

-Τι εννοείς;

Συχνά έχω αυτό τον τρόμο. Πως οι άνθρωποι δεν θα έχουν το χώρο και τον χρόνο να αφοσιώνονται σε αυτό που ζητά η τέχνη. Μιλώ για την κατανόησή της. Να μπορούν να νιώθουν τη μουσική, να μπορούν να ερμηνεύουν ένα πίνακα, να αφιερώνουν χρόνο σε ένα βιβλίο ή το να πηγαίνουν σε μια παράσταση η οποία δεν προσπαθεί να τους επιβάλει την ταχύτητά της. Έχω έναν φόβο. Και αυτό είναι κάτι που βίωσα και συνειδητοποίησα στην καραντίνα. Εθίστηκα αδιανόητα στο ίντερνετ, στα σόσιαλ. Πια σήμερα παρατηρώ πως έχω μεγάλη δυσκολία συγκέντρωσης. Και αυτό μου συμβαίνει εμένα που από τα 19 μου είμαι μέσα στη σκέψη, στην αφοσίωση και τον χρόνο που χρειάζονται για να γίνουν τα πράγματα. Σήμερα βλέπω ότι το μυαλό μου έχει συνηθίσει σε μια ταχύτητα που μου ήταν ξένη. Η τέχνη έχει έναν χρόνο αφομοίωσης, έναν χρόνο παρατήρησης, έναν χρόνο που πρέπει να της αφιερωθεί. Δεν ξέρω αν έτσι όπως έχουμε διαμορφωθεί μπορεί να αντέξει για πολλά χρόνια ακόμη.

-Άρα τελειώνει;

Δεν ξέρω.

-Θεωρώ πως ναι.

Υπάρχει κάτι που με ταράζει πάρα πολύ και το έμαθα μάλλον αργά, το περασμένο καλοκαίρι. Δεν ήξερα τι επρόκειτο να γίνει με αυτό το metaverse. Ένας virtual κόσμος με πραγματικότητες του τύπου θα βγαίνεις έξω μέσα από αυτό και θα συναντάς ανθρώπους. Αυτό ακούγεται σήμερα επιστημονική φαντασία. Αλλά δεν θα μου κάνει καθόλου εντύπωση αν πραγματικά συμβεί. Να συνδέεσαι με τους φίλους σου και να κάνετε κάτι κοινό μέσα από το metaverse. Δεν ξέρω αν ζώντας μέσα σε αυτό τι περιθώρια θα έχουμε να επιστρέφουμε σε πιο φιλοσοφικά ερωτήματα. Ούτε αν θα έχουμε χρόνο για μια πιο αντιδραστική σκέψη. Νομίζω πως είμαστε στην εποχή της συναινετικής σκέψης. Συμβαίνει κάτι και λέμε “ναι” μόνο “ναι”.

-Η συναινετική σκέψη προϋποθέτει τον απόλυτο έλεγχο της ίδιας της σκέψης ως ολότητας.

Φυσικά. Γι’ αυτό τη λέω συναινετική σκέψη. Κάποιος μιλάει, λέει κάτι και εσύ λες μόνο “ναι”. Δεν είναι  συναινετική από κοινού.

-Αυτό συμβαίνει τώρα;

Για μένα ναι. Νιώθω ότι διαμορφώθηκε και λίγο υπογείως. Και αυτό είναι το επικίνδυνο. Βρίσκεσαι σε μια στιγμή που υπάρχει μια αύξηση των πραγμάτων που συμβαίνουν. Ακούς ακραία πράγματα, άκαιρα πράγματα, πολιτικές αποφάσεις παγκοσμίως που ξαφνικά μαθαίνεις πως έγιναν αποδεκτές. Λένε για το κομμάτι των αμβλώσεων στην Αμερική…

-Συγνώμη που διακόπτω αλλά το ίδιο θέμα και εδώ, στην Ελλάδα, ακούγεται, διαβάζεται ή συζητιέται με καθόλου ύπουλο τρόπο. Θυμάσαι τη διαφήμιση κατά των αμβλώσεων στο μετρό; Τα πρωτοσέλιδα κάποιων εφημερίδων για το ίδιο θέμα;

Υπάρχει μια παρεξήγηση. Συζητάμε όλο και πιο ανοιχτά για θέματα περί ορατότητας, περί δικαιωμάτων των ανθρώπων, περί των σεξουαλικών ταυτοτήτων, για το τι είναι παρενόχληση και τι δεν είναι ξεχνώντας κάτι πολύ βασικό. Είναι θετικό το άνοιγμα αυτής της κουβέντας. Θα μείνουμε όμως μόνο εκεί; Την ίδια στιγμή, παράλληλα, θεριεύει ένας ακραίος, ακρότατος συντηρητισμός.  Και σκέφτομαι ότι, τελικά, μπορεί το θηρίο να είναι πολύ πιο μαζικό από τη μικρή φωνή που τολμά να υψωθεί γύρω του. Πώς να το πω; Είμαι 35 ετών, ποτέ στο παρελθόν δεν έχω ξανανιώσει πιο τρομακτική ροπή προς την άκρα συντήρηση και την άκρα δεξιά από όσο σήμερα.

•Αυτό το πράγμα που έκανε η μη υπουργός πολιτισμού που έχουμε, το ότι στο Φεστιβάλ Χώρου Καλαμάτας το περασμένο καλοκαίρι αποχώρησε όταν άνοιξε πανό μπροστά της που έγραφε ότι οι βιαστές πρέπει να είναι στη φυλακή, το βρίσκω πολιτική ανοησία.

-Προς τα πίσω πάμε. Ας μην κρυβόμαστε.

Το μόνο που θέλω να επισημάνω είναι πως αυτή η στροφή στον συντηρητισμό δεν αφορά μόνο τη χώρα μας. Κάπου και εμείς συντονιζόμαστε αλλά αυτό που συμβαίνει εδώ με τις καθημερινές, οριακά εγκληματικές, πράξεις που ψιλοσχολιάζονται ή περνάνε στο ντούκου και όλα καλά, περιέχει μέσα του την αλαζονεία και την αντιπαθητική υπεροχή από την πλευρά των κυβερνώντων. Είναι σαν να γνωρίζουν πως ό,τι και να γίνει ρουθούνι δεν θ’ ανοίξει. Αυτό το βλέπεις στην προκλητικότητα των αντιδράσεών τους. Αλλά ας μιλήσουμε για τον κλάδο μου. Αυτό το πράγμα που έκανε η μη υπουργός πολιτισμού που έχουμε, το ότι στο Φεστιβάλ Χώρου Καλαμάτας το περασμένο καλοκαίρι αποχώρησε όταν άνοιξε πανό μπροστά της που έγραφε ότι οι βιαστές πρέπει να είναι στη φυλακή, το βρίσκω πολιτική ανοησία. Και μου φαίνεται πιο επικίνδυνο το ότι ούτε καν τη νοιάζει ότι είναι πολιτική ανοησία. Κανονικά θα μπορούσε να παραστεί απλώς στην εκδήλωση και να μην κάνει τίποτα, να μην πει “μπράβο”, ούτε να αποδοκιμάσει. Το να φύγει γιατί διαφωνεί και αυτό να είναι οκ γενικώς, είναι πάρα πολύ σοκαριστικό.

-Η βαθιά υποτίμηση, σε συνδυασμό με την επιδεικτικότητα της ειρωνείας, είναι όντως εκνευριστική.

Όσο ειρωνικό μπορεί να είναι αυτό άλλο τόσο είναι και αληθές. Οπότε ναι, αυτή η μη υπουργός πολιτισμού θα συνεχίζει αυτό το πράγμα. Και δεν είναι μόνο εκείνη. Το κάθε πρόσωπο από αυτά τα πολύ βαθιά διανοούμενα πολιτικά όντα που κυβερνούν αυτή τη στιγμή τη χώρα, είναι συντονισμένο σε αυτή τη γραμμή αλαζονείας. Αυτό είναι σοκαριστικό. Νιώθουμε εντελώς απροστάτευτοι. Βρίσκουμε κάποιους φίλους, κάνουμε παρέες, αναζητούμε κάποιους τόπους που μπορούμε κάπως να αναπνέουμε.

 
 

-Η πολιτική λίγκα που κυβερνά είναι ψηφισμένη. Τα μίντια μονολογούν υπέρ της διαρκώς.

Παρατήρησα κάτι ευοίωνο. Πρόσφατα είδα τις τηλεθεάσεις. Παρατήρησα ότι το κανάλι Σκάι, που κάποτε ήταν το πρώτο στις ειδήσεις, τώρα είναι τέταρτο και πέμπτο. Αυτό κάτι μου είπε.

•Φτιάχνονται θεατρικά σχήματα χωρίς καλλιτεχνικό ζητούμενο. Η έννοια τού να τ’ αρπάξω κυριαρχεί. Οπότε εκεί βλέπεις ότι συμβαίνει το αντιστρόφως ανάλογο από αυτό που νόμιζες. Υπάρχει η απόλυτη συμπόρευση του τύπου “θα κάνω την τάδε σειρά, θα αυξηθούν οι φόλουερς στο instagram, θα διαφημίσω και καμιά μπίρα την ώρα που διαβάζω τον ρόλο μου” και γενικά αυτό θα φέρει τον κοσμάκη στο θέατρο. Και η σκέψη; Και το επιχείρημα; Και τι μας είπε ο Σοφοκλής; Σιγά μη δώσουμε σημασία σε όλα αυτά.

-Έχω την αίσθηση πως το θεατρικό παρόν της Αθήνας είναι αντιστρόφως ανάλογο της μέτριας μυθοπλασίας ελληνικής καταγωγής που προσφέρει η τηλεόραση. Κάνω λάθος;

Θα διαφωνήσω. Όλα πάνε προς τα πίσω. Ανεβαίνουν παραστάσεις που δεν έχουν καμία ερμηνεία, καμία σκέψη. Απλώς πάμε να δούμε ηθοποιούς που βλέπουμε στην τηλεόραση να παίζουν τους ίδιους ρόλους στη σκηνή. Αυτό είναι κάτι που με ενοχλεί. Το θέατρο ιντσταγκραμοποιείται. Έχω ακούσει με τα αφτιά μου για το αν θα πάρει μια δουλειά ο ένας ή ο άλλος ηθοποιός ανάλογα με τους φόλουερς που έχει. Επίσης υπάρχει και εκείνη η αφέλεια του τύπου “θα πάρω αυτόν που έπαιζε στις Άγριες Μέλισσες γιατί άρεσε στα κορίτσια ή τα αγόρια”. Φτιάχνονται θεατρικά σχήματα χωρίς καλλιτεχνικό ζητούμενο. Η έννοια τού να τ’ αρπάξω κυριαρχεί. Οπότε εκεί βλέπεις ότι συμβαίνει το αντιστρόφως ανάλογο από αυτό που νόμιζες. Υπάρχει η απόλυτη συμπόρευση του τύπου “θα κάνω την τάδε σειρά, θα αυξηθούν οι φόλουερς στο instagram, θα διαφημίσω και καμιά μπίρα την ώρα που διαβάζω τον ρόλο μου” και γενικά αυτό θα φέρει τον κοσμάκη στο θέατρο. Και η σκέψη; Και το επιχείρημα; Και τι μας είπε ο Σοφοκλής; Σιγά μη δώσουμε σημασία σε όλα αυτά. Όλα αυτά πάνε στην προηγούμενη συζήτηση που είχαμε για το τέλος της τέχνης.

 
Η Ξένια Καλογεροπούλου στο Θείο Βάνια

-Τι είναι για σένα η συνεργασία σου με την Ξένια Καλογεροπούλου;

Την Ξένια την γνωρίζω από το 2011. Και έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στον λόγο που δουλεύω στο θέατρο. Είχα αρχίσει να κάνω πράγματα γιατί κάτι ήθελα να πω. Εκείνη κάποια στιγμή ήρθε με τον Μοσχόπουλο να δουν παράστασή μου και μου πρότειναν να κάνω τον Οδυσσέα στο Πόρτα. Με αυτή την παράσταση το θέατρο θα γιόρταζε τα σαράντα χρόνια λειτουργίας του. Τότε, το να πας στο θέατρο της Κολογεροπούλου ήταν πολύ μεγάλο πράγμα. Η γενναιοδωρία που έχει η Ξένια στους νέους ανθρώπους είναι παρά πολύ συγκινητική. Έχω συναναστραφεί ανθρώπους που περίμεναν από τους νεότερούς τους μια συνέχεια που θα συντηρούσε τον μύθο τους. Αισθάνομαι τυχερός που συναντήθηκα στην αρχή της πορείας μου με ανθρώπους που στο πρόσωπό μου είδαν μια συνέχεια που δεν θα την διέκοπτε η ματαιοδοξία και ο εγωισμός τους. Ήταν απόφαση δική μου, όταν άνοιξε το Προσκήνιο, να συνεργαστώ με ανθρώπους που γνωριζόμαστε εδώ και πολλά χρόνια. Μιλώ για εκείνους που κατά κάποιον τρόπο νιώθω ευγνωμοσύνη και χαρούμενος για τη συνεργασία μας.

Η Ξένια που έχω γνωρίσει ένας είναι απρόβλεπτος άνθρωπος. Και παραμένει απρόβλεπτη. Στον Οδυσσεβάχ μού έλεγε σε κάθε ένταση πως έπρεπε να γίνει μια καλή παράσταση γιατί ήταν τα σαράντα χρόνια του θεάτρου της. Εγώ τότε ήμουν μόνο 24 ή 23 ετών. Θυμάμαι να της λέω “μη μου το λέτε αυτό συνέχεια, θα πάθω πανικό”. Στο έργο είχε ένα πέρασμα που δεν της άρεσε καθόλου. Φυσικά αυτό ήταν ένα πολύ μεγάλο πλήγμα αλλά ήξερα πως είχε να κάνει με μια συγκεκριμένη διαδικασία. Γιατί μέχρι να φτάσει να γίνει η παράσταση λειτουργική πρέπει να βλέπεις τι πρέπει να διορθώσεις. Έχει ενδιαφέρον, έχει πλάκα, η ίδια παρόρμηση που την κάνει επικριτική μπορεί να της φέρει τρομερό ενθουσιασμό. Και όταν συμβαίνει αυτό είναι σαν το παρελθόν να έχει εξαφανιστεί. Η Ξένια έχει και αυτό το θέμα με την όραση που την ταλαιπωρεί πολύ και όντως έκανε τρομερό κόπο στις πρόβες του Βάνια. Μπορεί να ερχόταν στο θέατρο σε άθλια ψυχολογική κατάσταση τη μια μέρα αλλά την επόμενη να έφτανε λέγοντας “είμαι πολύ ευχαριστημένη που είμαι μαζί σας, σας θαυμάζω όλους γιατί μου δίνετε ζωή”. Η Ξένια είναι 86 ετών. Την έχουμε έγνοια. Έχει δυσκολία με την όραση αλλά ο χαρακτήρας της δεν φεύγει. Τη μια στιγμή  μπορεί να ζήσει πολύ δραματικά το γεγονός ότι δε βλέπει και σε μια επομένη κουβέντα μπορεί να γίνει ο μεγαλύτερος κάφρος και να σου πει γελώντας: “Εγώ ξέρεις δεν βλέπω γιατί είμαι γκαβό”. Αυτό το στοιχείο έχει και αυτοσαρκασμό και επίγνωση και μεγάλο άνοιγμα. Ο τρόπος που λέει στους ηθοποιούς πόσο τους θαυμάζει και πόσο περήφανη είναι που είναι μαζί τους είναι συγκινητικός. Η Ξένια είναι ένας άνθρωπος βαθιά προσηλωμένος στη σκέψη και τις ιδέες του. Αυτό δίνει σε εκείνη και σε μας οξυγόνο.

-Είναι ο Θείος Βάνιας στο Προσκήνιο είναι και….

Είναι και το Ταξίδι μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα που παίζεται για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας. Λέγαμε νομίζω προηγουμένως για τους χώρους και τη σημασία τους. Ε, για μένα το Κεφαλληνίας έχει τεράστια σημασία. Εκεί παρακολούθησα την πρώτη παράσταση που με έκανε να βλέπω θέατρο. Μιλώ για τον Γλάρο που ανέβασε ο Μαστοράκης το 2001. Είναι η δεύτερη συνεργασία μας με τη Μπέτυ Αρβανίτη. Είναι πολύ συγκινητικό να γυρνάω, να επιστρέφω σε αυτό το μέρος που για μένα είναι γεμάτο από αγαπημένες αναμνήσεις για το θέατρο αλλά και στιγμές που οι άνθρωποι δουλεύανε με πολλή λεπτομέρεια και πολύ πάθος το παραμικρό γύρω από μια παράσταση. Μου λείπει αυτό το πράγμα. Οπότε χαίρομαι πολύ που βρίσκομαι ξανά με αυτούς τους ανθρώπους. Κάποτε υπήρχε το θέατρο του Μαρμαρινού, υπήρχε το θέατρο του Βογιατζή, υπήρχε το Αμόρε, υπήρχε το Άττις, υπήρχαν πυρήνες που ήξερες ότι θα πας να δεις τη δουλειά ανθρώπων που, αν μη τη άλλο, σέβονται την τέχνη. Το Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας είναι από τα ελάχιστους χώρους που έχουν απομείνει πιστούς στο όραμά τους και για μένα αυτό έχει μια αξία, μια σημασία που με συντονίζει με τον τρόπο που πρέπει και εγώ να σκέφτομαι το Προσκήνιο.

-Πώς εξοικειώνεσαι με τα φαντάσματά σου; Όχι γενικώς. Πριν είκοσι χρόνια παρακολουθούσες στο Κεφαλληνίας την Μπέτυ Αρβανίτη ως θεατής και είκοσι χρόνια μετά έρχεσαι να τη σκηνοθετήσεις. Με αυτή τη χρονικότητα πώς συμφιλιώνεσαι; Η λέξη δέος τι σου λέει;

Νομίζω πως όλο αυτό μου δημιουργεί μια πολύ περίεργη ενεργοποίηση αντί για μπλοκάρισμα. Οι αναμνήσεις που έχω είναι σαν να με εξωθούν στο να είμαι πιο παραγωγικός, να εμπνέομαι από αυτά που θυμάμαι από εκεί. Την πρώτη φορά που σκηνοθέτησα στο Κυκλάδων, κάθε φορά που πήγαινα για πρόβα, μπαίνοντας στο θέατρο ένιωθα τεράστιο δέος. Όχι όμως εκείνο που σε παραλύει αλλά εκείνο που έχει να κάνει με την αγάπη για το θέατρο. Αυτή η σκέψη με ξανακούρδιζε σε μια πιο διαυγή και πιο αθώα περιοχή. Εμένα το δέος και όλα αυτά που μάλλον εννοείς μού σκάνε ετεροχρονισμένα. Έχω περάσει φάσεις με κρίσεις πανικού μετά από πράγματα. Την ώρα που συμβαίνουν, όμως, πρέπει να είσαι αποτελεσματικός. Συγνώμη, αποτελεσματικός είπα; Το παίρνω πίσω. Το “λειτουργικός” μού ακούγεται καλύτερα.

-Γιατί έτσι;

Αποτελεσματικός. Δεν μου αρέσει αυτή η λέξη. Αυτό που μας ζητιέται διαρκώς είναι να είμαστε, μόνο, αποτελεσματικοί. Το σιχαίνομαι αυτό. Θεωρώ πως είναι ανθρώπινο μια μέρα, μια οποιαδήποτε μέρα να μην μπορούμε να είμαστε αποτελεσματικοί. Είναι και αυτό εντός της ανθρώπινης περιπέτειας.

 
Μπέτυ Αρβανίτη και Βασίλης Μαγουλιώτης στο Ταξίδι μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα

-Επαγγελματικά για σένα το επόμενο διάστημα τι περιλάμβάνει;

Τον Μάρτιο στο Εθνικό έχουμε τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα. Αυτή είναι η παράσταση που θα με οδηγήσει το καλοκαίρι στη Στέγη με το έργο που γράφουμε με τη συνεργάτιδα μου, Γκέλυ Καλαμπάκα.

-Ποιος θα είναι ο τίτλος του;

Το Σπίτι. Θα είναι μια παραβολή στην παρούσα συνθήκη.

-Η υιοθεσία της τέχνης από δύο, τρία πανίσχυρα ιδρύματα τι σου λέει; Ποια είναι η συνέπεια της “ιδρυματοποίησης” του πολιτισμού στη χώρα;

Το φαινόμενο αυτό, κυρίως, αναδεικνύει το τρομακτικό έλλειμμα που υπάρχει στην ουσιαστική κρατική στήριξη της τέχνης. Στις συνεργασίες που έχω κάνει με ιδρύματα δεν έχω νιώσει λογοκρισία. Αν την ένιωθα δεν θα την κρατούσα για τον εαυτό μου. Η παράσταση στη Στέγη έχει να κάνει με όλη τη σύγχρονη ιστορική πραγματικότητα και είναι μια παραβολή για τη βία. Όμως, για μισό λεπτό. Μπορώ εύκολα να βρω λάβρα άρθρα για την ιδρυματοποίηση της τέχνης αλλά, την ίδια στιγμή, δεν διαβάζω ισοβαρή άρθρα για την καμία συμμετοχή του κρατικού μηχανισμού στην υποστήριξη της τέχνης. Και νιώθω πως αυτό είναι ένας περίεργος αντιπερισπασμός.